Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Μετέωρος


Από το πρωί είχε μείνει ένα στεφάνι γύρω από εκεί που άφηνε το ποτήρι. Είχε ρίξει ένα αναβραζων μέσα του και  η άσπρη σκόνη έκανε τώρα αντίθεση πάνω στο σκούρο καφέ έπιπλο. Στη συνεχεία πήρε άλλα πιο δυνατά χάπια. Ένιωθε το κρανίο του να πάλλεται. Δεν είχε τη δύναμη να το σκουπίσει, δεν είχε το ενδιαφέρον να το φροντίσει. Έπρεπε να δουλέψει, μα δε μπορούσε. Ο υπολογιστής  του έφερνε ναυτία. Στη δουλειά κανείς δεν γνώριζε, τουλάχιστον δεν είχε πει τίποτε σε κανένα. Οπότε χρειαζόταν να λείψει έπαιρνε αδεία. Όταν τον έβλεπαν να επιστρέφει κόκκινος σαν σεπτεμβριάτικη ντομάτα, δικαιολογούταν ότι έκανε μα ορμονική θεραπεία για μια μικρή αρρυθμία που του είχε προκύψει. Άτυπα του παραχώρησαν το δικαίωμα να φεύγει λίγο νωρίτερα εάν κάποιες μέρες δεν αισθανόταν καλά. Μόνο, που τώρα πια, δεν τον κρατούσαν τα πόδια του όλη την μέρα.
                Η θερμοκρασία του σώματος του άλλαζε από λεπτό σε λεπτό, μια κρύωνε, μια ίδρωνε. Ότι και εάν είχε μπει στο σώμα του άλλαζε τους διακόπτες κατά βούληση και κατά ριπές. Κάποιες μέρες σχεδόν τις περνούσε στην τουαλέτα βγάζοντας τα εσώψυχα του, καθότι το φαγητό δεν ήταν ποτέ πολύ, και άλλοτε έκανε μέρες να την επισκεφτεί.  Όσο αδυνάτιζε τόσο αυξανόταν οι υποψίες ότι το θέμα ήταν σοβαρό, άλλα κανείς δεν ρωτούσε ευθέως. Τελευταία του έκαναν ψεύτικα κομπλιμέντα για τη σωματική του ρώμη και εμφάνιση. Δεν ήθελε να πάει στο γραφείο με το σκούφο, εκείνο το μαύρο που φορούσε παλιά στα βουνά, εκείνο από την εποχή της κωπηλασίας. Τον σκούφο που του είχε αγοράσει η γυναίκα του. Τον έβγαζε τώρα και τον κρατούσε σφιχτά με το ένα του χέρι και με το άλλο χάιδευε το χνούδι. Τον έβαζε κρυφά κάτω από το μαξιλάρι της. Τον έβγαζε το πρωί και τον έχωνε στη τσέπη του. Κάθε φορά που λιγοψυχούσε τον μύριζε και έπαιρνε κουράγιο.
                Πήρε τηλέφωνο στο γιατρό του που του είχε δώσει αναρρωτική αδεία για κάποιες τελευταίες οδηγίες για τις επόμενες μέρες. Από εβδομάδα θα έπρεπε να ακολουθήσει νέα θεραπεία. Τα μαλλιά του θα χανόταν για κάποιο διάστημα. Ξανάβαλε το σκούφο στην τσέπη, αφού τον φίλησε, και κοίταξε τις φωτογραφίες των παιδιών του στην οθόνη του υπολογιστή. Θυμήθηκε τον πατέρα του με μανσέτες να κάθεται σε ένα αντίστοιχο γραφείο με στοίβες τα χαρτιά και τους φακέλους του και μια αριθμομηχανή μπροστά του. Ύστερα είδε ότι όλοι φορούσαν μανσέτες για να μην χαλάσουν τα σακάκια στους αγκώνες. Άλλα δεν είχαν όλοι αριθμομηχανή. Αμέσως ο μπαμπάς του φάνηκε σπουδαίος. Τώρα εάν είσαι σπουδαίος δεν έχεις τίποτε στο γραφείο σου. Μια κομψή δεσποινίς είναι υποχρεωμένη να πηγαινοέρχεται αναφέροντας σου τα σημαντικά… Τουλάχιστον αυτό κάνουν τα άτομα της ηλικίας του. Οι πιο νέοι είχαν τους υπολογιστές για προέκταση. Αυτός με το ζόρι τους άντεχε. Σιχαινόταν το ποντίκι και έτσι αναγκάστηκε να μάθει όλες τις συντόμευσης του πληκτρολογίου. Με αυτό το τρόπο κρατούσε τη ανάμνηση της γραφομηχανής ζωντανή. Δεν άντεχε τις αναβαθμίσεις λογισμικού που άλλαζαν αυτές τις συνήθειες και είχε ζητήσει από το τμήμα μηχανογράφησης να τον αφήσει στην ησυχία του. Πριν από μερικές μέρες είχε δει μια κόκκινη γραφομηχανή με μαύρα πλήκτρα σε βιτρίνα και είχε συγκινηθεί τόσο που δεν μπορούσε να σταματήσει. Η γυναίκα του φοβήθηκε ότι είχε καταρρεύσει ψυχολογικά από την αρρώστια.
Σηκώθηκε, πήγε στο γραφείο του διευθυντή, του έδωσε το χαρτί με την αναρρωτική και τον άφησε αποσβολωμένο στο  γραφείο του. Ένα λυπάμαι κρεμάστηκε στα χείλη του σαν αποτσίγαρο που θες να το φτύσεις, άλλα έχει ξεραθεί το στόμα σου και δεν τα καταφέρνεις. Οι υπόλοιποι καταλάβαιναν και κάποιος του έσφιξε το χέρι, κάποιος του είπε καλή δύναμη, μια κοπέλα αναφώνησε «όχι εσείς». Κοντοστάθηκε, χαμογέλασε γλυκόπικρα και κλείνοντας την πόρτα είπε μέσα του «γιατί όχι εμείς»; Ποιος μαντεύει το επόμενο χαρτί στη τράπουλα; Που να ήξερε ότι θα έπαιρνε φαντή μπαστούνι και θα καιγόταν από δώδεκα; Έφυγε και κανείς δεν ζήτησε να τους ενημερώσει για τυχόν εκκρεμότητες. Έκλεισε η πόρτα και ένιωσε ότι ήταν παρελθόν πριν καν την ανοίξει. Ίσως για αυτό επιλέχτηκε από την ασθένεια… Ήταν το γρανάζι που έχανε την μάχη με την παραγωγικότητα, σαν τη χώρα του. Κοίταξε το καρτελάκια διπλά από τα κουμπιά του ανελκυστήρα με τα ονόματα των εταιρειών και των γραφείων. Ψυχίατροι και γραφεία κηδειών είναι σχεδόν πάντα ισόγεια. Μπροστά του περνούσε η πόρτα του μεσοπατώματος. Αυτή που δεν άνοιγε ποτέ, σε αυτή που δε σταματούσε κανείς πάρα μόνο εάν είχε πάθει βλάβη το ασανσέρ. Πάτησε το στοπ και κοιτούσε τα σημάδια στο τοίχο. Αυτά που συνήθως προσπερνάς γιατί ακόμη δεν έχεις περιέλθει στην αμηχανία του εγκλεισμού στο κυτίο. Κοίταξε γύρω του κάνοντας μια μικρή περιστροφή. Πάτησε το ισόγειο ξανά.
Πήρε ταξί, που ευτυχώς περνούσε από εκεί πάνω στην ώρα. Του ζήτησε να τον πάει σπίτι, αφού πρώτα περάσει από το κέντρο της πόλης, έτσι χωρίς σκοπό. Ο ταξιτζής τον ρώτησε εάν μπορεί να πάρει δεύτερο επιβάτη κάποια στιγμή και αυτός έβγαλε ένα χαρτονόμισμα των πενήντα ευρώ του το έδωσε και είπε όχι. Ευχαρίστησε και μπήκε στο σπίτι. Ένιωθε καλυτέρα, σαν να του είχε φύγει ένα βάρος. Προσπάθησε να ανεβεί με τις σκάλες. Στον πρώτο όροφο εγκατέλειψε την προσπάθεια. Κάλεσε τον ανελκυστήρα. Ευχήθηκε να μην περνούσε κάποιος γείτονας και τον έβλεπε να παίρνει το ασανσέρ για έναν όροφο, να αναρωτιόταν τι έκανε στον πρώτο. Η γυναίκα του έλλειπε. Είχε λαϊκή κοντά. Πιθανόν να είχε πάει και στην αδελφή της. Έβαλε να ψήσει ένα καφέ και τελειώνοντας τον ακούμπησε στο τραπεζάκι στο σαλόνι. Πηρέ ένα βιβλίο, τράβηξε τις κουρτίνες για να έχει περισσότερο φως και αφού έβαλε τα γυαλιά του, πηρέ μια γουλιά, γύρισε και έριξε μια ματιά στο οπισθόφυλλο, το εσωτερικό του και ύστερα τα ίδια με το εξώφυλλο. Μύρισε το χαρτί και είδε την ημερομηνία αγοράς που πάντα σημείωνε η γυναίκα του στα βιβλία. Ήταν εντελώς αντιθέτως με τις σημειώσεις, τις τσακίσεις και άλλες δολιοφθορές όπως τις ονόμαζε σε συλλεκτικά αντικείμενα, όπως θεωρούσε τα βιβλία. Ήταν μια από τις παραχωρήσεις που της είχε κάνει. Η άλλη ήταν να κλείνουν τις κουρτίνες την μέρα να μην τους βλέπει η γειτονιά και τα παντζούρια το βράδυ να μην την ενοχλεί το φως. Εκείνη σταμάτησε να βλέπει τηλεόραση στη κρεβατοκάμαρα για να την πάρει ο ύπνος. Είχαν παντρευτεί με συνοικέσιο. Αυτός ήταν απορροφημένος σε αυτό που αργότερα ονόμασαν καριέρα, άλλα τότε ήταν απλώς η προσπάθεια να απομακρυνθείς όσο γινόταν περισσότερο από τη φτωχιά. Εκείνη ήταν από οικογένεια με πολλά αδέλφια. Έπρεπε να φύγει για να μην καταλήξει στα χωράφια. Ο γάμος έτυχε και έτυχε. Τώρα δεν θα μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του με άλλη. Άκουσε το κλειδί στη πόρτα. Τη βοήθησε με τις σακουλές. Πρέπει να είχε κλάψει, άρα από την αδελφή της γυρνούσε. Τι ρώτησε τι κάνει η Κουλά, συζήτησαν λίγο για τα καθημερινά, φαγητό, παιδιά και λογαριασμούς. Άλλα σχεδία δεν είχαν. Όλα έληγαν στο αύριο.
Μέρες αργότερα στο νοσοκομείο ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ανίκανος να γυρίσει και με τρομερή φαγούρα στη πλάτη παρακάλεσε τη νοσοκόμα να ανοίξει τη κουρτίνα, να δει το φως. Αυτός δεν περίμενε πρωινό γεύμα. Είχε περισσότερα σωληνάκια και καλώδια από τον Ρομποκοπ. Ξαφνιάστηκε που ξεπρόβαλε ο γιος του από την πόρτα. Τον ρώτησε τι μέρα είναι και όταν του είπε Σάββατο δεν απόρησε που αυτός είχε μείνει στην Πέμπτη. Ο χρόνος στην κατάσταση του περνά αργά, ένα βάσανο ανάμεσα σε χάπια, πόνο, επισκέψεις άβολες, γιατρούς και συγγενείς. Σερνόταν το γυμνό μυαλό του πάνω στο αγκάθια του προσωπικού του Γολγοθά, δεν μπορούσε να ελπίζει σε καλυτέρευση, δεν τολμούσε να ζητήσει το τέλος. Μετέωρος, άχρονος, ακίνητος. Το εκκρεμές του ρολογιού είχε πέσει σε τοίχο, είχε ραγίσει και κανείς δεν το είχε κουρδίσει ξανά. Έβλεπε τις σταγόνες στον όρο να πέφτουν, τον καθετήρα, τις πεταλούδες στα χέρια, την παροχέτευση στην άκρη του θώρακα. Ένα τεχνολογικό γλέντι ήταν η κατάντια της ζωής του. Ο γιος του πηρέ μια καρέκλα και κάθισε διπλά του. Τον ρώτησε εάν η μητέρα του ήξερε ότι είχε έρθει στο νοσοκομείο. Αυτός απάντησε ότι θα ερχόταν αργότερα με την αδελφή του. Ότι του έλεγαν τώρα που περιμένει παιδί να είναι κοντά στη γυναίκα του και να μην ανησυχεί.
Τον μάλωσε στοργικά και του είπε ότι η σύζυγος του είχε δίκιο, ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί. Έτσι και αλλιώς έχω ένα νοσοκομείο πάνω από το κεφάλι μου και μισό μέσα στις φλέβες μου. Τον έβαλε να του διαβάσει τους τίτλους από την εφημερίδα. Εκείνος δεν άρχισε ποτέ, τον ρώτησε μόνο εάν τον άλλαξαν, εάν πέρασαν οι γιατροί, εάν θέλει να σηκώσει το μαξιλάρι. Πήρε τον πατέρα του στην αγκαλιά, τον βοήθησε να κάτσει πιο ψηλά. Ήταν ένα κορμί ανάλαφρο από κιλά, άλλα δύσκαμπτο από έλλειψη δυνάμεως. Σαν να σηκώνεις ένα κορμό δέντρου που φαίνεται εύκολο φορτίο, άλλα σε κοψομεσιάζει. Έφτιαξε και το μαξιλάρι πίσω του, έβγαλε από την τσάντα στη ντουλάπα μερικές πετσέτες τις έβρεξε και τον έτριψε στην πλάτη. Κράτησε μια καθαρή για προσκέφαλο. Ξανακάθισε και απλώς κοίταζε τον πατέρα του. Εκείνος του είπε ότι έτσι τον κοιτούσε μικρός όταν είχε απόρροιες στα μαθήματα. Του έδειξε την εφημερίδα και τον ρώτησε ποιος λέει να αντέξει περισσότερο η κρίση ή εκείνος. Εσύ πατέρα είπε και του έπιασε το χέρι.
 Ήθελε να του χαϊδέψει το κεφάλι όπως παλιά και αφού δεν μπορούσε με το χέρι, το έκανε με το βλήμα λέγοντας του ότι η αλήθεια είναι ότι είχαμε μια σειρά γενεών που μόχθησε και βάφτηκε με αίμα για να υπάρχει η χώρα. Έπειτα από τον Β' ΠΠ ήρθε μια γενιά αυτοδημιούργητων και ύστερα ακολούθησε μια γενιά ανθρώπων που θέλησε να αποτινάξει αυτού του είδους τον μόχθο από πάνω της. Που τα ήθελε όλα εύκολα. Όχι για κακό, απλά για να μην τραβήξει όσα οι προηγούμενοι. Και σε αυτό βρήκε την ηθική συμπαράσταση γονέων και παππούδων. Δυστυχώς το πράγμα ξέφυγε και καταλήξαμε στην πνευματική πρωτίστως και στην σωματική δευτερευόντως οκνηρία. Οι πολιτικοί μας είναι παιδιά των αδυναμιών μας και όχι των δυνάμεων μας. Εκεί είναι το πρόβλημα. Στον καθένα. Στην προσωπική ευθύνη. Δεν μας έλειψαν τα σχεδία, δεν μας έλειψαν οι φιλοδοξίες. Αυτό που έλλειψε ήταν οι μέθοδοι, ήταν η επιμονή, ήταν ο μόχθος. Μπήκε μια νοσοκόμα, έφερε το θερμόμετρο, σημείωσε στην καρτέλα του. Είστε καλύτερα του είπε. Είσαι μια κούκλα της απάντησε. Εγώ λέω καλύτερα ψέματα από εσάς του ξανάπε εκείνη.
Μόλις έφυγε ο γιος του είπε ότι οι γιατροί θα περνούσαν σε καμία ώρα και μέχρι τότε θα είχε έρθει και η υπόλοιπη οικογένεια. Τον απέτρεψε να ασχολείται μετά της κρίσης. Του είπε να ασχολείται με την υγεία του και να κοιτάξει να αναρρώσει να γυρίσει σπίτι. Παιδί μου στόχος των γιατρών είναι να σταθεροποιηθώ, απάντησε. Έτσι είπαν στη μητέρα σου. Στην κατάσταση μου είπε τι αξία έχει η σταθεροποίηση; Κανείς δεν σου λέει ότι θα γίνω καλύτερα  οπότε το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι ότι θα γίνω χειρότερα. Πράγμα που με οδηγεί στο να αδιαφορώ για μένα. Όχι, όμως και αυτή η χώρα. Θα γίνει χειρότερα πριν ξαναγίνει καλύτερα  Αυτή τη στιγμή είμαστε σαν κάποιο που μετά το σεισμό σηκώνεται μέσα στα μπάζα. Για να βγει, να σωθεί, πάνω στα μπάζα στηρίζεται και το πιθανότερο είναι, αφού τα έχασε όλα, από μπάζα να φτιάξει το πρώτο του κατάλυμα. Κάποιοι θέλουν να πιάσουν μυστρί να κτίσουν το καινούργιο, κάποιοι κοιτούν και τινάζουν τα ρούχα τους και περιμένουν κάποιος να τους δώσει μια έτοιμη λύση. Ακόμη έχουμε τα παλιά υλικά στα χέρια μας. Τα σημερινά κόμματα είναι όλοι παλιά υλικά και μπάζα, ακόμη και τα νεοεκλεγέντα. Είναι το λυκόφως της παλιάς εποχής. Ποτέ θα βρεθεί το καινούργιο; Όταν αναλάβουμε τις ατομικές μας ευθύνες. Σε αυτό δεν είμαι αισιόδοξος.
Ακούστηκε ένα χτύπημα στη πόρτα και μετά μπήκε η μικρή του κόρη που τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Η γυναίκα του φιλούσε τον γιο τους γεμάτη έκπληξη που βρέθηκε εκεί τόσο νωρίς χωρίς να το ξέρει κανείς. Ύστερα αντάλλαξαν αγκαλιές. Ρώτησαν για το επερχόμενο μωρό, άλλα ούτε για τσάντα για νοσοκομείο ρώτησαν, ούτε για υπερήχους. Μόνο εκείνος πηρέ το λόγο και τους είπε ότι δεν είχε σκοπό να φύγει πριν βγει το πρώτο του εγγόνι. Ότι ήθελε να κοιμηθεί και να τα πουν αυτοί στον διάδρομο. Η κόρη του έκλεισε την κουρτίνα, όλοι μαζί τον κατέβασαν λίγο πιο χαμηλά. Θα περνούσε και ο γιατρός σε λίγο και βγήκαν στον διάδρομο να περιμένουν. Έκλεισε τα μάτια, θυμήθηκε τις γέννες των παιδιών του και είδε εικόνες από βαφτίσεις. Θυμήθηκε τους γονείς του, τους παππούδες του. Ένα δυο βήματα είχε ακόμη μπροστά του να παραδώσει την σκυτάλη. Μια τελευταία στροφή Θεέ μου, σκέφτηκε, δώσε μου τη δύναμη για μερικά μετρά ακόμη.

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Brainstorming



Όταν με ειδοποίησαν ότι θα έπρεπε να παραστώ σε ακόμη ένα συμβούλιο σχετικά με το μέλλον της εταιρείας, ασυναίσθητα το χέρι μου πήγε στο καβάλο του παντελονιού και ταχτοποίησε τα υπάρχοντα του για τις επόμενες ώρες.  Ύστερα πηρά το φλιτζάνι του καφέ και το έριξα στο νεροχύτη της κουζίνας του προσωπικού. Θυμήθηκα ότι η Χάρη είχε παραιτηθεί γιατί η εταιρεία της όφειλε μερικούς μισθούς και μετά τη τελευταία περικοπή δεν τη συνέφερε το πήγαινε έλα με το αυτοκίνητο από την άλλη άκρη της πόλης. Έπλυνα το φλιτζάνι, σκούπισα τα χέρια μου και αποφάσισα να πάω  τουαλέτα, ώστε να είμαι απερίσπαστος να συνεισφέρω στο μέλλον της επιχείρησης.
Στην αρχή της κρίσης, κάθε φορά που καλούσα κάποιον υπάλληλο στο γραφείο μου έβλεπα στα μάτια του το πρώτο που σκεπτόταν ήταν ότι θα επακολουθούσε η ανακοίνωση της απόλυσης του. Έπειτα με κοίταζαν με την απόρροια του πόσο θα τους κόψουμε το μισθό. Τώρα φτάσαμε στο σημείο να με κοιτούν σαν μπουχτισμένες πόρνες έξω από εξαθλιωμένο οίκο ανοχής, να με κοιτούν με ζωγραφισμένη την απόρροια του τι άλλο θα τους ζητήσω. Έπειτα από κάθε περίσταση τέτοιου είδους ανατρέχω νοερά στα σεμινάρια για το coaching των υπάλληλων που κάναμε πριν από πέντε έξι χρόνια. Στο ξόδεμα σε συμβούλους και διαβουλους…  Τώρα είμαστε σαν συνένοχοι σε ενδοοικογενειακό βιασμό. Ομερτα. Δεν μιλάμε, δε ρωτάμε, δεν απορούμε, δε θυμώνουμε. Ούτε εμείς αυτούς, ούτε αυτοί εμάς. Περιμένουμε.
Βγήκα στον διάδρομο και θαύμαζα τα άδεια γραφεία. Στα νοητικά κενά της εργασίας μου προσπαθούσα να εμπνευστώ ένα αλγόριθμο που θα σύνδεε τα γραφεία αυτά με τα κλειστά καταστήματα. Ματαιοπονούσα. Κάποιο σεμινάριο για οικονομολόγους θα κάλυπτε και αυτό το αντικείμενο. Έβαλα στοίχημα με τον εαυτό μου ότι πάλι κοστολόγηση και ρευστότητα θα ήταν τα θέματα στη συζήτηση. Ποσά πράγματα είχαμε κάνει από την προηγούμενη συνάντηση, τι άλλαξε μέσα μας, έξω μας, λίγο πιο έξω, έως το άπειρο και ακόμη παραπέρα… Δεν ένιωθα καμία διάθεση να συμμετάσχω. Έπρεπε να βρω ένα τρόπο να κάτσω σε μια γωνιά και να προσποιηθώ ότι άκουγα, χωρίς κανείς να με ρωτήσει το οτιδήποτε. Όταν κρατάς σημειώσεις φαίνεται καλυτέρα. Όχι πολλές, όμως, μην νομίζουν ότι «φακελώνεις» κάποιον. Τόσες όσες χρειάζεται για να δημιουργείται η εντύπωση ότι συμμετέχεις. Οι υφιστάμενοι σου ζητούν να ακροβατείς στο κενό της ανεργίας, οι προϊστάμενοι στο άπειρο της έμπνευσης. Η κατάσταση είναι τόσο δύσκολη που εάν είχες τη λύση θα την μοσχοπουλούσες σε πλειστηριασμό, όχι για ένα κομμάτι ψωμί που κατάντησαν οι μισθοί.
Όπως και να το κοιτάξεις το πράγμα, η μονή λύση που έχει απομείνει είναι η παρθενογένεση. Να δημιουργήσεις θέσεις εργασίας από το πουθενά, λεφτά από το απολυτό μηδέν, πελάτες από το τίποτε. Το χειρότερο είναι ότι δεν έχεις έξι μέρες όπως ο Θεός, ούτε έξι ώρες δεν σου δίνουν. Από χθες έπρεπε να ήταν όλα έτοιμα, όπως έλεγε και ένα από τα προηγούμενα αφεντικά μου. Είναι ωραία αυτά τα ρητά. Τα θυμόμαστε και γελάμε, είτε θετικά, είτε ειρωνικά. Κανείς δεν ξέρει ποιο είναι το αποτέλεσμα που επιφέρουν. Εάν το πεις μια φορά στον κατάλληλο χρόνο θα είναι μάλλον θετικό. Δυστυχώς όμως οι άνθρωποι έχουν την τάση να επαναλαμβάνουν τη μέθοδο της στιγμιαίας επιτυχίας τους, προεξοφλώντας το αποτέλεσμα, και αυτό που κάποτε ήταν ένα λεκτικό κίνητρο καταντά η σημαία της ανικανότητας τους.
Χαιρέτησα την ιδιαιτέρα του διευθυντή και τι ρώτησα εάν το σακάκι της ήταν καινούργιο. Ήξερα ότι αυτό το κρεμ είχε φορεθεί κατά κόρο φέτος και όταν απάντησε αρνητικά της ανέφερα ότι όλα πάνω της είναι λαμπερά σαν καινούργια. Της έκλεισα το μάτι συνωμοτικά και ρώτησα ποιος είναι μέσα. Ήμουν σίγουρος ότι φορούσε τη ροζ φούστα της και τα κατάλληλα παπούτσια και τσάντα. Πάντα σαν ξανθό κουφετάκι, κάτι ανάμεσα σε Barbie και το παιδί που κάθε μάνα θα ήθελε. Από κάτω, όμως ήταν ένας διάβολος με καταγραφικό, διαφορετικά δε θα ήταν σε αυτή τη θέση. Εάν δεν την πειράξεις δεν θα τύχεις του ενδιαφέροντος της, εάν την πειράξεις πολύ ο μεγάλος από μέσα θα πειράξει εσένα αργά ή γρήγορα. Κάποτε τα ρούχα της τα αγόραζε η επιχείρηση, τώρα τα παίρνει η ίδια. Πέρασα στην αίθουσα. Είμαι ο πιο καινούργιος στην εταιρεία. Οι υπόλοιποι μου φαίνονται σαν τα απομεινάρια μιας αποτυχημένης ροκ μπάντας που είχε χρόνια να κάνει επιτυχία. Τα κενά εδώ και εκεί θύμιζαν αυτούς που αποχώρησαν. Κατά το παρελθόν σε αυτές τις περιστάσεις τα στελέχη περίμεναν τον γενικό διευθυντή. Τώρα ο γενικός ήταν ο πρώτος που βρισκόταν στην αίθουσα. Τα πάρε δώσε με τις τράπεζες ήταν σχεδόν αρχαία ιστορία. Τα είχαν αντικαταστήσει οι δικηγόροι. Με δαύτους οι συζητήσεις γίνονται ή πολύ πρωί ή νωρίς το απόγευμα. Έτσι στο ενδιάμεσο συνεδρίαση. Κατά τ’ αλλά τα καθημερινά τηλεφωνά είναι μόνο για διάδοση της κλάψας και της μιζέριας.
Ο διευθυντής εμπορικού ανέλυσε το πόσο καλά πηγαίνουμε σε σχέση με την αγορά, ότι χάνουμε σε τζίρο αλλά με μικρότερα ποσοστά από τους ανταγωνιστές μας και έτσι είχαμε οριακή αύξηση του ποσοστού μας στην αγορά, ότι σε συνεργασία με το λογιστήριο έπεσε το κόστος των πωλητών και μετά καταλήξαμε στις γνωστές ερωταπαντήσεις του ποιος ξέρει ποιον και ποιος κοιμάται με ποιον στην αγορά. Δεν ένιωθα κανένα ενδιαφέρον για αυτά. Το μόνο που σκεπτόμουν φτιάχνοντας ορνιθοσκαλίσματα στα χαρτιά μπροστά μου ήταν τον πατέρα μου. Είχε ένα μήνα που έφυγε. Σκεπτόμουν το διδακτορικό μου που δεν τέλειωσε, αντίθετα από εκείνον, θυμήθηκα την πρώτη μου δουλειά, που φυσικά πήγα χάρη στις γνωριμίες του και αφού είχε δουλέψει εκεί νωρίτερα. Έφυγα μετά από τέσσερα χρόνια, ενώ εκείνος έχει μείνει για πεντέμισι. Θυμήθηκα τον παππού και τη γιαγιά μου, που είχαν έρθει πρόσφυγες και τον πατέρα μου που τα κατάφερε όλα μονός του, όπως κάθε παιδί της κατοχής. Τις δυο έως τέσσερις δουλειές που έκανε ανά περίσταση για να μας σπουδάσει. Το μόνο που μπορούσα να αισθανθώ ήταν η ήττα της γενιάς μου. Από τη δίκη μας αφετηρία για να σταθούμε στη σύγκριση με τις δυο προηγούμενες έπρεπε να είχαμε καταφέρει πολλά περισσότερα και έτσι όπως καταντήσαμε τη χώρα είμαι σίγουρος ότι από τη κακή αφετηρία που θα παραδώσουμε στα παιδιά μας και αυτά αναλογικά θα καταφέρουν περισσότερα από εμάς.
Ακολούθησαν και άλλες αναφορές ανά τμήμα και έπειτα ο γενικός με κοίταξε σαν να μου ζητούσε να σπάσω την σιωπή μου. Παρατήρησα το πρόσωπο του μήπως και διακρίνω κάποια κρυφή πρόθεση και έπειτα το βλέμμα μου ταξιδέψε στο φως έξω από το παράθυρο, την άνοιξη που κονταροχτυπιόταν με το χειμώνα στη διαδοχή του θρόνου του ουρανού και το μόνο που ήθελα ήταν να πάω στο πάρκο με τα παιδιά μου. Δεν έχω να προσθέσω κάτι σε όσα ακουστήκαν, είπα νωχελικά και βαριεστημένα, και το δικό μας τμήμα, ενώ από μέσα μου περνούσε σε φωτεινή επιγραφή – λωρίδα ο τίτλος  «εποπτικός έλεγχος και εταιρική διακυβέρνηση και ISO και αδειοδότησεις και καταστατικά εταιρειών και λοιπές εργασίες», διαπιστώνει όσα ανέφεραν οι  συνάδελφοι. Παρακολούθησα την επικριτική του γκριμάτσα και πριν προλάβει κανείς να πάρει το λόγο πρόσθεσα ότι είμαστε μια επιχείρηση τριάντα χρονών και δυο γενεών. Όπως μαρτυρά και η μακροβιότητα μας δεν είναι πολλά αυτά που κάνουμε λάθος, δεν είναι πολλά αυτά που χρήζουν αλλαγής, όσο και εάν αλλάζουν οι καιροί. Όπου ήταν να προσαρμοστούμε προσαρμοστήκαμε, όπου ήταν να ανοιχτούμε ανοιχτήκαμε.  Οποιαδήποτε άλλη αλλαγή δεν είναι  θέμα λειτουργίας, αλλά εμπορικής έμπνευσης, προϊοντικής εκτέλεσης και προώθησης. Εχθρός μας είναι η συγκυρία και η απραξία, είτε δίκη μας, είτε κρατική, αλλά καθότι από τη δεύτερη δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε τίποτε, έχουμε μόνο την δίκη μας δράση. Η προσπάθεια μας θα κρίνει την επιβίωση. Ας ορίσουμε μια συνεδρίαση όπου ο καθένας θα φέρει ένα προϊόν προς συζήτηση και ένα πλάνο σχετικά με αυτό και βλέπουμε. Η εσωστρέφεια μόνο γκρίνια μπορεί να μας φέρει.
Μετά από μερικές ακόμη αμπελοφιλοσοφίες σαν τις δίκες μου, τέλειωσε η συνεδρίαση και ενώ πηγαίναμε προς τα γραφεία μας, στο διάδρομο με πλησίασε ο Νικακης των πωλήσεων και μου είπε να πηγαίνω με το μαλακό μην και του φάω τη θέση και ότι το λογύδριο αυτό έπρεπε να το είχε κάνει εκείνος. Τον καθησύχασα ότι δεν έχω ταλέντο πωλητή, ούτε Ferrari δεν μπορώ να πουλήσω και γύρισα στο γραφείο μου. Βρήκα τρεις φάκελους. Ο ένας είχε στατιστικά για την εθνική υπηρεσία, ο άλλος για την τράπεζα και ο ένας τρίτος ήταν ένα σχέδιο νόμου που θα ρύθμιζε κάτι που προφανώς είχε απορρυθμιστεί, αλλά σε μια πρώτη ανάγνωση δημιουργούσε περισσότερα ερωτήματα από αυτά που απαντούσε. Σκανάρισα το έγγραφο και παρέθεσα στην άκρη του pdf τις παρατηρήσεις μου. Το έστειλα στο νομικό τμήμα και απόρησα, όχι τόσο για τη προχειρότητα του σχεδίου, αλλά για το άγχος που έβγαζε η γραφή του. Ήταν φανερό ότι κάποιος είχε μπερδευτεί από το πολύ copy paste. Υπήρχαν φράσεις που δεν είχαν συντακτικό νόημα, όσο αυτό είναι εφικτό όταν γράφεις «η λέξη Μήτσος, στην παραγρ.5 του άρθρου 6, του Ν.2109/10 αντικαθίσταται από τη λέξη Γιάγκος. Καταράστηκα την ώρα και τη στιγμή που τα χρήματα για τη κρατική μηχανογράφηση πήγαν πιθανότατα για αφισοκόλληση και άλλες όμοιου τύπου επενδύσεις, συμπεριλαμβανόμενου της αποκατάστασης του εσωτερικού διαφόρων τσεπών, που δεν μπορεί να υπάρξει ένα ηλεκτρονικό μητρώο εταιρειών όπου αυτές να αναρτούν τα οικονομικά τους στοιχεία και έπειτα να έχουν εκεί πρόσβαση κρατικοί οργανισμοί και πιστωτικά ιδρύματα κατόπιν άδειας της κάθε εταιρείας. Τώρα έπρεπε για άλλη μια φορά να αποδώσω την ερμηνεία του ισολογισμού που ζητά η κάθε υπηρεσία. Μια για την Εθνική Στατιστική και μια για την τράπεζα. Τι τους κάνουν τους υπάλληλους εκεί παραμένει απόρροια μου, όπως και γιατί δεν μπορούν να βρουν  τον ισολογισμό μας και να συμπληρώσουν μονοί τους τα στατιστικά τους και πρέπει εμείς να κάνουμε τη χαμαλοδουλειά για πάρτη τους.
Πάνω που έλεγα να αρχίσω το θεάρεστο έργο της στατιστικής μπούκαρε στο γραφείο μου ο Πλευριδης, προϊστάμενος του λογιστηρίου. Το έσωσες σήμερα μου είπε. Πάνω που νόμιζα ότι θα το ‘τρωγες το κεφάλι σου από τη βαρεμάρα που ανέβλυζες, έβαλες το γκολ της σαγήνης. Έχω ένα κορμί σαν χέλι, απάντησα, και χορεύω τσιφτετέλι. Με τον Γιάννη είχαμε γίνει φίλοι, έτσι και αλλιώς το ξενυχτούσαμε εδώ μέσα αρκετές φορές, είχαμε πολλά πάρε δώσε και οι πίτσο-μπύρες έδιναν και έπαιρναν τα απογεύματα του Απριλίου και του Μάιου που η δουλειά μας κρατούσε μέχρι αργά. Πως τα βλέπεις ξαναρώτησε, τι προϊόν θα φέρεις στη συζήτηση, γιατί πίστευε ότι κάτι θα είχα στο μυαλό μου. Παραξενεύτηκε όταν του είπα ότι δεν είχα ιδέα, δεν πίστευε ότι όσα είπα ήταν απλώς μια υπεκφυγή. Δεν είναι του χαρακτήρα μου, αλλά πραγματικά δεν έχω καμία άμεσα πραγματοποιήσιμη ιδέα, παρ’ ότι ξέρω ότι μόνο εκεί  είναι η λύση. Αυτή τη στιγμή, συνέχισα, το πιο φθηνό πράγμα σε αυτή τη χώρα είναι οι άνθρωποι. Εάν προκύψει μια δουλειά που χρειάζεσαι άτομα για να την κανείς σου βγαίνει πάμφθηνα. Το θέμα είναι ότι δεν υπάρχουν δουλειές για άτομα, υπάρχουν μόνο επενδύσεις σε εξοπλισμούς που μειώνουν την ανθρωπινή παρέμβαση. ΟΙ ιδέες που έχω χρειάζονται ευρύτερα σχήματα που να εμπερικλείουν καμία φορά και κρατικούς οργανισμούς η ΔΕΚΟ. Δηλαδή μια εταιρεία taxi - courier εντός πόλης αυθημερόν με οχήματα μεικτής χρήσης ατόμων και μικροδεμάτων που θα είναι ηλεκτροκίνητα, όπου θα συμμετέχουν εταιρεία εναλλακτικών πηγών ενεργείας, εταιρεία ραδιοταξί, εταιρεία logistics, εταιρεία λογισμικού και εταιρεία κατασκευής οχημάτων.
Επίσης έχω και άλλη επενδυτική ιδέα. Οι πόλεις μας χρειάζονται πράσινο, τα κτίρια χρειάζονται ενεργειακές παρεμβάσεις και έχουμε πολλούς ανέργους. Θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ένα επενδυτικό πρόγραμμα όπου θα δημιουργηθούν συνεταιρισμοί ανά συνοικία που θα εκμεταλλεύονται γεωργικά ταρατσοκήπους, που θα τους καλλιεργούν άνεργοι από κάθε συνοικία και θα έχουν θέση πώλησης των εμπορευμάτων τους μόνο στη λαϊκή αγορά της περιοχής τους. Προϊόντα όπως φράουλες, μυρωδικά, ότι θέλει ο καθένας ή ότι αποφασίζει κάποιο αρμόδιο γραφείο της Νομαρχίας της κάθε περιοχής. Έτσι θα είχαμε μετατροπή ανέργων σε επιχειρηματίες, εξοικονόμηση ενεργείας από τα κτίρια και μείωση καυσαερίων, καθώς τα προϊόντα θα διανύουν μικρότερες αποστάσεις με ταυτόχρονη αύξηση του πράσινου. Αυτά είναι όνειρα θερινής νυκτός σε αυτή τη χώρα, ανταπάντησε. Στο χωριό μου έχει ανεπτυγμένη κτηνοτροφία. Τους πρότεινα σε ένα συμβούλιο, που έτυχε να βρίσκομαι εκεί, να ενωθούν οι κτηνοτρόφοι σε ένα συνεταιρισμό όπου θα κάνουν τα εκτροφεία τους επισκέψιμα, όπως έχουν γίνει οι αμπελώνες, που θα συνεργαστούν και θα διευρύνουν και το αγροτουριστικό κομμάτι, αργότερα, με τους γεωργούς, που θα συνδυάσουν τις καλλιέργειες με τις ανάγκες και σε ζωοτροφές και έπειτα να δέσουν το όλο πράγμα με το λαογραφικό μουσείο που έχουμε, με τις τοπικές γιορτές και σίγα σίγα με άλλες εκδηλώσεις που θα πρόσθεταν και να φέρνουν κόσμο στο χωριό και να έχουν δουλειές όλο τον χρόνο. Ξέρεις τι μου απάντησαν, εκτός από ότι αυτά δεν γίνονται, μια φορά τρεις από τους κτηνοτρόφους είπαν να κάνουν κοινές αγορές ζωοτρόφων και ο ένας πήγε και χτύπησε την τιμή μετά πίσω από την πλάτη των άλλων δυο…
Εάν πεις σε όλους αυτούς για τη Βερόνα και την εκμετάλλευση των Ρωμαίο και Ιουλιετας φτιάχνοντας ένα μπαλκόνι που αναπαριστά τον μύθο θα σε κοιτούν σα χαζό. Εάν τους πεις ότι το να έρχεται το άγιο φως το Πάσχα με τιμές αρχηγού του κράτους δεν είναι παράδοση, αλλά εφεύρεση των τελευταίων ετών από τουριστικό γραφείο που συνεργαζόταν με τη Μητρόπολη θα σε αποκαλέσουν άσχετο. Δεν μπορούν να φτιάξουν ένα νοηματικό πακέτο για τον τόπο τους το οποίο μετά να μπορούν να το εμπορευτούν. Το θέμα είναι να βρεις τι χρειάζεται ο άλλος, είτε σε είδος, είτε σε πεποίθηση, να το πακετάρεις, να το αγοράσει. Δες τους πολιτικούς μας, δες ποσο ατσαλα χρησιμοποιουν το πολιτικό μάρκετινγκ, δες πόσο έξω είναι από την αγορά τους, πόσο απομακρυσμένοι είναι, ενώ συγχρόνως έχουν πνιγεί μέσα στην ιδία τους την αυλή και τις απαιτήσεις της. Αυτοί είναι οι πιο σπουδαγμένοι μας, οι καλύτεροι μας … Συμφωνώ μου είπε, μόνο που αυτοί δεν ρισκάρουν με τα χρήματα τους, δεν ρισκάρουν με τις ζωές τους, δεν ρίσκαραν μέχρι πρόσφατα ούτε καν με την υστεροφημία τους. Είχαν συμπεριφορά ιερατείου. Εκπορευόταν από την αιωνιότητα, διαμέσου της αιωνιότητας... Για αυτό η κρίση μας ήταν απαραίτητη, απάντησα, για να πετάξουμε τη μούχλα από πάνω μας και να αναζωογονηθούμε πνευματικά. Αλλά μέχρι στιγμής το μόνο που βλέπουμε είναι αντίσταση στις επιβεβλημένες αλλαγές. Είναι και η τριβή της διαπάλης των συμφερόντων που θέλουν να εξασφαλίσουν θέση στο σκηνικό, συμφώνησε διαφωνώντας. Μας διέκοψε το τηλέφωνο, είχε έρθει ένα δέμα για μένα, αλλά ο κλητήρας της εταιρείας έλλειπε με αναρρωτική άδεια. Επομένως ή θα πήγαινα να το παραλάβω από το ταχυδρομείο ή θα περίμενα από εβδομάδα να γυρίσει ο υπάλληλος.
Άντε σε αφήνω μου είπε και βγήκε τόσο γρήγορα όσο είχε μπει στο γραφείο. Είχε αναπτυχτεί ένας φόβος γύρω από τα τηλέφωνα. Δεν περίμενες να ακούσεις και καμία καλή είδηση. Στην αρχή, όταν κουδούνιζε κάποιο στα γραφεία των υπάλληλων, μόνο που δεν φώναζαν πυροτεχνουργό να το σηκώσει. Κάθε τηλέφωνο διέκοπτε οποιαδήποτε άλλη ενεργεία και περιμέναμε να δούμε το πρόσωπο του αλλού, σαν συγγενείς έξω από την εντατική που περιμένουν τον συγγενή που μπήκε μέσα, να τον δουν και να καταλάβουν.  Αποφάσισα να πάω με τα πόδια έως το ταχυδρομείο. Δεν ήταν κοντά, δεν ήταν μακριά. Είχε και ένα παρκάκι ενδιάμεσα. Εντάξει της απάντησα, μετά τη μεγάλη αυτή παύση, θα πάω να το πάρω  σήμερα, ευχαριστώ.  Στη διαδρομή για το ασανσέρ με βρήκε ο Προκοπίου, υπεύθυνος διαφήμισης και ΜΜΕ και καλημεριστήκαμε. Ήμασταν προφανώς στον αντίποδα σαν χαρακτήρες. Δεν μου είχε κάνει, ούτε του είχα κάνει τίποτε. Αλλά είναι ο άνθρωπος που στα λόγια μπορεί να φτιάξει τον κόσμο. Σου περιγράφει πως κόβει τα νυχιά του και νομίζεις ότι μπροστά σου εξελίσσεται υπερπαραγωγή του Χόλλυγουντ. Τελικά στους διάδρομους συναντάς μόνο τους μεγαλοκαρχαρίες σε αυτή την εταιρεία. Οι υπάλληλοι λουφάζουν στα γραφεία μέχρι να σχολάσουν και πηγαίνουν ή στη τουαλέτα ή στις εκτυπώσεις και τα φωτοτυπικά. Άκουσες, με ρώτησε, για τη μεταφορά της Πρωτομαγιάς, την πήγαν την τρίτη ήμερα του Πάσχα. Αυτοί είναι ακόμη στην εποχή των δημοσίων υπάλληλων. Μα οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν έχουν πλέον λεφτά. Ότι αγορά έχουμε την κινούν πλέον οι ιδιωτικοί που έχουν απομείνει. Αυτοί θα πάρουν δώρο Πάσχα. Άσχετα από το γεγονός ότι είναι χαζό πράγμα η μεταφορά επετείων, τουλάχιστον βάλτε τη δεκαπέντε μέρες μετά το Πάσχα, να κινηθεί η αγορά δυο σαββατοκύριακα. Μάλλον το έκαναν για να μην σπαταλάμε βενζίνη του είπα πειράζοντας τον. Τώρα, όμως, πρέπει να τρέξω να αναπρογραμματίσω τα διαφημιστικά μας πακέτα μου απάντησε και χώθηκε στο γραφείο του να κλείσει τα ραντεβού που χρειαζόταν για αυτό.
Εάν η κρίση κατάφερε τέτοια πραγματιστική μεταμόρφωση στον Προκοπίου πρέπει να είμαστε σε καλό δρόμο, σκέφτηκα. Κατέβηκα στο ισόγειο και χαιρέτησα το θυρωρό. Μου φαινόταν αναχρονισμός, αλλά τώρα μου φτιάχνει τη διάθεση μόνο και μόνο που τον βλέπω να διατηρεί τη θέση του. Πήγα στο πλησιέστερο φούρνο, πηρά μερικά κουλούρια και από μια καφετερία που ξέρω ότι δίνει και σε πλαστικό ποτήρι, πηρά ένα καφέ. Έστριψα προς το ταχυδρομείο και δυο τετράγωνα μετά σταμάτησα στο πάρκο. Ήταν μικρό, αλλά καταπράσινο. Ίσως επειδή ήταν αφρόντιστο. Ίσως επειδή είχε μόνο δυο παγκάκια. Κάθισα δίπλα σε έναν άστεγο. Είδα ότι τα παπούτσια του κάποτε ήταν ακριβά. Απολάμβανε τον Ήλιο, είχε ανοίξει τα χέρια για να τον χτύπα κατάστηθα. Μάλλον αποτίναζε τη βραδινή υγρασία. Άνοιξα και ‘γώ με τη σειρά μου τα χέρια μου, έκλεισα τα μάτια μου και το τηλέφωνο, για να διώξω τα σκοτάδια των σκέψεων μου και το έριξα στη φωτοσύνθεση. Ανάμεσα στους ήχους της πόλης μπορούσες να ακούσεις και τα  πούλια. Το πάρκο αυτό είχε ένα παράξενο χαρακτηριστικό. Περίοικοι είχαν παπαγάλους που τους απελευθέρωναν το πρωί και ερχόταν εδώ. Για κάποιο λόγο αυτό ήταν το στέκι τους. Ένας μικρός παράδεισος. Όταν το μυαλό μου καθάρισε, ξανάνοιξα τα μάτια μου και είδα τη δυσπιστία του διπλανού μου. Έβγαλα ένα κουλούρι για μένα και προσπάθησα να του δώσω τα υπόλοιπα. Δεν κινήθηκε, μόνο με κοιτούσε παράξενα. Τον ρώτησα εάν είχε κάποιο ποτήρι. Μου πρότεινε ένα πλαστικό και του έχυσα τον μισό καφέ μέσα. Πήρε τη σακούλα και με ευχαρίστησε. Μιχάλης του είπα. Γρήγορης απάντησε. Τι σε φέρνει στα μέρη μας, ρώτησε. Τυχαία. Η μοίρα του είπα, η μοίρα μας φέρνει και μας παίρνει. Σήμερα φαινόμαστε παράταιροι και αύριο φαινόμαστε ίδιοι. Α φίλε μου, ένας χαρτογιακάς με συνείδηση. Είναι τιμή μας να σε έχουμε ανάμεσα μας. Με εξέπληξε ο χαρακτηρισμός. Δεν μπορούσα να καταλάβω την ηλικία του. Τι δουλειά έκανες τον ρώτησα. Φιλόλογος μου είπε. Ιδιαιτέρα, μεταφράσεις, τέτοια πράγματα.
Δε ρώτησα περισσότερα, υποπτευόμουν διαζύγια, τζόγο, κάποιο προσωπικό βίτσιο θα τον έριξε στον δρόμο… Μην το ψάχνεις, πρόσθεσε. Δεν πρόκειται να το κάνω, απάντησα. Αναλογίστηκα ότι σε αυτή τη κοινωνία σου γνωρίζουν τα πάντα για την επιτυχία και τίποτα για την αποτυχία. Για αυτή ότι μαθαίνεις το πληρώνεις μονός σου. Εκεί ξεχωρίζουν οι άνθρωποι, στο πως ανεβαίνουν και στο πως πέφτουν. Στην αξιοπρέπεια. Τελευταία, όμως η κατάσταση είναι μπερδεμένη, γιατί οι αποτυχημένοι αναμειγνύονται με τους δυστυχισμένους, με αυτούς που το χέρι της μοίρας τους έριξε από την πορεία τους. Από μια άποψη χαίρεσαι όταν συναντάς αποτυχημένο, σαν ένα χαιρέκακο αίσθημα εκδίκησης για τους δυστυχισμένους να παίρνει το πάνω χέρι. Ψυχανάλυση του πάρκου. Σαν το κουτσομπολιό του καφενείου.  Του ανέφερα μια ευγενική περίληψη όσων σκεπτόμουν. Πρέπει να ακούς τα αισθήματα μέσα σου, έλεγε ο πατέρας μου, πρέπει να ακούς και τη λογική σου και ύστερα να αποφασίζεις με βάση την εμπειρία σου. Από τη μια είναι το ζωικό ένστικτο και από την άλλη ο επιστήμονας. Από τη μια τα αισθήματα, από την άλλη τα επιχειρήματα. Από την μια οι ορέξεις, από την άλλη οι επιφυλάξεις. Δεν υπάρχει λάθος, δεν υπάρχει σωστό εκείνη τη στιγμή. Αυτοί οι χαρακτηρισμοί είναι για μετά το αποτέλεσμα, όταν είμαστε πολλοί μαζί και συγκρινόμαστε. Κάθε απόφαση είναι και ένα μικρό ή μεγάλο ρίσκο και παίρνεται στην απόλυτη μοναξιά.
Από μια μεριά έχεις δίκιο είπε. Από την άλλη… Υπάρχει η παράδοση, υπάρχουν τα βιβλία, υπάρχουν γονείς και οικογένειες, υπάρχουν σχολεία. Όταν αυτά λειτουργούν ελαφρώνουν το βάρος των αποφάσεων. Παλιά υπήρχαν και οι ιδεολογίες. Τις κατηγόρησαν, ίσως και δικαία, και έπειτα τις λοιδόρησαν. Αλλά όταν χάνεται η ιδεολογία μένει το ανθρώπινο κτήνος, μένει ο αρχέγονος κυνηγός. Τώρα μας άφησαν μονούς με τον καπιταλισμό. Αυτός είναι ένας παράξενος ιός. Παίρνει το λίγο του φτωχού και το κάνει πολύ. Μια ασπρόμαυρη τηλεόραση γίνεται έγχρωμη. Συγχρόνως ο πλούσιος γίνεται πλουσιότερος και μάλιστα ταχύτερα από τον φτωχό. Μέχρι σήμερα όλοι ήταν ευτυχισμένοι.  Όσο το ρεγουλάριζαν το πράγμα έβαινε ανεκτά. Τώρα που χάθηκε ο έλεγχος…  Αυτό είναι το παραλήρημα του ιού. Τώρα το παιχνιδάκι χάλασε και οι κυνηγοί βγήκαν να πάρουν το μερτικό τους, ήρθε ο πυρετός, ήρθε η εφίδρωση.. Έφεραν το παιχνίδι στα μέτρα τους. Κατακερμάτισαν τον πολιτικό λόγο σε τηλεοράσεις, ιντερνέτ, μη κυβερνητικές οργανώσεις, τοπικές επιτροπές και αλλά τινά, ώστε να νομίζει κανείς ότι παράγεται έργο χωρίς να λερώνει τα χέρια του με τα κόμματα. Ότι η βρώμα είναι εκεί και αυτός είναι καθαρός. Εάν θέλεις αλλαγή πρέπει να αλλάξεις την πολιτική. Όταν οι αυταπάτες του παρελθόντος κατέπεσαν οι άνθρωποι έμειναν με το εμπόριο και έγιναν κυνικοί, είπε. Πίστεψαν ότι έπρεπε να υπάρχει αποτέλεσμα και έφτιαξαν την ρεαλιστική πολιτική. Όλα κρίνονται πια εκ του αποτελέσματος. Τα νούμερα.
Το θέμα είναι ότι σε αυτό το ρεαλιστικό πλαίσιο, κανείς δεν έχει να αντιτάξει μία εφαρμόσιμη αντιπρόταση, είπα. Κανείς δεν κομίζει κάτι καινούργιο. Ούτε και πρόκειται, με διέκοψε. Το κυνήγι του αποτελέσματος μας κάνει συντηρητικούς, πηγαίνουμε στα σίγουρα. Το νέο θέλει κόπο και θυσίες, ρίσκα και μόχθο. Εσύ θέλεις να μείνεις σπίτι να δεις τηλεόραση. Να πληρώσεις το δάνειο, να μπορείς να πας σε εστιατόριο την οικογένεια σου… Τέλειωσε ο καφές. Χαιρέτησα και έφυγα, έχω ένα πακέτο να πάρω του είπα, τα ξανάλεμε.

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Ανέκδοτο


Λόγω της παγκόσμιας μείωσης του ζωικού κεφαλαίου επιβλήθηκε τριετές  μνημόνιο μη κατανάλωσης κρέατος στους Ζουλού, όπου τοποτηρητές σταλθήκαν ο Γερμανός, ο Ιταλός και ο Έλληνας. Ο Γερμανός τους ανέλαβε τον πρώτο χρόνο και επέβαλε να τρώνε μόνο πατάτες. Εγκατέστησε επιχειρήσεις που εκμεταλλευόταν τις ντόπιες πρώτες ύλες και περίμενε σαν τον οινοπαραγωγό το χρόνο να περάσει, πετώντας φελλούς σε ένα τρύπιο βαρέλι. Οι Ζουλού ξέχασαν τι θα πει τουαλέτα. Έβλεπαν θάμνο και δάκρυζαν. Τον επόμενο χρόνο ανέλαβε ο Ιταλός. Αυτός τους μπούκωσε στα μακαρόνια. Πάστα το πρωί, πάστα το μεσημέρι και πάστα το βραδύ. Οι προβλεπόμενες συνοδευτικές σάλτσες παραδόξως κατέληγαν στη μαύρη αγορά.  Μόνο που τη πρωτοχρονιά που θα παρέδιδε στον Έλληνα αποφάσισε να ταΐσει στους Ζουλού το παραδοσιακό πιάτο της πατρίδας του, φακές. Έγινε μεγάλος χαμός. Η χώρα μετατράπηκε σε μια μεγάλη χαβούζα. Η δυσοσμία ήταν ανεπανάληπτη, η αξία της γης έπεσε κατακόρυφα, οι  επενδύσεις εξαφανίστηκαν, οι ξένοι αποχωρούσαν μαζικά, δεν υπήρχε πλέον γόνιμη γη, μόνο μικρές λωρίδες αυτής. Κατά συνεπεία στη χώρα ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους κοντούς και τους ψηλούς για τον έλεγχο της λίγης γης που είχε απομείνει. Ο Έλληνας όταν ανέλαβε στο λόγο του ανέφερε ότι παραλαμβάνει χάος, αλλά μέσα του πιστεύει ότι θα μπορέσουν σύντομα μαζί να χτισθούν νέους Παρθενώνες. Έφερε κάτι συγγενείς και φίλους  από τη πατρίδα και τους μοίρασε τα πόστα. Έφτιαξε φορολογικό μηχανισμό, γιατί όταν το έχεις το πράγμα, δε κρύβεται… Επέβαλε φόρους ανακινώντας ότι όλα αυτά γίνονται για τα παιδία μας ρε γαμωτο. Έτσι οι κοντοί έπαψαν να υψώνουν το βλέμμα στους ψηλούς και αυτοί αντίστοιχα να το κατεβάζουν. Ο καθένας κοιτούσε τη πάρτη του. Για τα παιδιά τους ρε γαμωτο… Κατέστρωσε ο Έλληνας επενδυτικό σχέδιο. Να εκτραπεί παρακείμενος ποταμός προκειμένου να καθαρίσει η χώρα του Αυγεία-Ζουλού και να αρδεύονται τα χωράφια που θα δημιουργούταν. Μοίρασε τις εργολαβίες στον Γερμανό και τον Ιταλό και πήρε δάνεια από διεθνείς οργανισμούς  στο όνομα των Ζουλού προκειμένου να ξεκινήσουν οι εργασίες. Σύντομα άρχισε να φαίνεται ο καπνός από τις φήμες ότι τα έργα σταμάτησαν γιατί δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια, ότι είχαν υπερκοστολογηθεί εκ των υστέρων, ότι είχαν γίνει καταχρηστικές προσθήκες, ότι είχαν σταματήσει στην εύπορη περιοχή των ξένων κατοικιών, δηλαδή του Έλληνα, Του Γερμανού και του Ιταλού, όπου είχαν γίνει πισίνες και σιντριβάνια, βίλες με τεράστια μπαλκόνια με λευκά κολωνάκια, γκαζόν και χώρο ψυχαγωγίας των παιδιών τους. Η ιστορία θα αποδείκνυε ότι αυτοί ήταν οι Παρθενώνες… Ενοχλημένος ο Έλληνας και πριν η κατάσταση ξεφύγει έφτιαξε σώμα αστυνομίας με τους ψηλούς, αυξάνοντας συγχρόνως το φόρο στους κοντούς. Αιτιολογία ότι οι στολές των ψηλών ήθελαν περισσότερο ύφασμα. Οι τροϊκανοι έβλεπαν ότι το πράγμα δεν έβγαινε και σύναψαν νέα δάνεια, επίσης έφταιξαν ένα νέο μνημόνιο με τους γηγενείς. Μόνο που στη βιάση τους να γυρίσουν στα τραπέζια και στις πισίνες τους ξέχασαν τον αρχικό σκοπό της έλευσης τους και παρέλειψαν την κατανάλωση κρέατος από την επικαιροποιηση της σύμβασης. Τότε ένας γέρος σαμάνος, ο μάγος της φυλής ενός ακριτικού και ανυπότακτου χωριού τρελών Ζουλού, θυμήθηκε την τοπική παράδοση της ανθρωποφαγίας. Ξεσήκωσε το χωριό του και σίγα σίγα και τα παρακείμενα, και έτσι μετά από λίγο, αυτό που ήταν ένα ρυάκι μέσα στα σκατα, έγινε ένας χείμαρρος που τα παρέσερνε μαζί του και κινούσε απειλητικά προς τη περιοχή των ξένων. Αυτοί προσεταιριζόμενοι τους ντόπιους καναλάρχες, με τους οποίους είχαν έτσι και αλλιώς δοσοληψίες με τα δημόσια έργα, έβαζαν συνεχεία εκπομπές υπέρ της μεσογειακής διατροφής και διαφημίσεις για τα αναψυκτικά, τα ταχυφαγια και για τα γυμναστήρια, εκπομπές για ανθρωπινά δικαιώματα, για τα δικαιώματα της γυναίκας και διαφημίσεις για κρέμες νύχτες και για προφυλακτικά…  Το κύμα δεν μπορούσε, όμως να ανακοπεί, διότι όσο και να έβλεπαν οι ιθαγενείς τηλεόραση, δεν είχαν πρακτική πρόσβαση στη κατανάλωση. Απεναντίας τα ανθρωποφάγα ένστικτα φούντωναν εκατέρωθεν και η κόντρα οδηγούταν στα άκρα. ΟΙ ξένοι έφεραν και άλλους ξένους, ΜΚΟ με  αντιπροσώπους του παγκοσμίου συλλόγου για τη διαφύλαξη της ροζ καμηλοπάρδαλης, άλλης για το μπλε μυρμήγκι της Αφρικής, για τη πάταξη της σεξουαλικής ανορεξίας στην υποσαχαρια Αφρική, για τον εμβολιασμό της αντιλόπης… Τότε οι Ζουλού αποκαμωμένοι από τόση δυτικοπρεπη λογοδιάρροια, έψαξαν πάλι το σαμάνο να τον ρωτήσουν τι να κάνουν. Αυτός ανέβηκε στο βράχο όπου είχαν γίνει και τα γυρίσματα του βασιλιά των λιονταριών και απευθυνόμενος στους πιστούς του είπε: όταν τα έχεις κάνει σκατα μην περιμένεις να σε σώσει ο κωλος…

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

Το καταφύγιο


Η κορυφή του Χορτιάτη μερικές μέρες νωρίτερα  ήταν περιστεφανωμένη από ένα εκτυφλωτικό κόκκινο.  Ο ήλιος, στην προσπάθεια του να ανατείλει, είχε βάψει με το χρώμα της φωτιάς τη γειτονιά του βουνού. Ένα κόκκινο εκτυφλωτικής ομορφιάς, ένα πορφυρό που είχε δραπετεύσει από αγιογραφία, από το φόρεμα μιας μαντόνας της Αναγέννησης, ντυμένης όπως οι ευγενείς της εποχής της. Σήμερα, όμως, ήταν σαν νύμφη του φθινόπωρου, ντυμένη σε άσπρο τούλι, που κάλυπτε τους πρόποδες του, όπως ένα σκούρο βελούδινο φόρεμα  που καταλήγει σε μια παχιά άσπρη μπορντούρα. Τα σύννεφα είχαν φωλιάσει στα πόδια του βουνού και περίμεναν τις ακτίνες του ηλίου λίγη ώρα αργότερα να τα διαλύσουν. Αντικρίζοντας αυτές τις εικόνες ξέρεις γιατί πρέπει να σηκωθείς από το κρεβάτι. Η ομορφιά σε ευφραίνει και σε δυναμώνει. Δίνει τροφή στο άλογο σου και φωνάζεις τον Πάντσο που φωλιάζει στη συνείδηση σου να ξυπνήσει για να πάτε να κυνηγήσετε νέους γίγαντες, τους κολοσσούς της καθημερινότητας σου.
Ήμουν στο ξημέρωμα, όμως ήθελα η μέρα να πάει στο fast forward, να πατήσω το τηλεκοντρόλ και να παίξω τη σκηνή που μου αρέσει περισσότερο. Καρέ οκτώ, το κρησφύγετο. Μπαίνω μέσα με τις μπύρες και τους βλέπω όλους εκεί. Σαν ιστιοφόρο κόντρα στον άνεμο, μια πάω ζερβά και μια δεξιά. Μια στο τώρα και μια στο μετά. Πλέω ως το μεσημέρι αργά, περιμένω να σχολάσω και από το απόγευμα έχω πλανάρει, έχω ρυθμίσει την καρίνα σε φουλ ταχύτητα και μπουκάρω στο σουπερμάρκετ . Αποστολή μου είναι η προμήθεια αλκοόλ. Παίρνω ότι επιτρέπει η τσέπη μου και ελπίζω να είναι αρκετό. Φτάνω στο καταφύγιο και κοιτώντας το ρόλοι μου φαντάζομαι ότι θα είμαι ο πρώτος. Κατεβαίνω τα σκαλάκια που οδηγούν από το πεζοδρόμιο στο παλιό ημιυπόγειο κατάστημα. Στη βιτρίνα έχουμε βάλει κάποιες παρατημένες κούκλες από τον προηγούμενο ένοικο, ντυμένες με  ρούχα που πέταξαν οι γυναίκες μας και που ποτέ δεν έφτασαν στο σκουπιδοτενεκέ. Τοποθετήσαμε επάνω εξωφρενικές τιμές που θα ζήλευε κάθε γάλλος και ιταλός μόδιστρος. Η κακογουστιά βασίλευε. Ο «R2D2» ή  αλλιώς «Ρομποτάκι»  είχε τοποθετήσει μια μικρή ψηφιακή κάμερα και κατάγραφε τις αντιδράσεις των περαστικών. Είχε φτιάξει και ένα μοντάζ με τα best of. Θυμήθηκα τη γιαγιά μου, που έλεγε ότι δεν πρέπει να φοράς ποτέ πάνω από τρία χρώματα, και τότε, τουλάχιστον τα δυο να είναι χρώματα που βρίσκεις στη φύση, όπως το καφέ, το πράσινο, το γαλάζιο. Αφύσικα χρώματα όπως μωβ, το πορτοκαλί, να το φοράς μόνα τους. Αυτή η βιτρίνα ήταν σαν να είχε συγκρουστεί με το ουράνιο τόξο. Η κοκέτα γιαγιά μου θα διερρήγνυε τα ιμάτια τούτα.
Τα ρεμάλια της Φωκίωνος Νέγρη και οι αλήτες των Ταμπουριών είναι πασίγνωστα ανά το πανελλήνιο. Ανοίγοντας την πόρτα βλέπω τα κοπροσκυλά της Χαριλάου, εξίσου χαριτωμένα, αλλά παντελώς άσημα. Τι γίνεται ρε καρντασια, ρωτώ, διψάτε; Άντε ρε χαμένε, από τη διψά αδειάσαμε και το καζανάκι, φωνάζει ο «Εξτρέμ». Εξτρέμ διότι είναι αριστερός στις πεποιθήσεις, έπαιζε άκρα αριστερό εξτρέμ μπάλα, έκανε μόνο αριστερό μπάσιμο στο μπάσκετ και τον νικούσαν πάντα οι δεξιοί. Στο βόλεϊ δεν μπορούσε να καρφώσει, είναι κοντός ο καημένος. Του την έμπαινε και ο «Χούντας», γιος στρατιωτικού, ότι το ύψος του πήγαινε ανάλογα με τα ποσοστά του κόμματος. Ο Εξτρέμ, όμως του έψηνε το ψάρι στα χείλη στα αθλητικά, καθότι Παοκτσής, ενώ ο Χούντας είναι Ηρακλακιας. Νόμιζα ότι το νερό σε σκουριάζει, του απάντησα; Είσαι πολύ μάλακας, μου είπε, και Σοφός, ο φιλόλογος της παρέας τον αποπήρε, ρε Χούντα όταν την έμαθες τη λέξη κοιταζόσουν στον καθρέφτη; Ο Σοφός είχε φροντιστήριο, μια φόρα δούλεψε στο δημόσιο, αλλά δεν τον σήκωνε το κλίμα και παραιτήθηκε. Τώρα οι παλιοί του συνάδελφοι τον έχουν στο face book σαν παράδειγμα κοινωνικής αντίστασης. Μπήκε ο «Κοσκωτας», πληθωρικός, όπως η περιουσία του. Στο δικό του μαγαζί βρισκόμαστε, από τότε που έφυγε ο τελευταίος του ενοικιαστής. Σωπάστε κουφάλες να πιούμε και σε λίγο έρχονται τα σουβλάκια, μετά τσακωνόμαστε όσο θέλετε, είπε.
Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας πολλές φορές, φάγαμε πολλά σουβλάκια. Στο καταφύγιο δεν ενοχλούσαμε κανένα. Ο Κοσκωτας έπαιρνε από τη λαϊκή τις χάρτινες αυγοθήκες που τις πετούσαν και μ’ αυτές είχε επενδύσει το ταβάνι. Ο Χούντας είχε μανία με τον μοντελισμό και πήρε τον ιερογράφο του και τις έβαψε σαν να ήταν ουρανός με συννεφάκια. Τα διπλανά υπόγεια ήταν άδεια τις ώρες που βρισκόμασταν. Μέσα ο Κοσκωτας είχε βάλει το παλιό του στερεοφωνικό, αλλά από τη μέρα που το Ρομποτάκι είχε φέρει το χιλιοστό παροπλισμένο φορητό υπολογιστή του βάλαμε ένα σεμεδάκι στο στερεοφωνικό και το αφήσαμε να μαζεύει σκόνη. Είχαμε πτυσσόμενες καρέκλες, πτυσσόμενα τραπέζια, πλαστικά πιάτα, ποτήρια και μαχαιροπήρουνα. Μόνο ένα μεγάλο μαχαίρι ήταν σιδερένιο και ένα ανοιχτήρι. Δυο παλιά ψυγεία βρισκόταν σε μια άκρη, ένα μεγάλο οικιακό και ένα σαν μίνι μπαρ ξενοδοχείου. Αφίσες από οίκους μόδας κοσμούσαν τους τοίχους, όπως τους είχε αφήσει ο προηγούμενος ένοικος και η μόνη γυναίκεια παρουσία εδώ μέσα ήταν οι κούκλες βιτρίνας  που είχαμε αφήσει γυμνές και διάσπαρτες στο χώρο να μας κοιτούν όπως καθόμαστε στο τραπέζι.
Ο Ντοκτορ είχε φέρει ένα παλιό κλιματιστικό που είχε στο ιατρείο του και έτσι γλυτώναμε ένα μέρος της κάπνας από τα τσιγάρα του Εξτρέμ. Άφιλτρα και πάντα καπνισμένα με το αριστερό χέρι. Ο Ντοκτορ προσπαθούσε να το κόψει και έκανε είτε πουρα, είτε πίπα. Τα πειράγματα για στοματικό ερώτα αφθονούσαν, αλλά πάντα ανταπαντούσε με αντίστοιχα για ενέσεις. Στο τέλος κάθε γεύματος, μαζεύαμε τα σκουπίδια, ο Κοσκωτας τα πετούσε στον κάδο, ο Χούντας έριχνε ένα σιγυρίσμα και ο Ντοκτορ σκούπιζε. Έπειτα μαζευόμασταν με τα ποτήρια στο χέρι και ο «Χάρος», ο δικηγόρος της παρέας, έβγαζε το κονιάκ Courvoisier που είχε πάρει από ένα πλειστηριασμό με κατασχεμένα. Ο Σοφός άνοιγε πάντα τη συζήτηση. Σήμερα η κόρη μου, είπε, έκανε τη πιο συνηθισμένη ερώτηση. Μπαμπά, δεν καταλαβαίνω τους άνδρες, μπορείς να με βοηθήσεις; Τι να σου πω παιδί μου, απάντησα, και ‘γω δεν τους καταλαβαίνω. Πώς να καταλάβεις κάποιον  που θέλει μια γυναίκα εύκολη και μετά, μόλις την βρει, την απαξιώνει και συνεχίζει ψάχνοντας για μια «καλή» κοπέλα για να αποκατασταθεί. Ο Χάρος, συμπλήρωσε, και που δημιουργεί μια αντίρροπη αντίδραση στη γυναίκα, η όποια θέλει να είναι εύκολη, αλλά κοινωνικά δεν της επιτρέπεται, γιατί και αυτή προσδόκα σε ένα «κάλο» παιδί για να αποκατασταθεί.
Ο Εξτρέμ δεν μπορούσε να αφήσει ασχολίαστες αυτές τις προκλητικά συντηρητικές τοποθετήσεις και πέρασε στην αντεπίθεση. Μπορείς να είσαι εύκολος μέχρι μια ηλικία και έπειτα να περάσεις στο δρόμο της κοινωνικά αποδέκτης αρετής. Οπότε και ο σκύλος χορτάτος και η πίτα γεμάτη. Ο R2D2, που ήταν από ένα χωριό των Σερρών, του απάντησε ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη, αλλά πολύ λιγότερο σε άλλες πόλεις και καθόλου στα χωριά. Ο Χούντας, που είχε γυρίσει χάρη στο επάγγελμα του πατέρα του αρκετά μέρη είπε, αφήστε την επαρχία, είναι άλλο κεφάλαιο. Εκεί ο καθένας πιστεύει ότι το χωριό του έχει τους πήδουλες και ότι οι γυναίκες των διπλανών χωριών είναι πουτανες. Μια μέρα στο Βόλο, που μου έλεγε ένας για τις Λαρισαίες ,του απάντησα, καλά, το δέχομαι ότι είναι πουτανες, εσύ μπορείς να μου πεις ποσά έδωσες για να τις πηδήξεις; Μουγκα, λέξη δεν είπε. Αφήστε, σε κάθε πόλη και χωριό στην Ελλάδα πρέπει να προσεχείς που πατάς, είναι γεμάτο φίδια. Πάντως η κόρη σου, είπε ο Ντοκτορ, δεν πήρε ικανοποιητική απάντηση. Φυσικά και όχι, αποφάνθηκε ο Σοφός, εάν δεν μπορείς να βρεις απάντηση για εσένα, πώς να την δώσεις σε άλλον. Και μετά την έστειλες στη μανά της τρελό αγόρι, ρώτησα. Βεβαίως, βεβαίως, Καπταιν, είπε ο Σοφός. Μου κόλλησαν το παρατσούκλι επειδή ο πατέρας μου είχε μια βάρκα με την όποια πηγαίναμε για ψάρεμα, μόνο που εγώ δεν ψάρευα. Από τότε κουβαλούσα απλώς τις μπύρες.
                Παλαιοτέρα, τους ανέφερα, όταν μίκραιναν οι ήμερες, μου έτυχε να νιώσω κατάθλιψη. Πέρυσι την αισθάνθηκα όταν μεγάλωναν. Τότε που μας είχαν βάλει εκ περιτροπής με μειωμένο ωράριο στη δουλειά. Μόλις μίκρυναν και μπορούσα να κρύψω τη ντροπή μου στο σκοτάδι ένιωσα ανακούφιση. Φέτος δεν με νοιάζει καθόλου. Έτσι είναι η ζωή, μια πάνω, μια κάτω, το φιλοσόφησε ο Ντοκτορ. Μόνο ο Κοσκωτας μας έχει εδώ κάτω, είπε ο Εξτρέμ. Κανένα ρετιρέ δεν άδειασε ακόμη; Όταν θα αδειάσει θα σου δώσω τη διεύθυνση να το νοικιάσεις, του απάντησε ο χοντρούλης. Για να ξαναευθυμήσουμε τους λέω τι μου συνέβη σήμερα πηγαίνοντας στο σουπερμάρκετ. Στην είσοδο του βλέπω μια PORSCHE 911. Είχε παρκάρει άβολα για τους υπόλοιπους, αλλά δεν μπορούσες να κατηγορήσεις τον οδηγό της μόνο με ταξικά κριτήρια. Υπήρχαν δίπλα της και αλλά λιγότερο πολυτελή αυτοκίνητα στον ιδιότυπο ρόλο του εμποδίου, κλείνοντας το μισό δρόμο. Άνοιξε κάποια στιγμή η πόρτα και βγήκε από μέσα μια από τις ωραιότερες γυναίκες που έχω δει. Ψήλη, ξανθιά, αδύνατη, σμιλεμένο στο γυμναστήριο κορμί, σωστό φωτομοντέλο. Ισορροπούσε άνετα πάνω στις ψηλοτάκουνες γόβες της, ακριβώς το υπόδημα για το σουπερμάρκετ, με αντίστοιχο φόρεμα, πράσινο κολλητό. Θα μπορούσε να πρωταγωνιστήσει στη φαντασία κάθε άνδρα και γυναίκας.
Ωραία φτιαχτήκαμε Καπταιν, το λοιπόν, είπε ο Ντοκτορ. Κατάλαβα ότι το ακροατήριο μου είναι αδυσώπητο και πριν στραφούν αλλού, πέρασα αστραπιαία στα συμπεράσματα μου. Λοιπόν μάγκες, τους είπα, είμαι πολύ γέρος για αυτές, πιν απ με σουπερ αυτοκίνητο, με υπόνοιες για το πώς βρέθηκε στη κατοχή της… Άστα ρε Καπταιν, το ‘κάψες, είπε ο Σοφός διακόπτοντας με, όσα δεν φτάνει η αλεπού ούτε τα πηδάει, ούτε τα κοιτάζει. Μας το άρχισες από τη πενία και το τελείωσες στη μαλακια. Το Ρομποτάκι παρέβηκε σωτήρια αποτρέποντας τον  επικείμενο λεκτικό εκτροχιασμό, αναφέροντας ότι και εκείνος την πιο ωραία γυναίκα της ζωής του την είδε να οδηγεί το ίδιο αυτοκίνητο. Όταν σπούδαζε στο εξωτερικό, σε ένα από τα πάρκα της πόλης πάρκαρε μια PORSCHE 911. Βγήκε από τη θέση του συνοδηγού ένας κύριος και πήγε και άνοιξε τη πόρτα του οδηγού, απ’ οπού ξεπρόβαλε ένα μπαστούνι και έπειτα μια ηλικιωμένη κύρια. Ήταν τόσο καλοντυμένη και φαινόταν τόσο καλοζωισμένη. Δεν ήταν νεόπλουτη, ήταν όπως θα έπρεπε να είναι ένας χορτάτος άνθρωπος και τη ζήλεψε, με τη καλή έννοια. Θα ήθελε να πήγαιναν για ένα καφέ να του διηγηθεί τι είχε κάνει στη ζωή της, μήπως και ανακάλυπτε κάποιο μυστικό.
Όπως λέμε και εμείς οι Καπταιν, πετάχτηκα για να δείξω ότι το χτύπημα δεν με είχε πτοήσει, σημασία έχει πως τελειώνει ο αγώνας, όχι πως αρχίζει. Ο Σοφός, όμως, με τάπωσε πάλι παραδειγματικά αναφέροντας ότι, η κουβέντα για σπορ αρχίζει όταν τελειώνει ο πραγματικός αθλητισμός, το ίδιο και το σεξ. Έχετε δει κάποιον να έχει πολλές σχέσεις και να μιλάει για αυτές, αντίθετα όποιος δεν έχει, το μπλαμπλαδοσεξ το κάνει εργόχειρο. Έτσι δεν είναι Εξτρέμ, ρώτησε σέρνοντας τη φωνή του και αφήνοντας την απόρροια να πλανάται. Ο Χάρος που θυμόταν ποτέ πήγε για κατούρημα ο καθένας μας, του πέταξε ακόμη μια μπήχτη. Τι θυμάσαι τη Μαρία που ήταν μαζί μας στο λύκειο, από τις Συκιές, την συνάντησα στα δικαστήρια. Ο Ντοκτορ, που είχαν αστράψει τα μάτια του, πετάχτηκε πρώτος και ρώτησε, ποια ρε άτιμοι, αυτή για την όποια που είχαμε πλακωθεί στο ξύλο με το διπλανό σχολείο; Ακριβώς, απάντησε ο Χάρος, αυτή για την όποια ο Χούντας και ο Εξτρέμ μάζεψαν ότι καλύτερο είχαν σε γνωριμίες και μπήκαμε σε Τρωικό πόλεμο. Ηλίθιε χασοδικη, του είπε ο Εξτρέμ, εάν δεν είχαμε φέρει εκείνα τα καλόπαιδα με την έντονη θεατρική παρουσία ακόμη στο νοσοκομείο θα ήμασταν με τους μπετατζήδες που είχαν μαζέψει οι αντίπαλοι μας. Κόρακας κορακιού μάτι δε βγάζει. Τέλος, πάντων τι κάνει το Μαράκι ρώτησε γεμάτος ενδιαφέρον ο Ντοκτορ, κοιτώντας όμως στα μάτια τον Εξτρέμ, ο όποιος, πάρα τις βάσιμες υπόνοιες ότι τα είχε καταφέρω εκεί που όλοι οι υπόλοιποι είχαν αποτύχει, ποτέ δεν άνοιξε το στόμα του σχετικά με αυτό. 
Είναι ακόμη εντυπωσιακή γυναίκα, τουλάχιστον στα μάτια μου, είπε ο Χάρος, αλλά σας έχω μια έκπληξη. Είχε ατυχίες στη ζωή. Όπως, ίσως θυμάστε, είχε παντρευτεί πρώτη από όλους μας, αλλά τρία χρόνια αργότερα ο άντρας της πέθανε σε εργατικό ατύχημα. Κάηκε ζωντανός. Ευτυχώς ή δυστυχώς δεν είχαν παιδιά και η Μαρία, όσο και να μην το πιστεύετε, βρήκε παρηγοριά στην εκκλησία. Τον διέκοψε ο Χούντας σχολιάζοντας, κοίτα να δεις, εκεί που ψάχναμε παρηγοριά εμείς στη Μαρία, αυτή την έψαξε στην εκκλησία. Ρε Εξτρέμ δε πας να κοινωνήσεις; Αστό βρε τρελό αγόρι, εάν ανοίξω το στόμα μου τώρα θα χάσω κάθε πιθανότητα για τον παράδεισο, άσε να μας πει τη συνεχεία για τη Μαρία, απάντησε ο αριστερός επιθετικός μας. Ο Χάρος έπιασε το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει. Λοιπόν, για να το μαζέψουμε το πράγμα, η Μαρία παντρεύτηκε ένα παιδί της ενορίας, κάλο χριστιανό και τώρα έχει τέσσερα παιδιά. Όλοι έμειναν άφωνοι με τον αριθμό των τεκνών, πάρα μόνο ο Εξτρέμ, όπως πάντα όταν αφορούσε γυναίκες, έμεινε ατάραχος. Άτιμη κουφάλα, ακόμη και τώρα δεν ανοίγεσαι, τον τσίγκλησα, γνωρίζοντας εκ των πρότερων την αποτυχία μου. Μάγκες, καθότι είμαστε όλοι παντρεμένοι, θα σας πω το μυστικό μου, αποκρίθηκε ο Εξτρέμ. Στις σχέσεις ξεκινάς πάντα από άσπρο χαρτί, τι συνέβη πριν είτε σε σένα, είτε σε καινή δεν έχει καμιά σημασία.
Εντάξει Εξτρεμακο, δεν θα ξαναρωτήσουμε, είπε ο Ντοκτορ. Αλλά είσαι μεγάλη κουφάλα και θα σε δώσω, πάρα το ιατρικό απόρρητο, γιατί δεν ήσουν ασθενής μου τότε. Που λέτε παιδιά, ο λεγάμενος είχε πάει στο ιατρείο του πατέρα μου όταν ήμασταν στο γυμνάσιο,  κρυφά από μένα, απλώς έτυχε να είμαι εκεί και όταν μπήκε έμεινα στη τουαλέτα να δω τι  ήθελε, χωρίς να με δει. Τον έκαιγε το πούλι του και δεν ήξερε σε ποιον να το πει και πήγε στον πατέρα μου. Ο καταφερτζής τον έβαλε να ορκιστεί ότι δεν θα το έλεγε πουθενά. Αφήστε το παλικάρι μας ήσυχο που ανασκαλίζετε το παρελθόν και τον τσιγκλάτε για τις γκόμενες. Στο χέρι έπλενε και το έπαθε, είπε ο Χάρος. Μετά τη Μαρία, λες και ήταν η μέρα των συμμαθητών, όπως επέστρεφα στο γραφείο βλέπω τον Γιωργάκη, τον θυμάστε, που έκανε παρέα με τον Γιάννη τον ψηλό από το Ασβεστοχωρι; Που τον θυμήθηκες αυτόν άτιμε Χάρε, ρώτησα, κάλο παιδί αλλά παράξενο. Κάλος ήταν μωρέ, αλλά παρεξηγημένος, απάντησε. Δεν τα αγαπούσε τα σπορ και δεν είχε θέματα συζήτησης μαζί σας. Ωχ αδελφέ, μονόχνοτος ήταν, είπε ο Χούντας, ούτε στη πενταμερή ήρθε. Στις πανελλήνιες, όμως, πέρασε πρώτος του απάντησε ο Χούντας. Ξαναπήρε το λόγο ο Χάρος και είπε ότι με τον Γιώργο είχαν σχέσεις, βρισκόταν για κανένα καφέ κάπου κάπου, άλλες φορές μιλούσαν στο τηλέφωνο. Το τελευταίο διάστημα είχε χαθεί, ώσπου του τηλεφώνησε τις προάλλες. Η γυναίκα του είχε φύγει νικημένη από τον καρκίνο. Έπειτα ξαναχάθηκε, ανέφερε, ώσπου τον βρήκα σε κακό χαλί. Τον ρώτησα τι συμβαίνει και μου είπε ότι σκοτώθηκε η κόρη του σε αυτοκινητιστικό. Καλά ρε Χάρε βόλτα βγαίνεις  και παίρνεις κόσμο και κοσμάκη στο λαιμό σου, είπε ο Χούντας. Μπα, γκαντέμης ήταν από μικρός ο Γιώργος, είπα, οπότε παίζαμε Προ-Πο και ήταν κοντά δεν πιάναμε παιχνίδι. Έλα ρε μπαγάσες, σταματήστε τις πλάκες, είπε ο Κοσκωτας, η  ηλικία μας φταίει, όλο τέτοια ακούς. Τι έγινε μετά, ρώτησε τον Χάρο. Τι να κάνει, αναρωτήθηκε, έχει αλλά δυο παιδιά, στη δουλειά έκαναν υπομονή, λόγω της κατάστασης, αλλά στο τέλος τον απέλυσαν. Πήγα μια μέρα από το σπίτι να του δώσω κάτι χαρτιά σχετικά με τα κληρονομικά και δεν είχε νερό.  Του το είχαν κόψει.
Κοίτα να δεις Χαρούλη, έχω ένα φίλο στο λογιστήριο της ύδρευσης. Πάρε τα λεφτά αυτά και πήγαινε να τον βρες να κανείς την επανασύνδεση και μη του πεις τίποτε. Έβγαλε τα λεφτά από πορτοφόλι του και του τα παρέδωσε ο Κοσκωτας. Τότε πετάχτηκε ο Εξτρέμ και τον ρώτησε εάν έμενε ακόμη στη γειτονιά και αφού άκουσε την απάντηση που επιθυμούσε, του ζήτησε τη διεύθυνση για να πάει από εκεί ο παππάς της ενορίας να του συμπαρασταθεί και ψυχικά και έμπρακτα. Ήταν γνωστοί από μικροί. Ο ένας πήγαινε από εδώ, ο άλλος από εκεί, αλλά μεταξύ τους τα είχαν βρει. Τον κάλεσες στο συμπόσιο, στο άντρο των ρέμπελων, ρώτησα. Του το πρότεινα, αλλά δεν έχει που να αφήσει τα παιδιά, είπε ο Χάρος. Η πεθερά δεν του μιλάει και οι δικοί του είχαν φύγει νωρίτερα. Εν τω μεταξύ και μια θεια που έχει, πήγε να του συμπαρασταθεί και τα έκανε χειρότερα. Όταν ήμουν στο σπίτι του ήταν παρούσα και του έλεγε να μην κάνει έτσι, ότι και εκείνη είχε χάσει το γαμπρό της. Δεν την πέταξε από το σπίτι, ρώτησε ο Εξτρέμ. Όχι, μόνο έτριβε τα χέρια του και κοιτούσε τα χαρτιά που του είχα δώσει. Δεν της έδινε και πολύ σημασία, σαν να είχε κάποιο ραδιόφωνο ανοιχτό για συντρόφια και αυτός βυθισμένος στις σκέψεις του. Καλυτέρα, γιατί αυτή η επιμονή των ανθρώπων να ανταγωνίζονται συναισθηματικά με παρόμοιες κατά αυτούς καταστάσεις είναι σαν μια άκαρπη προσπάθεια αυτοπαρηγοριάς.
Πολύ πέσαμε, είπε ο Κοσκωτας. Θυμάστε τον Αρβύλα, εκείνο τον άξεστο ροκαμπιλα που προωθούσα στα ξεκινήματα μου, μας ρώτησε και πριν καλά καλά ολοκληρώσουμε έστω και με κάποιο καταφατικό νεύμα, συνέχισε λέγοντας μας ότι η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο. Σε αυτόν έλαχε κατεψυγμένη πίτσα και, ενώ δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να φάει έστω και ένα κομμάτι, όταν τη δοκίμασε ήταν ένα από τα καλυτέρα πιάτα που είχε γευτεί. Τον πέτυχε στο αεροδρόμιο. Πήγαιναν και οι δυο στην Αθήνα. Έτυχε να καθίσουν σε διπλανές θέσεις. Ο Αρβύλας ήταν φανερά σπασμένος, σαν να τον είχαν προλάβει οι καταχρήσεις του παρελθόντος και να του ζητούσαν τα ρέστα. Κάπως έτσι θα έπρεπε να έμοιαζε η γιαγιά του μετά τα εξήντα. Θυμάστε πόσο το συμπαθούσα αυτό το τρελό αγόρι, είπε, με είχε τρελάνει, αλλά ήταν ο πρώτος μου μεγάλος πελάτης και καθόμουν και υπόμενα σαν τη πόρνη το νταβατζη. Άρχισε τα προκαταρτικά για το που χαθήκαμε, το γύρισε στο παλιό καιρό, στο πόσο κάλος ήμουν μαζί του και στο πόσο τον βοήθησα να ανεβεί. Τον άφησα, όπως έκανα παλιά, να λέει τα δικά του, τον έβαλα σε ρυθμό ψυχανάλυσης, μου είπε για τη ζωή που του γύρισε τη πλάτη, για τις δισκογραφικές που έχασαν πια το παιχνίδι… Όταν πια τέλειωσε το παραλήρημα για τον κατήφορο της ζωής του σα τη Ζωή Λάσκαρη, το μόνο που αποκρίθηκα ήταν να τον ρωτήσω γιατί δεν το περίμενε.
Τότε άρχισα, σαν μην είχα ακούσει τίποτε από όσα είπε, να εξιστορώ το δικό μου ανήφορο. Του είπα ότι τον ευχαριστώ για τη συνεργασία μας. Χάρη σε αυτή έφτιαξα κάλο όνομα στη πιάτσα και βρεθήκαν πολλοί να συνεργαστούν μαζί μου αφού χωρίσαμε. Φυσικό ήταν, είχα ένσημα από τον πιο στριφνό και αλλοπρόσαλλο. Την κράτησα τη δουλειά του μάνατζερ μερικά χρόνια, έτσι και αλλιώς για πλακά την είχα αρχίσει. Όταν βαρέθηκα την άφησα. Τα λεφτά τα είχα από τους γονείς μου, αλλά τα αυγάτισα, δεν τα έτρωγα. Όταν ήμασταν μαζί αγόραζα οικόπεδα, μετά μετοχές, μετά χρυσό… Πάντα ένα βήμα μπροστά από το ευρύ κοινό. Τώρα τελευταία αγόραζα έργα τέχνης. Με την κρίση είναι ένα κάλο επενδυτικό αποκούμπι  για τους εύπορους. Αυτή τη στιγμή τα πουλάω. Του εξήγησα ότι το θέμα είναι να βρίσκομαι ένα βήμα μπροστά από την αγορά. Να έχω πάντα μετρητά και να αγοράζω αυτό που θα εκτοξευτεί, όχι ότι ανεβαίνει ήδη. Εάν, πάντως, χρειαστείς την βοήθεια μου, του είπα, το παλιό μου κινητό το έχεις. Τώρα ανήκει σε μια βοηθό μου. Μόνο μην της μιλήσεις όπως μιλούσαμε μαζί. Έχει διδακτορικό από Αγγλία στην Τέχνη και Μάρκετινγκ και δε θεωρεί τις πίστες τέχνη.
Μπορεί τέχνη να μην είναι ,είναι, όμως μάρκετινγκ χοντρουλή, του είπε ο Εξτρέμ. Ο παλιός σου κολλητός σίγουρα δεν είναι ανάμεσα σε αυτούς που θα εκτοξευτούν. Δεν τους βλέπεις τους καημένους τους νυχτόβιους. Το σκατο τους ξεραίνουν, αφού ξέρουν ότι οι σεζόν της φήμης είναι μετρημένες στα δάκτυλα. Να φτιάξουν κομπόδεμα για τα γεράματα. Τι να κάνουν Εξτρεμακο, είπε ο Χούντας, κάπως πρέπει να επιβιώσουν και αυτοί. Κρέας πουλάνε, όσο είναι φρέσκο κάτι γίνεται, μόλις μπαγιατέψει ποιος θα το ζητήσει;  Ο συγκεκριμένος θα πάει χορτάτος, είπε ο Ντοκτορ. Όταν ήσασταν μαζί βαρέθηκα να σου τον φτιάχνω. Φυσικό είναι τώρα να κατάντησε σαράβαλο. Δεν πειράζει τον είχε ένας καναλάρχης, τον έκανε ανακύκλωση στις εκδόσεις, στη τηλεόραση, στο ραδιόφωνο… Τον αγόρασε μια φόρα, του έβγαλε φωτογραφίες σε διαφορές φάσεις της ζωής του, και τον πούλησε δέκα χρόνια. Ούτε σκάνδαλο δεν χρειάστηκε να του στήσει. Τα κατάφερνε και από μόνος του. Έτσι είναι παιδιά, είπε ο Εξτρέμ. Όλοι έχουμε κάποιο εκκεντρικό γούστο καταπνιγμένο. Απλώς εάν έχεις χρήμα και θράσος μπορείς να το ξεδιπλώσεις.
Έξω έπιασε βροχή. Είχε νυκτώνει για τα καλά και ο δρόμος ήταν έρημος. Ένα ζευγαράκι προσπάθησε να βρει καταφύγιο κάτω από το δέντρο που γειτόνευε με το κατάστημα μας. Από τα βάθη που βρισκόμασταν εμείς δεν μπορούσαν να μας διακρίνουν . Ήταν αγκαλιασμένοι κάτω από μια μικροσκοπική ομπρέλα και μετά από λίγο αγνοούσαν τη βροχή και απλώς φιλιόταν. Είχε πέσει απόλυτη σιγή στο μαγαζί. Τους χαζεύαμε μαζί με τη βροχή, τα φωτά που λαμπυρίζουν τόσο όμορφα όταν βρέχονται. Ο Ντοκτορ έσπασε τη ησυχία αναρωτώμενος ποιος είναι ποιος ευτυχισμένος εμείς ή εκείνοι. Ο Χούντας είπε ότι τους ζήλευε και αναπολούσε τη ηλικία στη όποια βρισκόταν. Ο Εξτρέμ είπε εμείς, γιατί αυτοί έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλο, εμείς είμαστε αυτάρκεις στην ευτυχία μας ο καθένας από μονός του. Ο Κοσκωτας διαφώνησε, γιατί διαφορετικά δεν θα ήμασταν μαζεμένοι όλοι μαζί στο μαγαζί κάθε τόσο. Το Ρομποτάκι ψήφισε τους νέους γιατί εμείς χρειαζόμαστε και το πότο με το φαγητό. Εγώ δεν είχα γνώμη, πάντα έτσι ήμουν. Ρακοσυλλέκτης της στιγμής, ότι έρθει και ότι πάει. Ο Σοφός συμφώνησε μαζί μου αλλά με ποιο λόγιο τρόπο.
Μόλις σταμάτησε η βροχή και έφυγαν και οι τελευταίοι περαστικοί βγήκαμε σαν τα ποντίκια στη νύχτα και ψάχναμε εκείνη τη κουβέντα που θα μας έκανε να μείνουμε να πούμε δυο λόγια ακόμη στη πόρτα. Κοιταζόμασταν σαν τους συνωμότες και ήμασταν όλοι ευτυχισμένοι, σαν να είχαμε κερδίσει στη μπάλα την αντίπαλη γειτονιά, σαν να χαιρόμασταν μια πετυχημένη  φάρσα. Ψηλά το φεγγάρι αγκομαχούσε να ρίξει λίγο από το φως της Πανσέληνου μέσα από τα σύννεφα. Το φθινόπωρο τελικά μας πρόλαβε, υποσκελίσει το καλοκαίρι. Από αύριο θα έχει συνεχεία βροχές είπε ο Ντοκτορ. Ποιος στο είπε Ντοκ, οι ινδιάνοι του Χορτιάτη, τον ρώτησε ο Σοφός. Ανταλλάξαμε καληνύχτα και κάποια τελευταία πειράγματα ανεβαίνοντας τα σκαλάκια. Έπιασε ξανά ψιλόβροχο. Ο καιρός μας χάιδευε το κεφάλι να το πάρουμε απόφαση πως το καλοκαίρι τέλειωσε και ότι πολύ είχε κρατήσει φέτος. Σε λιγότερο από ένα μηνά ημερολογιακά θα ήταν χειμώνας. Είχα ένα ελαφρύ πανωφόρι με κουκούλα. Πήγα λίγο πιο εκεί κάτω από ένα μπαλκόνι Ήρθε δίπλα μου ο Χάρος που προθυμοποιήθηκε να με πετάξει με το αυτοκίνητο λόγω της βροχής. Τι σκέφτεσαι τον ρώτησα. Τη γενιά μας μου απάντησε. Τώρα έρχεται η σειρά της να είναι στα πράγματα και αυτά είναι δύσκολα. Φοβάμαι πως θα αισθάνομαι εάν αποτύχουμε. Φοβάμαι πως θα μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι εάν δεν τα καταφέρουμε. Μην ανησυχείς απάντησα, είμαστε η γένια των σιξτις – σεβεντις. Έπαιρναν πολλά ναρκωτικά τότε. Θα είμαστε ευτυχισμένοι ότι και να γίνει.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Γλέντι


Μπροστά μου βάδιζε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Αυτός ήταν αδύνατος, σχεδόν καχεκτικός. Δεν ήταν σημάδι υγείας κάτι τέτοιο. Έγερνε προς τα αριστερά και το κεφάλι του σχημάτιζε μια γωνία που έμοιαζε σαν να παίρνει στροφή πάνω σε μηχανή. Η γυναίκα του λίγο πιο κοντή και σίγουρα πιο εύρωστη τον υποβάσταζε, βάζοντας κόντρα με τον ώμο της και προσπαθώντας να τον κάνει να κινηθεί ευθεία. Ακολουθούσαν μια τεθλασμένη γραμμή στο πεζοδρόμιο. Όταν ο κάματος υπερνικούσε τη σύζυγο έφευγαν προς το δρόμο. Μόλις αναπτερωνόταν το κουράγιο της, ξαναγύριζαν προς τα δεξιά. Κατηφόριζαν την Εθνικής Αντιστάσεως από την Περικλεούς προς τη Νομαρχία. Στην αρχή πίστευα ότι θα πήγαιναν στο σουπερμάρκετ και ότι δεν είχε που να τον αφήσει. Αλλά προσπέρασαν το κατάστημα και συνέχισαν. Μου κέντρισαν την περιέργεια και είπα να τους ακολουθήσω διακριτικά, να δω που θα καταλήξουν.
                Κάποιες στιγμές σταματούσαν να ξεκουραστούν. Ανταγωνιζόταν ποιος βαριανάσαινε περισσότερο. Έκαναν πως κοιτούσαν στις βιτρίνες, αλλά όταν κοντοσταθήκαν σε ένα κατάστημα με είδη γυμναστηρίου προδοθήκαν. Μόλις η γυναίκα έβρισκε τις δυνάμεις της συνέχιζαν. Αναρωτήθηκα εάν πήγαιναν σε κάποιον γνωστό τους, κάποιον με χειρότερη υγεία από αυτούς. Τι σύνταξη να είχαν και τι ιατροφαρμακευτική κάλυψη; Παιδιά, εγγόνια; Είχαν φύγει και τους άφησαν πίσω στο κατακαλόκαιρο; Έφτασαν έξω από ένα από αυτά τα υπερμεγέθη αρτοζαχαροπλαστεία – καφετερίες, οπού αδυνατώ να κατανοήσω πως βγάζουν τα έξοδα τους. Είχα προσπαθήσει να κάνω ένα πρόχειρο υπολογισμό. Έξι χιλιάδες το νοίκι ανά μήνα, τριακόσια τουλάχιστον ευρώ ΟΑΕΕ, ρεύμα δε θα θέλει ένα τετρακοσαριά, μισθοδοσία κανένα εξαχίλιαρο… Έβαζα, έβαζα… Έκανα μια πρόχειρη σούμα. Διαίρεσα με τις ήμερες του μήνα, έπειτα με μια μέση κατανάλωση λίγο πάνω από το κόστος ενός καφέ και μου βγήκαν διακόσιοι πελάτες τη μέρα. Έχουν τόσους με αντίστοιχο κατάστημα στα διακόσια μέτρα, χώρια οι μπουγάτσες που υπάρχουν τριγύρω; Δεν ξέρω, ίσως το έχω σκεφτεί λάθος.
                Εκείνοι σταμάτησαν, τον βοήθησε να καθίσει, τον χάιδεψε στον ώμο από τον οποίο τον κρατούσε και μπήκε μέσα στο κατάστημα. Βγήκε με δυο κυπελλάκια παγωτό. Εκείνος της χαμογέλασε και πάρα τα τόσα μέτρα που είχαν διασχίσει και τους είχε βγει η ψυχή μέσα στην κάψα έμοιαζαν πιο ζωντανοί από οποιοδήποτε άλλο υπήρχε γύρω τους. Μου έφτιαξαν τη διάθεση και αποφάσισα να πάρω το λεωφορείο να κατεβώ στο κέντρο. Στη στάση περιμένοντας ήταν και ένα ζευγάρι που νεαρό δεν το έλεγες, ούτε όμως τους είχαν πάρει τα χρόνια. Μια δεκαετία πίσω θα είχαν υψηλό δείκτη κεφαλογυρίσματος και οι δυο. Τώρα κάποια περιττά κιλά από τη δουλειά γραφείου και τις μπύρες, κάτι οι γέννες, κάτι οι λοιπές δικαιολογίες που έχουμε όλοι, αλλοίωσαν εκείνη την εικόνα. Είχαν μια υπόκωφη λογομαχία, από αυτές που διεξάγονται σε δημόσιο χώρο, που θέλεις ο άλλος να το βουλώσει πρώτος, εσύ να μην υποχωρήσεις ποτέ. Που εάν διεξαγόταν στο σπίτι θα ούρλιαζαν, αλλά τώρα εν δήμω, φωνάζουν οι γκριμάτσες. Κάποιες κορώνες ξεφεύγουν. Οι γύρω το παίζουν αδιάφοροι, αυτοί κοιτούν εάν τους βλέπουν, παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν σαν να τους έχουν προγραμματίσει να μην σταματήσουν και το λεωφορείο μοιάζει να βρίσκεται μια αιωνιότητα από την άφιξη του. Οι διαφωνίες πήγαζαν από την οικονομική κρίση.
                Ξαφνικά εκείνης της ξέφυγε λίγο πιο έντονα η φράση είμαι τριάντα έξι ετών. Εκείνος έκανε μια παύση. Έσκυψε και κοίταζε το πεζοδρόμιο σαν να σκεπτόταν κάτι. Η γυναίκα σάστισε και έμοιαζε να περιμένει. Αυτός κοιτούσε τα παπούτσια του, δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κουνηθεί. Το νούμερο τρία είχε έρθει και οι περισσότεροι επιβιβάστηκαν και έφυγαν. Είχα μείνει μαζί τους, λίγο πιο πίσω από εκείνους. Αυτός σήκωσε το βλέμμα και της ζήτησε συγγνώμη. Έχεις δίκιο είπε, εσύ είσαι τριάντα έξι και εγώ σαράντα δυο. Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο με στενοχώριες, πρόσθεσε και την παρακάλεσε να επιστρέψουν στο σπίτι τους, τονίζοντας με νόημα τις τελευταίες λέξεις. Έφυγαν σχεδόν τρέχοντας και μετά από δυο ευτυχισμένα ζευγάρια αποφάσισα να πάρω ταξί. Ο τύπος έκανε σαν να κέρδισε τζακ ποτ. Φίλε, μου είπε, μόνο όποιος έχει μανά και αδελφό στο νοσοκομείο παίρνει ταξί σήμερα. Αδελφέ στο ταξί είμαι και η μανά μας είναι καλά του απάντησα από μέσα μου στο ίδιο λαϊκίζον μοτίβο.  Όμως δεν του αποκρίθηκα,  μόνο έγνεψα καταφατικά για να μην χαλάσω το κέφι σε κανένα από τους δυο μας. Αφού αρχίσαμε να τσουλάμε στα δεξιά του δρόμου, γλύφοντας τα πεζοδρόμια, βρίζοντας όσους είχαν διπλοπαρκάρει για να πληρώσουν το κινητό τους, για τσιγάρα και λοιπές σοβαρές προφάσεις, κάνοντας σφήνες στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας για την αποφυγή των εμποδίων αυτών και βρίζοντας συγχρόνως τα θύματα μας, ξεμπερδέψαμε με τη κουβέντα του καυτού καιρού και περάσαμε στις καυτές γυναίκες.
                Άρχισε να μου μιλά για μεθυσμένα κοριτσάκια που μπορείς να τα κανείς ότι θέλεις, για γονείς που δεν τα προσέχουν, για ανθρώπους έτοιμους να τα εκμεταλλευτούν… Είμαι πεπεισμένος ότι τα προβλήματα της χώρας μπορούν άνετα να λυθούν από τους ταξιτζήδες και τις κομμώτριες. Λίγο πιο κάτω στην κατάταξη μου είναι οι καφενόβιοι και οι τηλεπαρουσιαστές. Μετά από τόση ευτυχία θα έπρεπε να προκαλέσω την τύχη μου και έτσι τον ρώτησα εάν αυτός έχει εκμεταλλευτεί κανένα από αυτά. Μόνο που δεν βγήκε το πόδι του από το πάτωμα φρενάροντας. Τι λες ρε φιλαράκι, είπε, για ποιον με πέρασες; Είχα εμπειρία από ταξιτζή που μου διηγούταν ερωτικές περιπτύξεις με πελάτισσες εν ώρα εργασίας, αλλά δεν είχα τέτοια πρόθεση, του είπα, ούτε ήθελα να μου εκμυστηρευτεί τα προσωπικά του. Αλλού το πήγαινα. Στην ηλικία αυτών των παιδιών και εμείς με τις ορμόνες σκεπτόμασταν, αλλά τώρα δεν θέλουμε να συγχωρέσουμε τίποτε. Ποιος λοιπόν φταίει πιο πολύ, αυτός που μέθυσε στα δεκαέξι ή αυτός που τον εκμεταλλεύεται; Οι γονείς, μου λέει, που το αφήνουν να βγουν… Οι γονείς μεγαλώνουν τα παιδιά για να ζήσουν μονά τους, απαντώ. Εάν δεν τα αφήσεις πως θα ξέρεις εάν τα καταφέρνουν; Τι σκέπτεται η κλωσά όταν το κλωσσόπουλο επιχειρεί να πετάξει την πρώτη φόρα;
                Σταματήσαμε στην αρχή της Τσάμικη, απέναντι από τη ΧΑΝΘ. Φίλε έχεις γούστο, είπε, εάν το ταξί ήταν δικό μου θα σου χάριζα τη κούρσα. Μην ανησυχείς τα παιδιά βρίσκουν το δρόμο τους, τους αποπροσανατολισμένους μεγάλους να φοβάσαι, είπα και άφησα δέκα ευρώ. Αυτή τη γύρα κερνάω ένα καφέ, άσε τα ρέστα. Χαιρέτησα και πήγα προς το κέντρο της πόλης. Κοιτούσα τα κλειστά καταστήματα, ειδικά στα στενά. Θυμήθηκα την πτώση του τείχους και την διάλυση της Σοβιετικής ένωσης. Η ιταλική μαφία, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, είχε μετακομίσει στην Γερμάνια για να αποφύγει τον νομό που είχε θεσπιστεί εναντίον της στην Ιταλία και «στεγαζόταν» σε πιτσαρίες και εστιατόρια. Με την πτώση των ανατολικών καθεστώτων πεταχτήκαν από τη Γερμάνια στη Ρωσία και αγόρασαν ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα, ειδικά μέσα στη Μόσχα, εδραίωσαν τους δεσμούς τους με την τοπική μαφία και έπιασαν δουλειά σε μια παρθένα τεραστία χώρα. Με την οικονομική κρίση ευκαιρίες δημιουργούνται και για τους νόμιμους και για τους παράνομους. Ειδικά για τους τελευταίους.
                Άνθρωποι θα οδηγηθούν στον γκρεμό και άνθρωποι θα επωφεληθούν από το κενό. Στη φυσική υπάρχει ο χωρόχρονος και στην οικονομία ο χρημαχρόνος. Σε κάθε περίπτωση σκοπός σου είναι να μείνεις μακριά από τις ελκτικές δυνάμεις των μαύρων οπών, διαφορετικά μαύρο φίδι που σε έφαγε. Κάποιοι ισορροπούν στις κορυφές και κάποιοι κατρακυλούν στις κοιλάδες. Εάν βρουν που να γαντζωθούν επιβιώνουν, διαφορετικά τέλος χρόνου. Πρέπει να βρουν νέα πιστά για να τους παίξουν. Οι δρόμοι, όπως είχε αρχίσει να δύει ο Ήλιος, σκοτείνιαζαν. Τα αυτοκίνητα είναι λιγοστά τέτοια εποχή και οι άδειες βιτρίνες είναι σαν κόγχες χωρίς μάτια. Μαύρες σπηλιές που ρούφηξαν ζωή, που έστυψαν τα όνειρα των διαχειριστών τους, τις ανάγκες των υπάλληλων τους και άφησαν τα κουφάρια των επαγγελματικών σχεδίων να πουν το πικρό τους τραγούδι. Κάτω από τις πόρτες οι φάκελοι με τους λογαριασμούς χαιρετίζονται με τα διαφημιστικά, κυλιούνται στην σκόνη σαν ξαναμμένοι θερινοί εραστές στην άμμο, ξεδιάντροπα χλευάζοντας τους παραλήπτες τους, που τώρα πια θα παρακολουθούν τα μπάνια του υπολοίπου λαού από κάποια τηλεόραση. Ανάμεσα στο σκοτάδι ένα φως σαν πυγολαμπίδας, ένα ασπριδερό, ασθενές φως να δίνει το μήνυμα της ζωικής αντίστασης. Πλησίασα πιο κοντά. Δεν είχε την ένταση της ζωής, μάλλον ο ρόγχος του μελλοθάνατου. Ένα ανθοπωλείο, οπού από την πόρτα εισόδου έμπαινε μια μπαλαντέζα που χανόταν κάπου στο βάθος και το μόνο φως που άναβε ήταν από γκαζολάμπα για κάμπινγκ. Εάν ζητήσω ελληνικό καφέ θα πέσουμε στο σκοτάδι συλλογίστηκα. Του ζήτησα ένα μπουκέτο λευκά χρυσάνθεμα. Η ψευδοροφή είχε χάσει τα περισσότερα σποτάκια, τα ψυγεία ήταν σχεδόν άδεια. Μου ζήτησε ένα ποσό που μάλλον θα αφορούσε αγορά από ορχιδέες. Τα είχε τυλίξει με τρόπο που μου θύμισε την εποχή που συνόδευα την μητέρα μου στη Μοδιανο να αγοράσει ψάρια και έφυγα χωρίς να πάρω ποτέ απόδειξη.
                Η θλίψη δεν τον άφηνε να μιλήσει, ευχαριστώ δε άκουσα ποτέ, η μελαγχολία είχε κάτσει σαν αποκαΐδια στην ψυχή του κολλώντας πάνω της σαν τη σταχτή μετά τη βροχή. Μια θάλασσα με μαύρα βότσαλα απλώθηκε μπροστά στα μάτια μου, άγρια με κύματα που σου έβγαζαν τη γλώσσα και σε προκαλούσαν. Δεν μπορούσες να προσδιορίσεις ποσό βαθιά είναι τα νερά, δεν ήξερες εάν από κάτω έχει βράχους. Ήξερες μόνο ότι έπρεπε να τη διασχίσεις, έπρεπε να γυρίσεις στην προσωπική σου Ιθάκη. Αντιθέτως αυτός έμοιαζε να προσμένει τον Αχέροντα. Οπού γης πατρίς και εδώ στα γόνιμα εδάφη της Μακεδονίας έχουν απομείνει μόνο στερεότυπα του παρελθόντος που οι κάτοικοι προσπαθούν να διατηρήσουν στη ζωή αναπλάθοντας μέσα στο μυαλό τους ένα ένδοξο κατά αυτούς παρελθόν. Ερωτική πόλη ο ένας, φτωχομάνα ο άλλος, συμπρωτεύουσα ο τάδε…  Φυτεύουν τα όνειρα τους, τα μπολιάζουν με τις επιτυχημένες ρύμες του παρελθόντος και περιμένουν να ζήσουν από τους χυμούς τους την ευτυχία σαν αναδυομένη ανάμνηση. Ένα φυσικό ναρκωτικό, από όραμα σε ονείρωξη. Όταν ξυπνάς σε πνιγεί το παρόν, σε απωθούν οι άλλοι που δεν καταλαβαίνουν και ψάχνεις να ξαναϋφάνεις το πέπλο που σου έκλεινε γλύκα τα μάτια. Έπρεπε να βγω από το στενό της παραίτησης και της μιζέριας. Έπρεπε να βγω στο φως. Εδώ θα χρειαστούν ένα Προμηθέα, κάποιον να τους φέρει το σπόρο της ελπίδας.
                Πηρά τα λουλούδια, περπάτησα τη Τσιμισκη και λίγο πριν φτάσω στο Εμποροβιομηχανικό Επιμελητήριο αγόρασα από ένα περίπτερο χαρτί και στυλό. Ύστερα έγραψα ένα σημείωμα που το άφησα στις σκάλες του κτιρίου μαζί με τα λουλούδια, αναφέροντας ότι εδώ κείται ο Προμηθέας. Συνέχισα με ένα υστερόγραφο οπού δήλωνα ότι καμιά αρχή της πόλης δεν μπόρεσε να τον αναστήσει, ούτε αυτή που κατά επάγγελμα διατείνεται την δυνατότητα αυτή. Φαρισαίοι οι μελλοθάνατοι σας χαιρετούν. Υπέγραψα, ο ανθοπώλης. Γύρισα προς τα πίσω και έβλεπα τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, όχι σαν τίτλους, σαν στυλ, το λεϊουτ. Αυτό είναι δάνειο από Repubblica και το άλλο από Corriere della Sera, γενικά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μας είναι «αλωμένα» από τους Ιταλούς,. Θυμήθηκα τον Κοσκωτα και τη μόνη δίκη που κέρδισε, αυτή για τις 24ωρες που είχε αντιγράψει τη USA Today. Βρίσκομαι σε μια πόλη που ανθεί η γραφιστική τέχνη και παρακολουθώ τους μεγάλους να ψαρεύουν από τις κόπιες. Λίγο πιο εκεί μια παρέα μιλούσε έξω από ένα μαγαζί με ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Ο προφανής μαγαζάτορας εκμυστηρευόταν στους φίλους του ότι για να βρει ανταγωνιστικές τιμές ψώνιζε από το Amazon. Έλα, όμως, που η οθόνη που είχε πουλήσει είχε εγγύηση καμένων pixel και αποδείχτηκε κατώτερη της περίστασης. Έτσι αυτός για να είναι αξιόπιστος έναντι του πελάτη έπρεπε να πάρει την οθόνη και να τη στείλει πίσω. Κατά αυτό τον τρόπο , βέβαια, θα επιβαρυνόταν από τα ταχυδρομικά τέλη και θα εξανεμιζόταν το κέρδος του. Τον πουλάς το πελάτη ή δεν τον πουλάς; Εμπορικό ρίσκο, όποιος δεν το θέλει γίνεται υπάλληλος. Οι υπόλοιποι ζουν με τις συνέπειες των πράξεων τους.
                Μπήκα σε μια αλυσίδα ηλεκτρικών ειδών να ψάξω για μίξερ. Είχα κάνει μια «έρευνα αγοράς» στο ιντερνέτ, οπού συγκεκριμένη μάρκα συνόδευε τα προϊόντα της με πέντε χρόνια εγγύηση. Στο κατάστημα που βρισκόμουν την ιδία αυτή εγγύηση την πουλούσαν τέσσερα ευρώ το έτος. Αυτά έχουν οι παράλληλες εισαγωγές. Αγοράζεις και εάν σου κάτσει η στραβή θα τα φτύσεις τα λεφτά που έδωσες σαν μασημένο καπνό. Δεν είναι άμοιρες ευθυνών οι αντιπροσωπείες, αλλά η τιμή δεν μπορεί να ισοπεδώνει τα πάντα. Ένιωσα υπογλυκαιμία από τόση έντονη σκέψη και βγήκα να πάρω ένα μπουκάλι νερό και ένα παστέλι από ένα σουπερμάρκετ. Διάλεξα ένα φτηνό και κοίταξα την ετικέτα. Μέλι με σουσάμι έγραφε στη περιγραφή, όπως όλα του είδους. Το δάγκωνες, όμως και ανακάλυπτες ότι είναι πεπιεσμένο σουσάμι με επικάλυψη μείγματος μελιού και γλυκόζης. Αγοράζουμε, πολλές φορές πράγματα κατώτερα των περιστάσεων και των απαιτήσεων μας, μόνο και μόνο για να καλύψουμε υποτιθέμενες ανάγκες μας και δεν αισθανόμαστε ποτέ την υποχρέωση να περιφρουρήσουμε τα χρήματα μας και τους υγιείς επιχειρηματίες. Το ακριβό δεν είναι πάντα ακριβό, ούτε το φθηνό πάντα φθηνό.
                Πολλοί από αυτούς που έκλεισαν, είχαν αποτύχει σε διάφορα στάδια του επιχειρείν. Δυστυχώς η αποτυχία τους διαχέεται εύκολα , ενώ αντίθετα η επιτυχία τους δεν ήταν το ίδιο γαλαντόμος, κάτι η εισφοροδιαφυγή, κάτι η φοροδιαφυγή, κάτι τα φέσια... Το να κατηγορεί όμως ο ένας τον άλλο συνεχώς είναι σαν ένα ζευγάρι παντρεμένων που ξέρει ότι για διαφόρους λογούς δεν μπορούν να προβούν σε διαζύγιο, όμως αλληλοκατηγορούνται όλη μέρα. Όσο μπορεί να βρει ένα ζευγάρι ποιο μέλος του έχει το ηθικό ή υλικό  πλεονέκτημα στην σχέση τους, άλλο τόσο μπορεί να βρεθεί αυτό σε μια μακροχρόνια σχέση εργαζομένου εργοδότη ή κοινωνικών ομάδων. Εξαπατούσαμε ο ένας τον άλλο και αυτό εξακολουθούμε να κάνουμε αρνούμενοι να δεχτούμε την πατρότητα των πράξεων μας.
                Στην παραλία περπατούσαν ζευγάρια πιασμένα χέρι με χέρι, οικογένειες με παιδιά, ποδηλάτες, τουρίστες. Θα μπορούσε να είναι εικόνα ξεγνοιασιάς, μιας άλλης εποχής, αλλά στα αριστερά μου καθώς κατευθυνόμουν ανατολικά προς το Λευκό Πύργο, έβλεπα τα άλλοτε κραταιά μαγαζιά να έχουν υποστεί απώλειες στην πελατεία τους, τόσες ώστε αρκετά να έχουν κλείσει. Όλοι κάποια στιγμή έρχονται αντιμέτωποι με τις υπερβολές τους. Έξω από το Βασιλικό Θέατρο βρισκόταν μια παρέα με κιθάρες καθισμένοι στο γρασίδι, δίπλα άλλοι που έκαναν γιόγκα, κόσμος που τους παρακολουθούσε και τους ενθάρρυνε. Μερικά μέτρα πιο κάτω ένα ζευγάρι έβγαζε φωτογραφίες γάμου. Οι μουσικοί σηκώθηκαν, πήγαν γύρω από το ζευγάρι και συνέχισαν να παίζουν. Το γλέντι μεγάλωνε και σε λίγο γύρω από το άγαλμα του Μεγάλου Αλέξανδρου στήθηκε πανηγύρι. Πλησίασαν οι καντίνες, άρπαξε φωτιά ο τόπος, γέμισε μυρωδιές, χάρη στα τηλέφωνα ο κόσμος συνεχώς συνωστιζόταν. Το ζευγάρι αναγκασμένο να αποχωρήσει έκανε μια υπόκλιση, δέχτηκε το χειροκρότημα και τις ευχές και επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του. Ένα μικρό αγοράκι ρώτησε τον παππού του τι έγινε και αυτός του απάντησε ότι πρέπει να παντρεύεις τα φαινομενικά αταίριαστα για να φτιάχνεις τα μεγάλα.

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Κανιβαλισμός


Κατεβαίνεις από Δερβένι προς Λαγκαδά. Στο φανάρι πρέπει να στρίψεις αριστερά προς το εργοστάσιο της ΑΓΝΟ. Η διάρκεια του κόκκινου είναι σαράντα δευτερόλεπτα. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν γνώστες του δρόμου, που στρίβουν δεξιά προς Λαγήνα, διανύουν μερικά μέτρα και κάνουν ανάστροφη για να προλάβουν το φανάρι εκείνης της πλευράς με πράσινο και να γλιτώσουν αυτά τα σαράντα δευτερόλεπτα ακινησίας. Παρανομία με κέρδος σαράντα δευτερόλεπτα. Εάν ρωτηθούν οι διαπράττοντες για το επουσιώδες έγκλημα τους κανείς εξ αυτών δεν θα γνωρίζει πόσο μηδαμινό είναι το κέρδος, όλοι τους όμως θα είναι πεπεισμένοι ότι επέλεξαν την ευφυέστερη οδό και θα μεμψιμοιρούν τα κορόιδα που περιμένουν καρτερικά, όσο εκείνοι πορεύονται ανενόχλητοι προς την δουλειά τους και φυσικά δεν θεωρούν την πράξη τους αυτή αξιόποινη.
Χθες στην διασταύρωση Καππαδοκίας με Μεγ. Αλέξανδρου στην Κηφισιά Θεσσαλονίκης συγκρούστηκαν δυο οχήματα, καθώς ένας εξ’ αυτών παραβίασε το ΣΤΟΠ. Δυο ώρες αργότερα Ζηργάνου και Μεγ. Αλέξανδρου αλλά δυο οχήματα είχαν της ίδιας φύσεως ατύχημα. Σύμπτωση; Αμέλεια; Ανικανότητα; Κάρμα; Στις επτά το πρωί στον περιφερειακό όχημα της Θεσσαλονίκης ένα όχημα κινείται με ενενήντα χιλιόμετρα στην ακραία αριστερή λωρίδα με όλο τον υπόλοιπο δρόμο κενό. Όταν τον προσπερνούν από δεξιά ταράζεται και μετά από ώρα ξεκίνα μια αργόσυρτη πορεία προς τα δεξιά την όποια ποτέ δεν ολοκληρώνει καταλαμβάνοντας τις δυο από τις τρεις λωρίδες και έχοντας φτάσει δίπλα σε ένα φορτηγό, επί της ουσίας έχει μπλοκάρει όλο το δρόμο. Του έρχεται και μια ανηφόρα και για να εξοικονομήσει όσο ποιο πολύ καύσιμο μπορεί, δεν αλλάζει ταχύτητα και συνεχίζει ακόμη πιο αργά να παλινδρομεί ανάμεσα στις δυο λωρίδες αποφασίζοντας τελικά να μείνει στην μεσαία και έχοντας σχηματίσει μια ουρά δεκάδων οχημάτων πίσω του. Σεβασμός; Γνώσεις; Κοινωνικές (και οδικές) συμβάσεις;
Μαζεύονται τα ερωτηματικά από την καθημερινή συμπεριφορά των συνάνθρωπων μας και στην αρχή απορείς, έπειτα θλίβεσαι και μετά αντιδράς. Προσπαθείς να ψυχολογήσεις αυτόν που έχεις απέναντι σου, να κατανοήσεις τις ενέργειες του και να προβλέψεις τις αντιδράσεις του. Δρας προνοητικά, θεωρώντας όσους σε περιστοιχίζουν σαν εν δυνάμει τρελούς, αναξιόπιστους, βραδύνους ή βαρβάρους. Προσπαθείς να χωθείς όταν σου χώνονται στο δρόμο, προσπαθείς να υπερασπίσεις μια θέση στη σειρά σαν να είναι το υπέρτατο αγαθό, δεν αναγνωρίζεις προτεραιότητες, δεν αισθάνεσαι υπόλογος πουθενά. Αργότερα απορείς που οδηγείται η πατρίς, που πήγε ο παλιός σεβασμός, που είναι η κοινωνική δικαιοσύνη, η ευπρέπεια, η ευγένεια. Νιώθεις μονός, αποκομμένος, ευάλωτος. Ταμπουρώνεσαι, αμύνεσαι, γίνεσαι ακόμη πιο καχύποπτος και περισσότερο αντιδραστικός. Αυξάνεται το άγχος σου, δυσπιστείς, αποτροπιάζεις.
Κάποιοι ρίχνουν το φταίξιμο στους άλλους, αυτοί είναι πάντα σωστοί. Άλλοι αναγνωρίζουν ότι έχουν μερίδιο ευθύνης, αλλά είναι σχετικά μικρό, το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στους άλλους. Υπάρχουν αυτοί που τα ρίχνουν όλα στην άτιμη την κοινωνία ή στο κράτος. Βρίσκεται και μια μειονότητα που προσπαθεί να δραπετεύσει από το φαύλο κύκλο της απαξίωσης, που αναγνωρίζει το πρόβλημα ως έλλειμμα παιδείας. Που μπορεί να διακρίνει ότι εάν συμπεριφέρεσαι στον άλλο σαν να είναι κάτι, πχ. ηλίθιος, τότε έχεις περισσότερες πιθανότητες να εισπράξεις αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Όταν θεωρείς κάποιον επικίνδυνο είναι σχεδόν βέβαιο ότι η δίκη σου συμπεριφορά στο τέλος θα τον καταστήσει τέτοιο.
Ας σκεφτούμε ποια ήταν η Ελληνική Αστυνομία πριν από τριάντα χρόνια και ας την συγκρίνουμε με τη σημερινή. Ας αναρωτηθούμε σε αυτές τις γενιές ένστολων πως πέρασε αυτή η αλλαγή, πως άλλαξε η στελέχωση της, πως της συμπεριφέρθηκε το κράτος και πως της συμπεριφέρονται οι πολίτες. Τέλος ας πιάσουμε το νήμα της από την αρχή. Η αστυνομία είναι η πρώτη γραμμή δικαιοσύνης απέναντι στο έγκλημα και η πρώτη γραμμή αποτροπής του, εκτός από καταστολής του. Μήπως η κοινωνία αυτά τα τελευταία χρόνια έχει άρει την αποστολή της αποτροπής από την αστυνομία; Μήπως ψάχνοντας, δικαίως στην αρχή της μεταπολίτευσης, περισσότερη ελευθερία πετάξαμε στα άχρηστα ένα κομμάτι λειτουργίας της αστυνομίας μας; Πως θα αισθανόσασταν εσείς ως αστυνομικοί σε αυτή τη χώρα; Μήπως η κοινωνία οδήγησε αστυνομικούς στην Χρυσή Αυγή;
Υπάρχει στο υπουργείο Δικαιοσύνης (και αμύνης και εξωτερικών) εσωτερική έρευνα ποιοι ένστολοι (και λοιποί υπάλληλοι) είναι εάν όχι μέλη, έστω συμπαθούντες της Χρυσής Αυγής; Πως αντιλαμβάνονται αυτή τη συμπάθεια και πως την διαχειρίζονται; Για ποιους λογούς οδηγηθήκαν σε αυτή; Ποια είναι τα κοινωνιολογικά τους χαρακτηριστικά; Με ποιο τρόπο η κεντρική εξουσία αντιλαμβάνεται αυτή τη πολιτική τους τοποθέτηση; Ως εσωτερικούς εχθρούς; Ως συμμάχους; Ως αποκλίσεις; Έχει σχέδιο διαχείρισης; Δεδομένου του παρελθόντος του ελληνικού κράτους και της προνοητικότητας που αυτό επιδεικνύει θα καταφύγω σε μια δίκη μου πρόβλεψη. Δεν έχει κανένα σχέδιο και δεν έχει καμιά πρόθεση να φτιάξει ένα. Ούτε στον υποθάλαμο ενός εκ των πολιτικών μας δεν υπάρχει τέτοια υποψία. Εάν βρεθεί ένας υπάλληλος που θα αντιληφτεί αυτό το κίνδυνο θα αναζητήσει μέσα από γνωστούς του ένα τέτοιο σχέδιο αντίστοιχης υπηρεσίας από άλλη χώρα, πχ. σε συνέδριο καταπολέμησης του εμπορίου ναρκωτικών ένας ανώτερος τελωνειακός παραλαμβάνει το αντίστοιχο σχέδιο από γάλλο συνάδελφο του, το οποίο προωθεί στους πολιτικούς του προϊστάμενους και αυτοί εάν οι πολιτικές καταστάσεις το ευνοούν το παρουσιάζουν σαν την έμπνευση της στιγμής. Δηλαδή το γνωστό ελληνικό στίγμα: φιλότιμο, καιροσκοπισμός και συμπτώσεις. Ένα από τα τρία να λείπει ο βασιλιάς θα μείνει γυμνός. Φυσικά από το copy paste και τη μετάφραση στα ελληνικά το σχέδιο θα είναι για κλάματα. Εάν το πασπαλίσεις και με πολιτικές ζυμώσεις, κάτι αριστερίζουσες εγγυήσεις και δεξιές τύψεις θα βγει της στραβής μαμής το μαϊμουδάκι.
Ναζισμός, φασισμός, φανατισμός και οτιδήποτε άλλο σε –σιμός, εκτός του κανιβαλισμός, οφείλετε σε παρανόηση των δεδομένων και σε μονοδρόμηση της σκέψης. Εάν τα βάλεις όλα κάτω από ένα μεγεθυντικό φακό, εάν τα αποσυνδέσεις από περιρρέουσες καταστάσεις, εύκολα καθοδηγείς τα αισθήματα του άλλου, ειδικότερα μπολιάζοντας φόβο. Τα περισσότερα εγκλήματα στην Ελλάδα που διαπράττονται από αλλοδαπούς έχουν θύματα αλλοδαπούς. Στα υπόλοιπα, ως επί το πλείστον, αρχηγικές μορφές είναι Έλληνες. Οι αλλοδαποί είναι απλοί συνεργοί. Είναι καταπληκτικό να ακούει κανείς τον κο Σαμαρά να αναφέρετε στη μεταναστευτική πολιτική  και να μη θυμηθεί την εποχή που ήταν Υπουργός Εξωτερικών και τη διαχείριση του κατά την πτώση που Αλβανικού καθεστώτος της εποχής. Ή το ΠΑΣΟΚ με το ΓΑΠ υπουργό εξωτερικών επί πολλά έτη και αλλά λαμπρά δείγματα προγραμματισμού και διευθέτησης των μεταναστευτικών θεμάτων που διετέλεσαν.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ούτε η παρουσία ακροδεξιών στοιχείων στην Αστυνομία προκαλεί κατάπληξη, που δυστυχώς για το ΚΚΕ, δεν συνδέεται πλέον με το δικό του ηρωικό παρελθόν, ούτε η ανικανότητα των πολιτικών μας να διαχειριστούν το μέλλον και να το προδιαγράψουν. Η κοινωνία μας με τις ελλείψεις της οδηγεί στο φασισμό. Ποια κοινωνιολογική μελέτη έχουμε εφαρμόσει για τα μέλη της Ακροδεξιάς, ποια μέτρα και ποιες πολιτικές; Καμιά. Τους είχαμε για γραφικούς, ολίγους και περιθωριακούς και τώρα τους βάλαμε στην κεντρική σκηνή. Ποιοι αγόραζαν τηλεοπτικό χρόνο για τον Καρατζαφερη και τώρα τον εξοβέλισαν; Που κινηθήκαν οι ψηφοφόροι του; Πως φούσκωσαν τόσο γρήγορα οι λοιπές δυνάμεις της δεξιάς του facebook και μαζί και η ακροδεξιά; Πως βρήκαν χρόνο στις τηλεοράσεις, οπού το κόστος «παίζει» στο δευτερόλεπτο.
Ας υποθέσουμε ότι κάποιες σκοτεινές δυνάμεις επεξεργάζονται σχεδία πίσω από την πλάτη μας και τους προωθούν. Εμείς γιατί καταναλώνουμε; Γιατί υπάρχουν παρανοημένοι που πιστεύουν ότι οι Ακροδεξιοί είναι η σύγχρονη μορφή του προσκοπισμού; Γιατί υπάρχουν ευπατρίδεις που πιστεύουν συνεχώς ότι κινδυνεύουμε και ότι οι άλλοι μας επιβουλεύονται; Μήπως έχουμε αγαστή συμπεριφορά έναντι κάποιων από τους γείτονες μας; Ποια γνώμη πιστεύετε ότι έχουν για εμάς στα βαλκάνια και ποια έχουν πραγματικά; Εάν δεν απαντούμε στα ερωτήματα που οδηγούν στα άκρα, εάν αφήνουμε τις παρανοήσεις άλυτες να συσσωρεύονται και άλλους να καλλιεργούν πάνω σε αυτές τις πολιτικές και τις επιχειρηματικές τους καριέρες ο ναζισμός θα είναι μόνο η ευχάριστη αρχή. Ο κανιβαλισμός θα είναι προ των πυλών.

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Νέες τιμές ΟΤΕ


Βλέποντας αυτή τη διαφήμιση του ΟΤΕ για τις νέες τιμές, η όποια έχει στην αρχή έναν «ώριμο» έφηβο μηχανόβιο, που το γεγονός των «εκπτώσεων» του ΟΤΕ του προκαλεί ένα ευφορικό κύμα οραμάτων με καλλίγραμμες νεαρές να λικνίζονται εκστασιασμένες σε λάτιν ρυθμούς, μου δημιουργεί ένα αντίστοιχο κύμα σκέψεων πολιτισμικού χαρακτήρα, που περιαυτολογώντας α λα Χατζηνικολάου (π.χ.) θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας. Κανονικά θα έπρεπε να έχετε διακόψει ήδη την ανάγνωση μετά από το άνωθεν, αλλά για όσους έχουν την περίεργα και το σθένος, αλλά και την έλλειψη της αξιοπρεπείας, ας με ακολουθούσουν στη δαντική μου κατάβαση στα προσωπικά μου στερεότυπα, που αυτοψυχολογουμένος σας παραθέτω. Άσε, που έτσι διατυπωμένο με τις έτοιμες «δημοσιογραφικές» αυτοπεριγραφικές εκφράσεις δίνεις και μια a priori  άφεση αμαρτιών στον εαυτό σου, προβάλλοντας την άποψη σαν αντικειμενική και καθολικά αποδεκτή αλήθεια ή στην χειρότερη των περιπτώσεων σαν την άποψη της μάζας ή ακόμη την άποψη τρίτης αδιευκρίνιστης οντότητας. Το κοινό διαλέγει από το multiply choice ότι τράβα η ψυχή του και έτσι έχεις πουλήσει σε όλους. Και όταν λέω όλους εννοώ, ΟΛΟΥΣ.
Ο τύπος του άνδρα που παρουσιάζεται είναι σαν Photoshop του νεαρού Μπραντο στο Έλληνας φαλακρός πουροτινεϊτζερ; Θα συγκινήσει ως αντρικό πρότυπο; Θα θέλξει το γυναίκειο κοινό; Ποιο είναι το ηλικιακό ταργκετ γκρουπ του ΟΤΕ στη συγκεκριμένη διαφήμιση; Είναι άνω των σαράντα; Μήπως αντιπροσωπεύει μια ενδόμυχη εικόνα που κάθε σαράντα βαλε άνδρας έχει για τον εαυτό του; Είναι τα όνειρο των γυναικών που συμπορεύονται με αυτής της ηλικίας άντρες; Δύσκολο αυτό. Εάν ήμουν σαραντάρα θα έβλεπα οράματα με ξεβράκωτα ανδράκια μεταξύ είκοσι ένα με είκοσι πέντε. Γιατί να χαραμίσω τα όνειρα μου για το μπαγιάτικο; Άρα άνδρες είναι ο στόχος. Άνω των σαράντα. Με γούστο στα μώρα - γυναίκες. Ανέραστοι, οφθαλμολατρες, καταπιεσμένοι, εξου και το μηχανόβιο στυλ, στο α λα Harley Davison – νεογιαπι – ρέμπελο εισοδηματίας στυλ. Δηλαδή το όνειρο του κάθε υπέρβαρου υπαλληλίσκου εργαζομένου. Ψευτοπαιδαράς, ψευτονέος, ψευτογκόμενος. Δηλαδή στο Ελληνικό σπίτι κουμάντο κάνει η γυναίκα, αλλά εκτός του τηλεκοντρόλ ο άνδρας ασχολείται και με τις επικοινωνιακές ανάγκες, είναι ο γκατζετακιας. Εκεί βγάζει το άχτι του καλή μου, που τον σέρνεις στις βιτρίνες και στις προσφορές.
Εντάξει τον άντρα τον ψιλοκεντράραμε. Τώρα autofocus στα κοριτσάκια. Καταρχάς ξεφύγαμε από τα τσιφτετέλια. Άρα περνάμε στη Δύση. Τώρα με τη κρίση; Τώρα που όλοι πάνε ανατολικά, εμείς ουραγοί της πράξης, γείραμε δυτικά; Θα τους τη βγούμε σαν το Χριστόφορο Κολόμβο; Είμαστε με τα καλά μας; Είναι στρατηγική κίνηση ή χάσαμε τη πυξίδα; Μάλλον δεν έχει τόσο βαθυστόχαστο γεωστρατηγικό χαρακτήρα. Καλοκαίρι μυρίζει, το παλιό τσιφτετέλι χαρακτήρα μας θέλουμε, λόγω κρίσης, να αφήσουμε πίσω μας, κάτι τα ταλεντ σόου, χτυπάς το σεϊκερ και να σου ο λάτιν χορός σου. Το στερεότυπο του άντρα που σκέπτεται με το λάθος κεφάλι είναι τόσο διαδεδομένο, που η διαφήμιση κλείνει πονηρά το μάτι και στις γυναίκες. Μωράκι τον έχεις στο χέρι, του πηρές το μυαλό, του λήστεψες τα όνειρα, του έχεις κάνει κατάληψη. Τώρα γυρνά στο χορό να αποτελειώσεις το έρμαιο της γοητείας σου. Ρε μας την βγήκε ο ΟΤΕ ανάποδα. Θέλεις καλή μου το πάνω χέρι και νομίζεις ότι το κορμί σου δεν τα καταφέρνει; Ονειρεύεσαι και τη νιότη σου, που έσερνες καραβιά πίσω σου; Πιστεύεις ότι ακόμη μπορείς; Είσαι μονό μια δίαιτα μακριά; Λικνίσου και άφησε τον να διαλέξει ΟΤΕ. Μαζί παίρνει και εσένα. Σαν χάπι, σαν υπνωτικό. Είσαι το ορμονικό του ναρκωτικό.
Γιατί τι είναι τα ζευγάρια; Η συνένοχη, τα όνειρα που συναντιούνται στο κρεβάτι, τα καταχωνιασμένα απωθημένα, η παραίτηση από την απαίτηση, το να μπορείς να ξεκινήσεις από την άκρη του κόσμου να περάσεις στην άλλη και πάντα να επιστρέφεις στη κοιλιά που έφτιαξες, στο σπίτι σου, όχι σαν κτίσμα, αλλά σαν έννοια, σαν τη μήτρα που σε περιέχει. Και αυτό ο τίμιος διαφημιστής το καπηλεύεται για να το ξαναγοράσεις σε πρόγραμμα τηλέφωνου, που πάντα παρουσιάζεται ως «αχαστη» ευκαιρία, και εσύ κινείς να αγοράσεις τον εαυτό σου, που δεν το έχεις βρει ακόμη, ξανά και ξανά, σε κάθε νέο «επαναστατικό» προϊόν.