Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Βόλτες

Πήγαινα με τον πατέρα μου να καταθέσουμε χρήματα σε ένα αυτόματο μηχάνημα έξω από την τράπεζα όταν, στην ηλικία των οκτώ ετών περίπου, του ζήτησα να μου δώσει το χέρι του για να του πω την μοίρα.
 -«Μπαμπά μπορείς να μου δώσει το χέρι σου;»
 -«Τι το θέλεις;»
 -«Να σου πω τη μοίρα.»
 -«Εντάξει» είπε και το έτεινε προς το μέρος μου. «Τι βλέπεις;» ρώτησε.
 -«Αυτή είναι η γραμμή της ζωής σου και είναι μικρή. Εδώ φαίνεται ότι θα έχεις πολλά λεφτά και εδώ ότι θα έχεις μεγάλη καριέρα.» Γύρισα και το δικό μου χέρι δείχνοντας του τις δίκες μου γραμμές. «Βλέπεις, εδώ; Θα έχω πολλά λεφτά, μεγάλη ζωή, αλλά μικρή καριέρα» του είπα.
 -«Τώρα καταλαβαίνω ποσό κουμπώνουν τα μέλλοντα μας. Θα πεθάνω νωρίς, δουλεύοντας πολύ και θα σου αφήσω όλα τα λεφτά, οπότε εσύ θα έχεις μικρή καριέρα. Ευτυχώς θα ζήσεις πολύ.» Με πηρέ και με έσφιξε στην αγκαλιά του, μια φωλιά που σε μένα μύριζε πάντα σιγουριά.
Μια άλλη φορά, χρόνια αργότερα, μέσα στην εφηβεία μου, τον ρώτησα ενώ ήμασταν μόνοι στο μπαλκόνι πίνοντας καφέ.
-«Έχεις ποτέ απατήσει τη μαμά;»
-«Τι εννοείς; Εάν το σκέφτηκα ή εάν το έκανα;»
 -«Δεν ξέρω. Και τα δυο;»
-«Κοίτα… Όλα αυτά τα χρόνια δεν σταμάτησα να παρατηρώ τις ομορφιές του κόσμου, αλλά δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να απατήσω την μητέρα σου και έτσι δεν το έκανα.»
 -«Η μαμά είχε αμφιβολίες για εσένα ή εσύ για εκείνη;»
-«Η αμφιβολία είναι μια καλή πρόφαση για να αρχίσεις να ξεϋφαίνεις ότι με κόπο έφτιαξες. Οι σχέσεις είναι συμβάσεις που βασίζονται στην αμοιβαιότητα. Έχω δει γάμους που τους ονομάζουν ανοικτούς και ήταν πιο κλειστοί από άλλους που καμωθήκαν ότι βασίζονται σε όρκους αιωνίας αγάπης. Μη κοιτάς τι βαφτίζει ο άνθρωπος όταν δεν μπορεί να αντικρύσει τα αδιέξοδα του. Κοίτα μόνο ό τι έχει μπροστά του. Από ψευδεπίγραφες ταμπέλες ο κόσμος είναι γεμάτος. Αν δεν είσαι απολυτά σίγουρη για κάποια συμβάντα, να τα λαμβάνεις υπόψη σου μόνο ως πιθανότητες, όχι ως γεγονότα. Όσο καλόπιστος και να είναι αυτός που σου αναμεταδίδει το γεγονός, μπορεί πάντα να έχει λάθος αντίληψη. Εάν αμφιβάλεις για μια σχέση μη τη συνεχίζεις. Καλυτέρα μόνος παρά με κακή παρέα.»
 Είχα φύγει πλέον από το σπίτι για σπουδές και δυσκολευόμουν να τα βγάλω πέρα. Μια μέρα που γύρισα στις διακοπές, του ζήτησα, καθώς καθόμασταν στην παράλια, να μου λύσει μια απόρροια που στροβίλιζε εκείνη την εποχή στο μυαλό μου.
-«Μπαμπά, εσύ πως τα έβγαλες πέρα με το γάμο, με τις γεννήσεις, πως τα κατάφερες;»
-«Δεν ξέρω. Είχα βοήθεια, από τους γονείς μου και από τα πεθερικά μου. Δεν είχα ποτέ πολλά, δεν είχα και λίγα. Ότι μπορούσα έκανα μέρα με τη μέρα. Βέβαια όταν παντρεύτηκα ένιωθα σαν τρύπιος κουμπαράς, αλλά και ο δικός μου πατέρας όταν τον ρώτησα μου είπε ότι εάν είναι να περιμένω να βρω τα χρήματα για να το κάνω, καλυτέρα να κλειστώ στο μοναστήρι. Το ίδιο μου είπε και για τα παιδιά.»
 -«Κάποια βάση, όμως, θα είχατε.»
-«Σίγουρα. Είχε μείνει η μαμά έγκυος σε σένα. Τον είχαμε προγραμματίσει το γάμο μέσα στην χρονιά, αλλά αναγκαστήκαμε να το επισπεύσουμε. Όλα προγραμματισμένα… Η ζωή δεν κοίτα προγράμματα, δεν κοίτα χρήματα. Όλα αυτά βοηθούν, αλλά δεν είναι ζωή. Τ’ ότι είμαστε εδώ μαζί, αυτό είναι ζωή.»
-«Για αυτό δούλευες μέρα νύκτα;»
-«Για να τα φέρνω βόλτα. Στην αρχή όλο χρωστούσαμε. Μετά καταφέραμε να ισορροπήσουμε τη κατάσταση. Όταν πέθαναν οι παππούδες νοικιάσαμε τα σπίτια τους και μας έμεινε κανένα φράγκο στην τσέπη.»
 Πέρασαν τα χρόνια και ξαναγύρισα στην Ελλάδα. Ήταν πριν από εκλογές όταν προσπαθούσα να κατανοήσω την πολιτική κατάσταση.
 -«Γιατί τα πράγματα δεν φτιάχνουν ποτέ;»
-«Είναι απλό. Είμαστε ιδιοφυής λαός. Αυτό είναι σχεδόν αναντίρρητο. Απλώς στο εξωτερικό το ταλέντο μας καλουπώνεται δημιουργικά μέσω της εργασίας, ενώ στο εσωτερικό αναλώνεται για να φτάσει στα ίδια αποτελέσματα άνευ του βάρους της εργασίας.»
 -«Γιατί δεν χρησιμοποιούμε το καλούπι και εδώ να τελειώνουμε;»
-«Επειδή μέχρι σήμερα απέδιδε η ήσσονος προσπάθεια. Μοιραζόμασταν τον παρασιτισμό ή τον αποδεχόμασταν σιωπηλά. Έχουμε εθιστεί και στον αναρχοαυτονομισμό μπολιασμένο με λαϊφσταϊλ και έχει βγει ένα μείγμα να το πιεις στο ποτήρι. Για αυτό ατομικά δεν είμαστε ποτέ λάθος και για όλα φταίνε οι υπόλοιποι συμπαίκτες.»
 -«Αυτό δεν με βοηθά να ψηφίσω» αποκρίθηκα με απογοήτευση.
-«Όταν δεν μπορούν να σε βοηθήσουν τα κόμματα να τα επιλέξεις πώς να το κάνω εγώ στην θέση τους; Έχεις πάει στο μανάβη να αγοράσεις σάπια φρούτα;»
 Αργότερα έκανα παιδιά και άρχισα να κατανοώ και να εκτιμώ περισσότερο όσα είχαν κάνει οι παππούδες και οι γονείς για εμάς. Είχα τις δίκες μου αγωνίες για αυτά.
-«Μπαμπά δεν ξέρω πώς να βρω ισορροπία με τα παιδιά. Από τη μια θέλω να έχουν ελεύθερο χρόνο να παίζουν και από την άλλη έχουμε όλες αυτές τις δραστηριότητες, τα μελλοντικά πτυχία που πρέπει να κυνηγήσουμε, τα αγγλικά που δεν ξέρω σε ποια ηλικία πρέπει να αρχίσουν και εάν ποτέ τελειώνουν… Πως τα βάζεις στην σειρά όλα αυτά σε ένα εικοσιτετράωρο, σε μια εβδομάδα;»
-«Όταν ήσασταν εσείς μικροί, είχαμε αλάνες, αυλές και στο κέντρο είχε λιγότερο φόβο, όχι κατ’ ανάγκη λιγότερη βία. Τώρα όλα γίνονται σε ένα οργανωμένο πλαίσιο. Κάποια ασχολούνται με τον αθλητισμό, πηγαίνουν σε παιδότοπους και βρίσκονται από σπίτι σε σπίτι. Καλά είναι όλα αυτά, και να εκτονώνονται και να γυμνάζονται και να κοινωνικοποιούνται με το παιχνίδι. Εκείνο που λείπει είναι η δημιουργικότητα και η φαντασία. Παλιά παίζαμε με συμπαίκτη και τη φαντασία. Με καπάκια ποδόσφαιρο και νομίζαμε ότι είχαμε δερμάτινη μπάλα. Φτιάχναμε όπλα που τώρα τα βρίσκεις έτοιμα στα καταστήματα παιχνιδιών. Αυτό το κενό πρέπει να το γεμίσεις με κάποια τέχνη. Μουσική, ζωγραφική, ότι να είναι. Να βάλουν χέρια και μυαλό να συνεργαστούν. Επίσης υπάρχει ένα κενό που η γενιά σου άθελα της δημιούργησε. Εσείς περάσατε από τα γραπτά στους υπολογιστές. Ξέρεις που βασίζονται τα προγράμματα και τι αναπαριστούν από την παλιά σου καθημερινότητα. Ξέρεις ότι desktop είναι το γραφείο σου όπως το βλέπεις από ψηλά. Γνωρίζεις ότι όσο ακατάστατο αφήνει κανείς το γραφείο του, άλλο τόσο ακατάστατο θα είναι και το desktop στον υπολογιστή του. Ξέρεις πως είναι η χειρόγραφη καρτελοθήκη της βιβλιοθήκης και κατανοείς τους φάκελους των υπολογιστών. Τα παιδιά σου δεν έχουν αυτή τη χειροπιαστή γνώση και πελαγώνουν να βρουν το δρόμο τους στο λαβύρινθο των υπολογιστών. Βαλε τα πρώτα να κάνουν πράγματα με μολύβι και χαρτί και μετά στον υπολογιστή. Τρώγονται οι εκπαιδευτικοί εάν πρέπει να διδάσκουν μόνο σε υπολογιστές τα μαθήματα τους ή το αντίθετο. Κουραφέξαλα, φυσικά και τα δύο. Από όλα πρέπει να μάθουν και καθενός ότι του ταιριάζει στο τέλος. Σε αυτή τη χώρα έχουμε τη τάση να καθιστούμε τα εργαλεία αυτοσκοπό. Ο δάσκαλος τώρα δεν είναι αυθεντία, όπως παλιά. Τώρα κάθε μέρα είσαι κρινόμενος, μπαίνει ο μαθητής σου στο διαδίκτυο και μπορεί να έρθει με περισσότερες γνώσεις από εσένα, μπορεί να έρθει με λάθος γνώσεις, αλλά εσύ στην τάξη πρέπει να μπορείς να τα χειριστείς όλα αυτά. Έτσι κερδίζεται ο σεβασμός της θέσης, από τον τρόπο.»
 -«Σε αγαπώ για όλα αυτά που μου λες, αλλά αντί να μου λύσεις το πρόβλημα του χρόνου, μου το γιγάντωσες.»
-«Ο χρόνος είναι μια ανθρωπινή ψευδαίσθηση, γιατί για εμάς πέρνα ανεπίστρεπτα, μας τρώει και αφήνει πίσω του σαν το Κοντορεβιθούλη τις αναμνήσεις μας. Μας καταπιέζει να προλάβουμε. Δεν έχεις άλλη λύση παρά να υπηρετήσεις τις ανάγκες των παιδιών σου. Αυτή είναι η γονική σύμβαση. Αλλά κοίτα κάτι απλό. Παλιότερα η ανθρωπινή γνώση ήταν αρκετά πιο περιορισμένη. Έτσι υπήρχαν εκείνες οι διάνοιες όπως ο Leonardo da Vinci, που ήταν πανεπιστήμονες με την κυριολεξία του ορού. Τώρα δεν μπορεί να υπάρξει άτομο που να έχει διαβάσει τα πάντα, ποσό μάλλον να τα κατανοήσει. Δεν χρειάζεται κιόλας. Έχουμε την εξειδίκευση. Η όποια, όμως, φαίνεται να αρχίζει να χωλαίνει. Διότι τα προβλήματα που ξεπροβάλλουν μπροστά μας γίνονται πιο δυσεπίλυτα και διαφαίνεται ότι χρειαζόμαστε άτομα που να έχουν δυο ή και τρεις ειδικεύσεις, να γεφυρώνουν τα κενά της συνεννόησης. Οπότε τα αγγλικά ή κάθε άλλη γλώσσα είναι απλά εργαλεία στο δρόμο της παιδείας. Όταν χρειάζεσαι ένα φτυάρι για τον κήπο πηγαίνεις και το παίρνεις, δεν το σέρνεις μαζί σου συνεχεία. Οι γλώσσες είναι συνήθειες. Είναι ζωντανές, δεν είναι ακαδημαϊκές.»
 Έχω συμβουλευτεί τον πατέρα μου άπειρες φορές και προστρέχω πάντα στην γνώμη του, άσχετα με την αποδοχή της η όχι. Ποτέ δεν την επέβαλε, άλλωστε, πάντα άφηνε το παράθυρο ανοιχτό.
-«Μπαμπά, τι έγινε σε αυτές τις εκλογές, γιατί δεν μπορούν να σχηματίσουν κυβέρνηση;»
-«Στην οικογένεια σου είναι όλοι ενήλικοι. Έχετε δάνεια και πιστωτικές κάρτες απλήρωτες που συσσωρεύονται. Τα παιδιά σου θεωρούν ότι πρέπει να τα πληρώσετε εσείς και εκείνα δεν οφείλουν τίποτε. Ότι έχουν πέσει θύμα των επιλογών σας. Η τράπεζα σας ζητά να καταβληθούν τα χρήματα με ένα συγκεκριμένο τρόπο, που εσείς καθολικά θεωρείται ανέφικτο και όχι σύμφωνο με τις ανάγκες σας. Ο άντρας σου δεν βρίσκει κάποια λύση και πάνω στην απελπισία του συμφωνεί με την τράπεζα, για την οποία αρκούσε αυτό, καθότι όλες οι υποχρεώσεις είχαν εκδοθεί στο όνομα του. Έπειτα γίνεστε μαλλιά κουβάρια στο σπίτι και αρχίζετε να πηγαίνετε ο καθένας από μόνος του και να λέτε στην τράπεζα ένα διαφορετικό σχέδιο για την αποπληρωμή. Τι γνώμη πιστεύεις ότι θα σχημάτιζε η τράπεζα για εσάς;»
-«Ο διευθυντής θα φώναζε δώστε την μπάλα στη νομική υπηρεσία μας και στείλτε τους στον διάολο μέσα από το μαγαζί μου;»
-«Μπίνγκο!»
-«Αχ, μπαμπά, τώρα που φεύγουμε από την Ελλάδα, αυτό που θα μου λείψει περισσότερο είναι αυτές οι βόλτες που κάνουμε μαζί χωρίς να σηκωθούμε από εκεί που είμαστε.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου