Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Το παρελθόν της ζωής…

Η γιαγιά μου ήταν άνθρωπος κακοζωισμένος. Είχε περάσει άσχημα παιδικά χρόνια, σκληρή νιότη, άδικη ωριμότητα και επιτέλους είχε καταφέρει να αντικρίσει την ηρεμία στα γηρατειά. Ήμουν ο μόνος που διατάραζε την πραότητα της με τις σκανδαλιές μου τα καλοκαίρια που περνούσαμε μαζί, καθότι δεν άντεχε την πόλη και ζούσε στο χωριό με τους λιγοστούς συγγενείς μας που είχαν απομείνει εκεί. Την επισκεπτόμουν όσο πιο συχνά μπορούσα. Ήταν ο δεσμός μου με το παρελθόν, σαν ζωντανό βιβλίο της ιστορίας. Είχε ζήσει όλα τα πολεμικά και πολιτικά γεγονότα της φυλής μας στο πετσί της. Πλήρωσε πλουσιοπάροχα και για ρέστα πήρε την τωρινή ευρωστία των απόγονων της.
Καθόμασταν αντικριστά στο τραπέζι για φαγητό. Δίπλα της ήταν η μητέρα μου και η μικρότερη αδερφή μου. Έμοιαζε σαν να βλέπω τον εαυτό μου σε ψηφιδωτό, μόνο που κάθε ψηφίδα είχε δημιουργηθεί σε διαφορετική στιγμή από τις άλλες. Χαρακτηριστικά που μοιραζόμασταν έδειχναν την φυσιογνωμική πορεία μου στο χρόνο. Πιο εκεί ο πατέρας μου μιλούσε με τον θειο του για το παρόν του χωριού. Η αδερφή μου αναφερόταν μόνο στο μέλλον και η γιαγιά στο παρελθόν. Οι συζητήσεις μαζί της ήταν πάντα η αδυναμία μου, αρκεί να μην αφορούσαν στα προσωπικά μου. Πολλές φορές αποκτούσαν βαθυστόχαστα νοήματα. Όπως όταν μου εξηγούσε γιατί οι συγχωριανοί της ήταν δυστυχισμένοι μεταναστεύοντας στην πόλη. Αντικαταστήσαμε τις αυλές με τα μπαλκόνια, έλεγε. Είναι αδύνατο κάποιος συνηθισμένος στην απλοχωριά να συμβιβαστεί χωρίς θλίψη στο μαντρί. Δεν τους βλέπεις πόσο κατσούφηδες κάθονται στα μπαλκόνια, πόσες γλάστρες βάζουν σε αυτά, πως κοιτούν μακριά ενώ δεν μπορούν να δουν παρά τον απέναντι τοίχο. Είχε τελειώσει με κόπους και βάσανα το δημοτικό. Αγαπούσε τα γράμματα, αλλά οι πόλεμοι και η φτώχια ήταν ο χειρότερος τους εχθρός. Η φιλομάθεια της ικανοποιούταν μέσω βιβλίων και περιοδικών. Θαύμαζε τις επιτυχημένες και πρωτοπόρες γυναίκες, όπως η Μαρία Κιουρί, και αποστήθιζε την βιογραφία τους.
Γνώριζε παρά πολλές παροιμίες με τις οποίες διάνθιζε τις παραινέσεις της προς τους άλλους. Ήξερε να διατυπώνει την γνώμη της σαν φυσική συνέπεια της ζωής. Αυτό την έκανε τόσο γλυκοστομη. Δεν κρατούσε κακία σε κανένα και χάρη στον όλο χαρακτήρα της ήταν αξιαγάπητη στο χωριό. Στα μάτια μου φαινόταν σαν το σοφό σαμάνο της φυλής, σαν το σεβάσμιο γέρο που συμβουλεύονται για κάθε ενέργεια τους οι ινδιάνοι. Η φύση μας διδάσκει την αρμονία της ζωής, αποφαινόταν κάθε φορά που αγανακτούσα δια το ρου του βίου μου. Αναρωτιόταν πως μπορούσα να κατανοήσω την ζωή όταν για εμένα ο καλός καιρός ήταν μόνο ο ήλιος και ο κακός όλοι οι άλλοι. Ο μόνος άσχημος καιρός είναι το χαλάζι μου έλεγε. Οι υπόλοιποι δεν μας πειράζουν. Δεν ρωτάς τα φυτά να σου πουν την δικιά τους την γνώμη; Απορούσα πως διαμορφωνόταν ο χαρακτήρας κάποιου που γεννήθηκε χωρίς αυτοκίνητα γύρω του, χωρίς ηλεκτρισμό και άμεσα ζεστό νερό και στην διάρκεια της ζωής του ξετυλίχθηκαν όλα αυτά μπροστά του με την σειρά. Η γιαγιά είχε πληρώσει για αυτές τις μεταρρυθμίσεις. Πρώτος και δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, προσφυγιά και αντάρτικο, εμφύλιος και δικτατορία. Δεν είχε προλάβει να αναρωτηθεί για τα πρώτα, αφού τα δευτέρα της απομυζούσαν κάθε σκέψη και ενέργεια. Η ιστορία την παρέσυρε στο χορό αρπάζοντας την από το χέρι και με την δύναμη των γεγονότων την λίκνιζε ανάμεσα στην χαρά και στην λύπη, στον ερωτά και την εγκατάλειψη, στην αγάπη και τον θάνατο, ανάμεσα σε συγγενείς και εχθρούς. Όταν βρέθηκε ελεύθερη από τα βάσανα τα χρόνια είχαν περάσει και δεν μπορούσε παρά να κοιτάξει προς τα εμπρός, προς την οικογένεια της που είχε εξελιχθεί ομαλά χάρη στις θυσίες της.
Η καθημερινότητα της αναλωνόταν με την αυλή της. Τα κηπευτικά υπέφεραν από το χειμώνα, αλλά ζωντάνευαν την άνοιξη. Ο τραχανάς που άπλωνε να στεγνώσει γινόταν πειρασμός για τα έντομα, που εξαφανιζόταν όταν έβρεχε, γεγονός όμως ακόμη χειρότερο για τον πρότερο. Έπλεκε και έραβε όσο της επέτρεπε η όραση της. Περίμενα υπομονετικά ποτέ θα μου ζητούσε να της περάσω την κλώστη από την βελόνα. Μαγείρευε υπέροχα, αλλά απέδιδε το αποτέλεσμα στην αγνότητα των υλικών. Η μηλόπιτα της ήταν ανοικτή πρόσκληση στο χωριό για επίσκεψη. Μύριζε μοναδικά. Η μητέρα μου πολλές φορές αποπειράθηκε να πετύχει το ίδιο αποτέλεσμα, αλλά μάταια. Εκείνα τα γέρικα ροζιασμένα δάκτυλα είχαν το δικό τους μυστικό. Το βλέμμα πίσω από τους χόντρους φακούς ζύγιαζε καλύτερα από την καθαρή μάτια της θυγατέρας τους.
Μια μέρα ακούστηκε το τηλέφωνο σπίτι μου. Περίμενα ενδόμυχα το γεγονός, παρόλα αυτά ψυχολογικά ήμουν απροετοίμαστος. Ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή. Έζησα τα γεγονότα των επόμενων ημερών σαν το σκηνοθέτη που κοιτάζει την ταινία του πριν το μοντάζ. Το παρόν μπερδευόταν με τις σκέψεις που ξεπηδούσαν από όλες τις μεριές του μυαλού μου και στροβιλιζόταν άτακτα μέσα στο κρανίο. Ένιωθα σαν να με βλέπω από επάνω και πίσω, ανάμεσα στον κόσμο, οι περισσότεροι μαυροφορεμένοι, γύρω από το άψυχο γέρικο σώμα. Άτομα μου μιλούσανε, αλλά δεν γνωρίζω τι αποκρινόμουν. Τις περισσότερες φορές κουνούσα απλώς το κεφάλι. Στο τραπέζι καθίσαμε περίπου όπως εκείνο το καλοκαίρι. Μόνο η γιαγιά έλειπε. Αυτό δεν είναι το στερνό αντίο, σκέφθηκα, η γιαγιά θα είναι για πάντα εδώ στα πρόσωπα όλων των στενών συγγενών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου