Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Ο επαναστάτης της ζωής μου…

«Ποια είναι τα όνειρα σου;» με ρώτησε. «Βρήκες το λυχνάρι του Αλαντίν ή το ρίξαμε στην ψυχανάλυση;» αποκρίθηκα. Με περιπαιχτικό ύφος μου είπε «Ξαπλώστε στο δερμάτινο καναπέ. Θα καθίσω δίπλα σας στην πολυθρόνα.» και μου έδειξε τις καρέκλες, τις οποίες ήδη χρησιμοποιούσαμε. «Η περιέργεια σκοτώνει την γάτα. Είσαι σίγουρη ότι έχεις αρκετές ζωές, γιατί τα όνειρα μου μπορεί να σου δημιουργήσουν και άλλες απορίες.» δήλωσα με πρόδηλο ενδιαφέρον για την υγειά της. «Όλα στην ζωή εμπερικλείουν κάποιο ρίσκο. Είμαι έτοιμη να αναλάβω το μερίδιο μου.» είπε με καθησυχαστικό τρόπο. «Ο κατάλογος είναι μακρύς, μήπως προτιμάς να τον εκδώσω από την απλή απαγγελία;» διευκρίνισα, προσπαθώντας να ξεφύγω από την ανάκριση που πίστευα ότι θα ακολουθούσε. «Δεν βιάζομαι» είπε, «Ξεκινά.» παραινώντας με κινήσεις των χεριών την αφετηρία μου στο μαραθώνιο των επιθυμιών μου.
«Κατά αρχάς θα ήθελα να αλλάξουμε το ύφασμα του καναπέ…». Περίμενα την αντίδραση της. Το πρόσωπο της ήταν σαν γκριμάτσα χαρτοπαίκτη σε περίοδο εξαιρετικής ατυχίας. «Θα επιθυμούσα να περιοριστείς στις δικές σου επιθυμίες και να μην καπηλεύεσαι αυτές των άλλων. Ξαναπροσπάθησε». «Ονειρεύομαι ένα καλύτερο σπίτι, ένα μεγαλύτερο αυτοκίνητο, μια πιο παραγωγική δουλειά, ένα καλύτερο στερεοφωνικό… Πάνω κάτω αυτά, και εντελώς συγκρατημένα.» ήταν η πιο βαθυστόχαστη απάντηση που έδωσα εδώ και ένα χρόνο. Πριν από αυτή την διατυπωμένη επιθυμία η τελευταία μου σοβαρή πράξη ήταν ότι είχα ζητήσει το χέρι της. «Με απογοητεύεις. Περίμενα κάτι λιγότερο πεζό από εσένα. Ένα όραμα, αν όχι πανανθρώπινο, έστω ανθρώπινο.» Άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τον ωμό μου, σαν το χάδι που δίνουν οι πολιτικοί, όταν επισκέπτονται με τηλεοπτικές κάμερες στα νοσοκομεία, στους άρρωστους.
«Δεν είμαι παρά ένας ακόμη μεσοαστός.» απολογήθηκα, «Μην περιμένεις από εμένα να ξεφύγω από τη θέση μου. Χρόνια τώρα γαλουχήθηκα στην κατανάλωση. Είμαι πεζός, ρηχός και καθησυχασμένος. Επανάσταση κάνουν τώρα οι μπλε και πράσινοι κόκκοι, τα σαμπουάν δύο σε ένα. Εγώ απλώς αγοράζω την επανάσταση και την φέρνω σπίτι.» και κοιτάζοντας την στα μάτια «Αγάπη μου μέχρι τα εικοσιτέσσερα, εικοσιπέντε όλοι είναι επαναστάτες, μετά απλώς δεν είναι εικοσικάτι.» «Δηλαδή δεν έχεις κανένα όραμα για τον κόσμο μας;» ρώτησε. «Αν είναι να επαναδιατυπώσω το μήνυμα αγάπης του Παντελεήμονος Θεού σαν προφήτης του, προτιμώ να το παίξω θεός, είναι πιο δύσκολο, αλλά και πιο επικερδές. Σε λιγότερο γραφικό επίπεδο, πιστεύω ότι οι επιστημονικές εξελίξεις που αποφέρουν τεράστιες ενεργειακές επαναστάσεις προμηνύουν και τις αντίστοιχες κοινωνικές. Συνεπώς ο επιστήμονας είναι μεγαλύτερη ανατρεπτική δύναμη από τον αναρχικό που ονειρεύεσαι.»
«Η δική μου εναντίωση είναι στο ιδεολογικό κενό που υπάρχει αυτή την στιγμή, στην υπερκατανάλωση, στην παγκοσμιοποίηση, στους υποκινούμενους πόλεμους. Σε αυτά που γίνονται για εμένα χωρίς εμένα… Αυτά μόνο αυτοί που αποκάλεσες αναρχικούς τα πολεμούν.» αντιπρότεινε. «Η επανάσταση σου μου φαίνεται ιλουστρασιόν, αν όχι και ιμιτασιόν. Είναι ξένη και επιβαλλόμενη από τα πρότυπα τους.» εναντιώθηκα. Διακόπτοντας με εκείνη πήρε το λόγο αγανακτισμένη «Δηλαδή τι εννοείς; Δεν χρειάζεται ξεσηκωμός εδώ;» «Βεβαίως. Η αντίθεση μου έγκειται στο εξής. Τα προβλήματα ξεκινούν από την βιομηχανική παραγωγή, την διανομή της και την εκμετάλλευση της. Σε εμάς ο δυτικός τρόπος ζωής έχει παρισφυσει από την τηλεόραση. Με συνέπεια να δεχόμαστε τα πιο εύπεπτα στερεότυπα τους. Εκεί υπάρχει παραγωγή εκτός από κατανάλωση. Εδώ μόνο η τελευταία. Πρώτα θα ήθελα να επαναστατήσουμε έναντι όσων μας επέβαλλαν έναν ξένο τρόπο ζωής, χωρίς να μας δώσουν την δυνατότητα να χαρούμε τα καλά του.»
«Έπειτα έχω ακόμη μια επιφύλαξη. Όλη η κατάσταση με τις διαδηλώσεις μοιάζει σαν την ανάγκη του συστήματος για αυτοέλεγχο του, σαν το άλλοθι του, για αυτό και την προβάλει το ίδιο το σύστημα. Η δική μου επανάσταση είναι η Λυσιστρατη και ο Προμηθέας. Όλοι φοράμε μοκασινια, τρώμε πίτσα ή κινεζικό. Αγοράζουμε αυτοκίνητα. Η παγκοσμιοποίηση ήταν εδώ από την στιγμή που φτιάχτηκε το τηλέφωνο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Τώρα με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές είναι απλώς πιο εύκολο.» Ακολούθησε μια μικρή παύση.
«Αν θέλεις να κανείς μια μεγάλη επανάσταση, ξεκίνησε με πολλές μικρές. Σαν τα μυρμηγκιά που μαζεύονται πολλά μαζί για να μετακινήσουν ένα μεγάλο καρπό. Να είσαι δύσπιστη. Να κρίνεις τις ειδήσεις σαν ακόμη ένα τηλεοπτικό προϊόν. Να ψηφίζεις αυτόν που νομίζεις καλύτερο και όχι αυτόν που πιστεύεις βολικότερο. Να μην ακούς τον ραδιοφωνικό σταθμό του δείνα που έχει την δισκογραφική εταιρεία τάδε και προβάλλει τον τραγουδιστή που ο ίδιος προωθεί και από τα τηλεοπτικά του κανάλια, καθώς και από σύσσωμο τον τύπο που έχει στην ιδιοκτησία του. Αυτός δεν είναι παγκοσμιοποίηση, είναι τοπική ομογενοποίηση. Αν δεν αντισταθείς σε αυτόν πως θα τα καταφέρεις με τους άλλους;» μονολόγησα χωρίς να περιμένω απάντηση, «Ο μόνος τρόπος είναι να τους χτυπήσεις εκεί που πονάνε. Μην καταναλώνεις τα προϊόντα τους.»
«Δηλαδή τώρα που θέλω να πάμε στο σουπερμαρκετ τι θα αγοράσω;» με ρώτησε. «Μαύρο σαπούνι, ζυμωτό ψωμί, φασολιά από βιοκαλλιεργιες, ψάρια ανοιχτής θαλάσσης, χειροποίητα τραπεζομάντιλα, χαρτί ανακυκλώσιμο από βιομηχανία του τόπου μας, κρέατα, τυριά, λαχανικά ντόπια χωρίς φάρμακα. Να μην ξεχάσουμε να πάρουμε και το αναψυκτικό που σου αρέσει. Βυσσινάδα.» απάντησα και κλείσαμε την ιταλική πόρτα μας, μπήκαμε στο επίσης ιταλικό ανελκυστήρα μας, πήραμε το γαλλικό αυτοκίνητο μας και πήγαμε στο ελληνογαλλικο σουπερμαρκετ να καταναλώσουμε όσα οι μισητές πολυεθνικές μας προσέφεραν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου