Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

Η διαδρομή της ζωής…

Το πρωινό ήταν υπέροχο. Είχα ξυπνήσει ευδιάθετος. Κοίταζα την γάμπα της γυναίκας μου που ξεπρόβαλλε μέσα από τα σεντόνια. Έπρεπε να πάω στο γραφείο. Ήμουν στην κορυφή της εβδομάδας, καθότι Τετάρτη. Από το απόγευμα θα άρχιζε η προσμονή του Σαββατοκύριακου. Την Παρασκευή πλέον, θα την περνούσα σαν σε όραμα. Με την σκέψη θα είχα διατρέξει κάθε άλλο διήμερο διακοπών. Η σύζυγος μου μετακινήθηκε και αποκάλυψε ακόμη ένα μέρος του σώματος της, απόκρυφο ελπίζω σε άλλους. Έσκυψα, την φίλησα εκεί κοντά, όπως ήταν μπρούμυτα και κατευθύνθηκα σιγά σιγά στην αγκαλιά της. Συγχρόνως εκείνη με περίσσια χάρης γύριζε ανάσκελα. Το φιλάρεσκο χαμόγελο της για το πρωινό ξύπνημα ήταν προτροπή για επανάληψη του προηγούμενου εγχειρήματος μου, αλλά θέλοντας να την επαναφέρω στην τάξη την ανασήκωσα γλυκά γλυκά, χάιδεψα προς τα πίσω τα μαλλιά και της έδειξα όσο πιο επιδεικτικά μπορούσα το ρόλοι.
Συνέχισε να χαμογελά και αφού ανασκουμπώθηκε με προέτρεψε να σηκωθώ. Της γύρισα την πλάτη και κατευθύνθηκα προς την τουαλέτα. Αυτή με χτύπησε στα οπίσθια και με αφοπλιστική παιδικότητα άπλωσε το χέρι της για να την σηκώσω. Μόλις ορθοπόδησε μου έδωσε μια απαλή μπούνια στο στομάχι. Συνεχίσαμε και οι δυο προς την τουαλέτα ποτέ αργά και ποτέ επιταχύνοντας, ελέγχοντας ο ένας τα βήματα του αλλού. Χρησιμοποιώντας τον πλεονάζοντα σωματικό μου όγκο την εκτόπισα από την πορεία της. Καθ’ όλο τον χρόνο που μας χώριζε μια πόρτα, η τελευταία δεχόταν στην αρχή χτυπήματα διαμαρτυρίας και έπειτα το ρυθμό από ένα τραγούδι της μόδας. Σεβάστηκα την ανάγκη της πολύ περισσότερο από εκείνη, βρίσκοντας την ευκαιρία να ντυθώ. Όσο ετοιμαζόταν βγήκα στο μπαλκόνι. Ο ουρανός είχε ένα υπέροχο γαλάζιο. Δυο τρία σύννεφα δημιουργούσαν ευχάριστη αντίθεση με το άσπρο τους. Η κάτω μεριά τους έμοιαζε ακόμη βουτηγμένη στην ανατολή με το απαλό της ροδαλό χρώμα. Τα δένδρα του δρόμου ήταν καταπράσινα. Ο κόσμος έμοιαζε να ξυπνά σε δόσεις. Ένα αυτοκίνητο περνούσε νωχελικά από την ακινησία στην κίνηση.
Τελείωσε και με χτύπησε ευγενικά στην πλάτη. Μου έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι προτρέποντας με να κατευθυνθούμε προς την πόρτα. Στο ανσασερ έβαζε το κραγιόν, καθότι το είχε ξεχάσει. Έκανα να την φιλήσω και με έσπρωξε. Της έκλεισα το μάτι και εκείνη αναλαμβάνοντας τον ρόλο του απαγορευμένου καρπού μου έδειξε την ανοιχτή της παλάμη. Πήραμε το αυτοκίνητο και αναμειχθήκαμε στην κίνηση. Βγήκαμε έξω από την πόλη προς την κατεύθυνση της εργασίας της. Η φούστα είχε ένα σκίσιμο στο πλάι. Πρόσεξε ότι το κοίταζα και κάθισε σταυροπόδι. Δεν ξανακοίταξα προς τα εκεί, αλλά πρόσεχα με την άκρη του ματιού τις αντιδράσεις της. Το ήξερε και αποκάλυψε περισσότερα. Έβγαλα το κινητό από την θήκη του και πήρα τηλέφωνο στην δουλειά. Δικαιολογήθηκα ότι θα απουσίαζα σήμερα, καθότι άρρωστος και πως ακριβώς εκείνη την στιγμή πήγαινα στον γιατρό. Πριν προλάβω καλά καλά να κλείσω την γραμμή, πήρε το κινητό και αντέγραψε ακριβώς την προηγούμενη σκηνή με πρωταγωνίστρια την ίδια.
Η διαδρομή που ακολουθούσαμε μας οδήγησε προς ένα βουνό. Έβαλα μουσική στο στερεοφωνικό και χάζευα τον κόσμο που πήγαινε εμφανώς στην εργασία του. Την κοίταξα και ένιωσα την συνένοχη στα μάτια της. Χαμογέλασε και μου χάιδεψε το γόνατο. Έπειτα από λίγη ώρα εγκαταλείψαμε την εθνική οδό και αναρριχηθήκαμε στο βουνό. Σκαρφαλώνοντας ο δρόμος ανοίξαμε τα παράθυρα. Οι μυρωδιές της φύσης πλημμύρισαν το εσωτερικό του αυτοκίνητου. Οι αισθήσεις μου δεχόταν την ευγενική επίθεση τους και με αντάμειβαν για αυτήν την ειρηνική εισβολή με ένα απέραντο συναίσθημα αγαλλίασης. Ο δρόμος περνούσε μέσα από χώρια με ανθρώπους που ζούσαν σε άλλους ρυθμούς από αυτούς που μερικές ώρες νωρίτερα είχαμε εγκαταλείψει. Όσο μεγάλωνε το υψόμετρο τόσο βελτιωνόταν η διάθεση μας. Το δέσιμο της θάλασσας με το βουνό είναι η ανταμοιβή του σκασιαρχείου μας. Οι στροφές διαδεχόταν η μια την άλλη και άρχισαν να απορροφούν όλη την προσοχή μου, καθότι στένευαν και τα όρια του δρόμου. Η κίνηση ήταν ελάχιστη. Άρχισα να σημαδεύω τις κορυφές των στροφών, φρενάροντας λίγο πριν και στρίβοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ανιχνευτικά στην αρχή και όλο και γρηγορότερα στην συνεχεία. Η μυρωδιά του δρόμου σε τέλειο χαρμάνι με αυτήν της βλάστησης έφτανε στα αισθητήρια όργανα μου και με παρότρυνε να συνεχίσω. Σε ένα μου λάθος τις συνάντησε η μυρωδιά από τα τακάκια, το στρίγκλισμα του ελαστικού, η απόρροια της γυναίκας μου και το παιδικότερο χαμόγελο μου εδώ και πολύ καιρό. Σαν το παιδάκι που η μαμά του το έπιασε με το χέρι μέσα στην απαγορευμένη μαρμελάδα, την κοίταξα απολογητικά και επιτάχυνα θριαμβευτικά για την επόμενη στροφή. Συνεχείς καμπές, φουρκέτες, μικρή ευθεία, ανηφορική δεξιά, ο δρόμος ελίσσεται μπροστά αλλά έχεις ορατότητα να ισιώσεις μια δυο στροφές, ακούς την ανάρτηση να παλεύει με τις κακοτεχνίες του δρόμου, ο αέρας με χτυπά στο πρόσωπο, σφίγγω το τιμόνι, αφήνω λίγο το γκάζι, έχουμε περάσει από την άλλη μεριά πλέον του βουνού.
Ένας μικρός κάμπος ξεδιπλώνεται μπροστά μας και στο βάθος η θάλασσα. Η πορεία μοιάζει να εξελίσσεται όπως πριν, αλλάζοντας απλώς την κλίση σε κατηφόρα. Λιγότερο γκάζι και περισσότερο φρένο για να θαυμάσουμε ότι απλόχερα μας προσφέρθηκε. Μικραίνουν οι κλίσεις και με κόπο αντιστέκομαι να μην κάνω ανάστροφη και επαναλάβω αμέσως ότι μόλις έζησα. Συνεχίζουμε σε δρόμο με μεγάλες ευθείες και δολοφονικές στροφές να τις ενώνουν. Σίγουρα οι λαμαριναδες πρέπει να έχουν σχεδιάσει ορισμένες από τις καμπές του οδικού μας δικτύου. Στρίβω αριστερά προς τον κάμπο αποφεύγοντας οποιαδήποτε επαφή με πόλεις. Χαράζουμε πορεία προς την θάλασσα την οποία συναντάμε σε ελάχιστο χρόνο. Η αλμυρά στον αέρα μας καλωσόρισε πρώτη. Κινούμασταν παράλληλα με τις ακτές, θαυμάζοντας το σφιχταγκάλιασμα της ξηράς με την θάλασσα. Τον ειρηνικό τους εναγκαλισμό στην πεδιάδα διαδέχτηκε ο παφλασμός των κυμάτων πάνω στις απότομες πλάγιες του βουνού, που τώρα μας φιλοξενούσε στους δρόμους του. Το φως διαχεόταν ακόμη με κάποια κλίση και μας έκρυβε τις λεπτομέρειες από τις δίπλες της ξηράς. Ο ήλιος χρύσιζε την επιφάνεια της θάλασσας και είχε μετατρέψει σε μια μαύρη ορεινή φιγούρα την απέναντι στεριά. Μυρωδιά από ρίγανη και θυμάρι με τύλιξε, βοηθώντας αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας να αναδυθούν. Οι σκέψεις εναλλάσσονταν γρηγορότερα από τις αλλαγές πορείας του δρόμου. Οι μικρές ευθείες με τις κλειστές τυφλές στροφές είχαν δώσει την θέση τους σε μεγάλες καμπές. Το γκάζι στο πάτωμα και η ευτυχία από τις πλάγιες επιταχύνσεις και το τρεμόπαιγμα του γκαζιού πριν την είσοδο των στροφών. Είχα βρει το ρυθμό μου ξανά. Φρέναρα ελάχιστα. Έπαιζα μόνο γκάζι τιμόνι. Ο θόρυβος κύλισης, το μουγκρητό του κινητήρα και οι ήχοι του αέρα γύρω από τις εμπρόσθιες κολόνες του αυτοκίνητου ήταν η μουσική μου συνοδεία.
Σταμάτησα για βενζίνη και κοίταζα με το αυτοκίνητο μου με την τρυφερότητα που ένας αναβατής παρακολουθεί το άλογο του. Ξεκίνησα πάλι. Ο καθένας προσπαθεί να κάνει την ευτυχία να διαρκέσει όσο γίνεται περισσότερο. Ο δρόμος είχε άλλες επιθυμίες από τις δικές μου. Μας απομάκρυνε από την θάλασσα. Στρίψαμε στο επόμενο σταυροδρόμι προς την κατεύθυνση της. Έτρεχα όσο πιο πολύ μπορούσα να ξανασυναντήσω την αγαπημένη μου. Η ματιά μου ταξίδεψε προς την γυναίκα μου η οποία ανταπέδωσε το όψιμο ενδιαφέρον μου με ένα εναέριο ασπασμό. Η ευδαιμονία μου ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο μου. Πίστευα ότι θα χρειαζόταν πλαστική εγχείρηση για να αποκαταστήσω το πλάτος του χαμόγελου μου. Ο δρόμος ξανανηφόρισε και μας χάρισε άλλη μια φορά το πρόσωπο της θάλασσας που φιλούσε ευλαβικά τα βράχια. Γκρίζοι όγκοι που διακοπτόταν από την άσφαλτο και συνέχιζαν μέχρι να σβήσουν μέσα στην υγρή της αγκαλιά. Αυτή κατά διαστήματα τραβιόταν λίγο και μας φανέρωνε μέρη του βράχου που είχε κατάπιει. Έπειτα τα σκέπαζε και πάλι. Ξανά και ξανά.
Δείχνοντας μας καταφανώς την μικρότητα της ύπαρξης μας με το αέναο λίκνισμα της, τον αιώνιο χορό της με τον βράχο, περιγελώντας μαζί του τα δικά μας έργα. Το αυτοκίνητο, τον δρόμο και δίνοντας μας μια διάσταση του χρόνου που μας αντιπροσωπεύει. Έσκυψε στο αυτί και μου είπε: «Είσαι εδώ αυτή την στιγμή και ζεις για αυτή την στιγμή». Με πίκρανε το καυστικό τους σχόλιο και γύρισα την προσοχή μου στο δρόμο. Έμεινα με τα πράγματα που κατανοούσα γιατί τα επινοούσα. Αλλάζων μέσα στο πεπερασμένο της ύπαρξης μου απέκλεισα για λίγο αυτά που με ξεπερνούσαν. Επιτάχυνα, φρέναρα, έστριβα, έλεγχα. Ξανασκέφθηκα τα λόγια της μόλις ανέκτησα το κουράγιο μου. Ρούφηξαν την έπαρση μου και την σκόρπισαν μεσοπέλαγα με το παιχνίδι τους. Με απέδωσαν στον εαυτό μου εξαγνισμένο και στην διάσταση του.
Η ευτυχία μου θα κρατούσε αυτή την στιγμή και θα την ζούσα όσο πιο έντονα μπορούσα. Ήξερα ότι την αμέσως επόμενη δεν θα υπήρχε. Όχι ότι αναγκαστικά θα δυστυχούσα. Είναι ένα ταξίδι που πηγαίνεις από το ένα λιμάνι στο άλλο. Στο ενδιάμεσο το ταξίδι μοιάζει ρουτινιάρικο. Το διακόπτει καμία τρικυμία. Αργά ή γρήγορα ξαναπιάνεις λιμάνι. Κάθε φορά και διαφορετικό. Γύρισα και κοίταξα ένα από τα λιμάνια που επισκέφθηκα και της είπα «Σε ευχαριστώ για το σημερινό. Να σταματήσουμε εδώ κοντά; Ξέρω μια πολύ ωραία παράλια.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου