Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Σκυλίσια ζωή…

Σκυλίσια ζωή…

Ήταν μεγάλος στην ηλικία. Βαρύς στους τρόπους και απότομος. Φαινόταν όμως καλός, μεστωμένος από την δουλειά. Υπήρχε μια έντονη μοναξιά στο βλέμμα του. Ήξερε να ψυχολογεί τον άλλο, έκοβε το μάτι του. Είχε κοινωνική μόρφωση, αναγνώριζε αμέσως τις ιδιαιτερότητες και αδυναμίες του καθενός. Του άρεσε το φαγητό, αλλά δεν τον πολυένοιαζε η ποιότητα. Επίσης αποζητούσε την παρέα, το κουτσομπολιό, αλλά δεν τα κυνηγούσε, εκτός ίσως από το τελευταίο. Το κουτσομπολιό είναι ο μόνος τρόπος να ζεις την ζωή της κάθε μέρας μέσα από τους άλλους, συμμεριζόμενος τις χαρές και τις λύπες, χωρίς να τις αντιμετωπίζεις. Αψύς και συμπονετικός, αθυρόστομος και με σεβασμό στις αρχές και τις παραδόσεις, μοναχικός και μόνος. Ήταν μια ζωντανή αντίθεση, ένα πρίσμα που έφεγγε στο φως ανάλογα με το πως το κοιτούσες. Αν σε συμπαθούσε από την αρχή όλα ήταν καλά, αν όχι μαύρο φίδι που σε έφαγε. Αγύριστο κεφάλι, πεισματάρης αλλά και δίκαιος, ακόμη και με αυτούς που αντιπαθούσε. Τα προτερήματα ήταν και τα ελαττώματα του.
Ζούσε σαν ερημίτης μέσα στον κόσμο. Καταπιάνονταν με όλα, ήξερε από όλα, μάθαινε από όλους, τους ήξερε και τον ήξεραν όλοι, αλλά δεν αποζητούσε την δημοσιότητα. Όλα όσα ήθελε ήταν η φιλοφρόνηση, κάποιον να του πει μπράβο, να του χτυπήσει την πλάτη επιδοκιμαστικά. Ήταν πιστό σκυλί, φύλακας σωστός, ηθικά ακέραιος, δεν θα έπαιρνε ούτε ψίχουλο για εκείνον, αλλά ήταν σε θέση να κάνει τα στραβά μάτια για αυτούς που συμπαθούσε. Παρά ταύτα δεν ξεχνούσε και σε κάποιο μεγάλο ατόπημα τους θα τους μνημόνευε και τα μικρότερα. Θυμόταν τα πάντα, αν και η ηλικία τον είχε φθείρει κάπως και είχε τονίσει τις ακμές του χαρακτήρα του. Πονούσε το ψωμί που έτρωγε και ήταν περισσότερο από τυπικός και φιλότιμος στην δουλειά του.
Αυτό που τον γοήτευε όμως, ήταν η εξουσία. Η σιωπηλή ήταν και η καλύτερη. Αυτή που στην παραχωρούν όπως το αφεντικό το κόκαλο στον σκύλο. Αυτός πάει και το θάβει για μελλοντική χρήση. Αν τυχόν και ξεχάσει το μέρος λυσσομανάει και γαβγίζει προς κάθε κατεύθυνση. Όταν έρχεται κάποιο καινούργιο κουτάβι, μαζεύεται έτοιμος να αμυνθεί. Το ζυγιάζει , γρυλίζει, μετράει τις δυνάμεις του και του αντίπαλου, περιφρουρεί την περιοχή του, καθιστά σαφή τα δικαιώματα του. Στην αρχή χρησιμοποιεί την τεχνική του καρότου και του μπαστουνιού, μια τον παραινεί για καλύτερα και μια τον αποπαίρνει. Αν νιώσει ότι απειλείται γαβγίζει όσο πιο δυνατά μπορεί. Συσπειρώνει τους οπαδούς, προσπαθεί να προϊδεάσει τους ουδέτερους, σφραγίζει τα στεγανά της εξουσίας του. Η πιο δυνατή φωνή, η πιο γοερή κραυγή, το πιο ανατριχιαστικό ουρλιαχτό, η πιο πεσιμιστική άποψη, η έσχατη καταστροφολογία, όλα τα βέλη βρίσκονται μέσα στην φαρέτρα και χρησιμοποιούνται ανά περίσταση, για εκφοβισμό, για συσπείρωση, για την αναμονή του προφήτη, του ελεήμονα, του φιλεύσπλαχνου, του σωτήρα.
Αν η εξουσία είναι το αγαπημένο ναρκωτικό των πολιτικών, πολύς κόσμος την καπνίζει μανιωδώς όπως το τσιγάρο. Ο χωρισμός σε στρατόπεδα, παρατάξεις, κόμματα ατόμων που μέσα σε μια εργασία δεν μπορούν να διεκδικήσουν τίποτε, παρά μόνον την αποκλειστικότητα των επιχειρημάτων τους. Τα κουταβάκια που καρτερικά έχουν προσχωρήσει στην ημέτερα πλευρά γαβγίζουν και αυτά σιγοντάροντας το μεγάλο τσοπανόσκυλο, αλλά είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμα να περάσουν στην άλλη όχθη. Η επιβίωση είναι σκληρή και οι νικητές γεύονται τους γλυκούς καρπούς της άτυπης νίκης τους, δηλαδή την υπακοή στον υπέρτατο αφέντη, τον μόνο άνθρωπο σε αυτή την φάρμα των ζωών, και τα κοκάλα που αυτός τους πετά για ανταμοιβή. Για τα στραβά φταίνε οι απ' έξω και για τα καλά οι από μέσα. Είναι δυσκολονόητο πως τόσα ζωάκια συμβιώνουν σε τόσο λίγο χώρο, προσπαθώντας να χωρίσουν και τον αέρα που αναπνέουν. Ευτυχώς η θεωρία του Δαρβίνου έχει προβλέψει την φυσική επιλογή. Έτσι οι φατρίες έχουν τα αντισώματα τους που μεταδίδονται από μέλος σε μέλος της, τα πιο αδύναμα και συνήθως μοναχικά ζωάκια αποβάλλονται από την φάρμα. Τα μικρά τους γαλουχούνται από νεαρή ηλικία στον τρόπο ζωής της και συνήθως επιβιώνουν. Γίνεται επιλεκτική πρόσμιξη ξένων σωμάτων από τον άνθρωπο για να διατηρούνται τα είδη ακμαία.
Μια μέρα ήρθε ένα σκυλάκι στη φάρμα, δεν ήταν από τις γνωστές στο τσοπανόσκυλο ράτσες. Υπήρχαν φήμες ότι αυτό προοριζόταν για νέος φύλακας. Η εξουσία βρισκόταν σε κίνδυνο και όλη η φατρία μουρμούριζε ποιον να ακολουθήσει, πως θα αντιδράσει το τσοπανόσκυλο, ποιος θα υπερισχύσει. Το νέο τσοπανόσκυλο ήταν λίγο μεγαλύτερο από κουτάβι, σαφώς πιο μικροκαμωμένο από το παλιότερο. Σήκωσε ερωτηματικά με την εμφάνιση του. Αποδείχτηκε διστακτικό και ντροπαλό στην αρχή. Το αφεντικό του έκανε υπομονή. Το παλιό τσοπανόσκυλο γάβγιζε και γυρόφερνε στην φωλιά του, παραπονιόταν στο αφεντικό του, έτρεχε να πιάσει τα κοκάλα πρώτο από όλους, κάτι που καιρό τώρα δεν έκανε, καθότι όλοι περίμεναν να πάρει την μερίδα του και μετά έτρωγαν. Ο ιδιοκτήτης έχασε την υπομονή του με το νέο σκυλί, που συνέχισε ντροπαλό και σαστισμένο από τα καθήκοντα του. Έδωσε την πλήρη εξουσία πίσω στο παλιό πιστό σύντροφο του, αν και στην πραγματικότητα ποτέ δεν είχε μεταβιβάσει τίποτε. Πήρε ένα μικρό ρόλο το νέο σκυλί, να προσέχει την αποθήκη της φάρμας, αν και διατήρησε τον τίτλο του, ξεδοντιασμένο όμως, δεν είχε τρόπο να πείσει κανένα. Τα άλλα ζώα συνηθισμένα να είναι επιφυλακτικά κρατούσαν αποστάσεις αλλά ήταν και ήσυχα που δεν άλλαξε τίποτε στις συνήθειες τους.
Κάποιες φορές προσπάθησε να κερδίσει κάποιο κόκαλο, αλλά το αφεντικό του το είχε ξεγράψει από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους και το χειριζόταν άλλοτε με περιφρόνηση και άλλοτε με υπομονή, απλώς για να ελαφρύνει κάποιες δουλειές από το γέρικο του τσοπανόσκυλο. Αυτό λυπημένο κουλουριαζόταν έξω από την αποθήκη του και είχε ένα βλέμμα απορριμμένο. Είχε έρθει με μεγάλα όνειρα και δεν τα είχε καταφέρει. Ήξερε όμως ότι ο ρόλος δεν ήταν κομμένος στα μέτρα του, παρόλα αυτά δεν έχανε την αισιοδοξία του και έκανε υπομονή να αλλάξει κάτι. Δύσκολα πράγματα αυτά, πως μπορείς να υπερκαλύψεις την διάφορα ανάμεσα στο εφικτό και στο επιθυμητό όταν ένα από τα προβλήματα είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Το γέρικο σκυλί δεν μπορούσε να θριαθμολογησει από την άλλη, γιατί έβλεπε την κλονισμένη εμπιστοσύνη του αφεντικού του σε αυτό. Συνέχισε το γαύγισμα σε κάθε ευκαιρία. Όλα του έφταιγαν. Προσπαθούσε να εδραιώσει μια εξουσία που δεν είχε χάσει ποτέ με σκοπό να ξαναφτιάξει μια σχέση που μύριζε ημερομηνία λήξεως. Ο άνθρωπος του δεν το χάιδευε και αυτό έψαχνε ευκαιρία για να του υπενθυμίζει την παρουσία του, αλλά τίποτε. Ήθελε να φύγει μακριά, στην φάρμα όπου γεννήθηκε και κάπου κάπου επισκέπτονταν.
Έτεινε να εξιδανικεύει μια κατάσταση για να ξεφύγει από μια άλλη. Παρόλα αυτά δεν είχε την διάθεση να το κάνει, και αυτό τον σιγοετρωγε. Ήταν φανερό ότι αν όλα ήταν ιδανικά στην γενέτειρα γη θα είχε φύγει ήδη. Από την άλλη αυτός ήταν ένα παραδοσιακό πιστό τσοπανόσκυλο. Δεν ήθελε να αμαυρώσει την ράτσα του τώρα στο τέλος. Εξάλλου το αγαπούσε το αφεντικό του, όσο και αν γάβγιζε. Δυσκολεύονταν να αποφασίσει. Ήταν πεισματάρης και όταν το αφεντικό του τον αποπήρε αποφάσισε να φύγει οριστικά. Έδωσε διορία και για να μην τον κακολογήσουν αποφάσισε να δασκαλέψει το νεαρό σκυλάκι. Εκείνο δυστυχώς δεν ήταν πλασμένο για τον ρόλο και έτσι το γεροντότερο του φερόταν μια σκληρά και μια με το μαλακό, πετώντας του όλες τις ευθύνες κρατώντας, όμως, τα μάτια του ανοικτά αν πάει κάτι στραβά. Τα αλλά σκυλιά βίωναν αυτήν την αβεβαιότητα σε εγρήγορση, έτοιμα να ανέβουν στο άρμα του νέου ηγέτη. Συνηθισμένα να γυρίζουν γύρω από το γέρο τώρα διπλασίασαν την προσπάθεια τους και γύριζαν γύρω και από τους δυο. Η ουσία ήταν όμως ότι την νομή της εξουσία την έχει οποίος έχει και τα κοκάλα. Αυτός έβαζε τα ζώα σε αυτήν την κατάσταση και αυτός τα είχε δέσει σε αυτό το γαϊτανάκι. Διέρρεε και βασίλευε, ζεστό και κρύο, υπεύθυνος και ανεύθυνος. Η μία αντίθεση δίπλα στην άλλη. Η ψυχολογία σαν καρό σημαία. Όλοι είναι στην εκκίνηση, ένας πρώτος στον τερματισμό. Αφέτης και νικητής στο ίδιο πρόσωπο, το υπέρτατο αφεντικό ο άνθρωπος. Αυτός που διοργάνωσε την κούρσα κέρδισε και το βραβείο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου