Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

Comics

Έπρεπε να γράψω κάτι να παραδώσω. Ο αρχισυντάκτης μου είπε ότι όλες οι τελευταίες ιστορίες μου ξεκινούσαν από το πρωινό ξύπνημα. Ο κόσμος δεν νιώθει γοητεία για το πρωινό ξύπνημα, προτίμα την νύχτα, το μυστήριο της, την γοητεία των φώτων, τις εκμυστηρεύσεις στα μπαρ, τις σχέσεις που αναπτύσσονται σε αυτά. Αντιπρότεινα ότι αυτά ήταν χιλιοειπωμένα, σαν σαπουνόπερα για εγγραμμάτους, εάν η νύχτα έχει γοητεία το πρωί έχει ζωή, βιοπάλη, αγώνα. Το κυριότερο ταυτίζεσαι με αυτό από εμπειρία. Μετά από μιάμιση ώρα ατερμόνων συζητήσεων και λεκτικών διαξιφισμών, συμφωνήσαμε ότι διαφωνούμε. Αντιπαρέθετε ο ένας τα επιχειρήματα του και ο άλλος άρχιζε την φράση του με το «Αλλά». Είχαμε πάει μαζί σε σεμινάριο για μάνατζερ, οπού στο μέρος που αναφερόταν στις διαπραγματεύσεις μας υπέδειξαν ότι ο τρόπος για να καταλάβεις ότι ο άλλος δεν σε ακούει και απλώς μονολογεί μέχρι να πειστείς είναι όταν αρχίζει την φράση του με το «Αλλά». Τώρα το χρησιμοποιήσαμε χλευαστικά ο ένας ενάντια στον άλλο.
Είχα ένα ραντεβού με τη Δώρα, την νέα μου κοπέλα, για αυτό έπρεπε να ελέγξω τον χρόνο που θα κατανάλωνε αυτή η συζήτηση. Άφησα τα λογοπαίγνια να κρατήσουν όλη αυτή την ώρα γιατί βαριόμουν να δουλέψω στο γραφείο και γιατί το απολαμβάναμε και οι δυο, αλλά ήταν επιτακτικό, εάν ήθελα να γευτώ αυτό το υπέροχο δώρο της νεαρής συμβίας μου, να κλείσω το θέμα πάραυτα. Ο λαμπτήρας πάνω από το κεφάλι μου άναψε, ίσως και να βρόντηξε. Ένα σαρκαστικό γέλιο αυτοϊκανοποίησης σαν του Τζοκερ αναδύθηκε από τα βάθη της ψυχής μου και βιαία πνίγηκε αποτυπωμένο σε ένα απλό μορφασμό ευδαιμονίας στο πρόσωπο μου. «Θα γράψω κάτι από την ζωή ενός νυχτοφύλακα, νύχτα υπό την οπτική της μέρας, μέρα παγιδευμένη στην νύχτα. Εργατοπατέρα σε χαιρετώ, έχω υποχρεώσεις, έφυγα…»
Φώναζα και χανόταν η φωνή μου στον διάδρομο των ανελκυστήρων. Το γιλέκο μου ανέμιζε σαν την μπέρτα του Σούπερμαν. Το ασανσέρ ήταν στο ισόγειο και εγώ στον έκτο. Μακάρι να πετούσα σαν τον Σουπυ. Βουτιά θανάτου στις σκάλες. Αισθανόμουν ότι έτρεχα να ξεφύγω από τέρατα που με κυνηγούσαν σαν τον Σκουμπυ Ντου. Δώρα που είσαι είπε μια φωνή μέσα μου και προσπάθησα να επιταχύνω αλλά κινδύνεψα να πέσω. Αφού ισορρόπησα σαν από θαύμα λικνίζοντας την μέση μου και κουνώντας τα ποδια μου σαν τον Φρεντ Ασταιρ, σκέφτηκα ότι ίσως και να είμαι ο Σκουμπυ. Ευτυχώς είχα αρχίσει να τρέχω στο πάρκο τους τελευταίους μήνες και άντεχα αυτή τη σωματική καταπόνηση. Μερικούς μήνες πριν θα είχα φτύσει την χολή μου, πράσινο υγρό σαν το Μπλομπ θα κυλούσε από τις σκάλες, τόσο πράσινο που θα έκανε τον Γκριν Λατερν να φαίνεται σκούρος λεκές. Θα φωσφόριζε σαν τον κρυπτονιτη και … Να γιατί δεν μπορώ να πάω πιο γρήγορα, έχω καταπιεί τον κρυπτονιτη. Με τις ηλίθιες αυτές σκέψεις είχα κατέβει και τις σκάλες του υπόγειου. Γιατί έφτιαξαν το κλιμακοστάσιο σε αυτή την πολυκατοικία τόσο άσχημα δεν το ξέρω. Η σκάλα κατέβαινε δεξιόστροφα και για να βρεις την έξοδο έπρεπε να μπεις σε ένα μικρό διάδρομο αριστερά στο ισόγειο πίσω από ένα τοίχο. Ίσως αρχιτέκτονας να ήταν ο Αιγύπτιος από το Αστεριξ και η Κλεοπάτρα. Θα καλέσω το Σκοτυ να με διακτινισει στο ραντεβού. «Beam me up». Τίποτε, σαν τον Σπαιντερμαν πάντα αργώ όταν δεν φορώ την στολή μου. Ανέβηκα τις σκάλες όπως είχα ανέβει την ιεραρχία της εφημερίδας. Με μεγάλες απότομες δρασκελιές διακοπτόμενες από ατέλειωτες παύσεις. Ίσως έπρεπε να πάω γυμναστήριο. Το τρέξιμο δεν αρκούσε. Έπρεπε να κόψω το τσιγάρο, αλλά όποιον συμπαθούσα στην ζωή μου κάπνιζε. Ο Χεντριξ, ο Χαμφρεϋ, το μωρό στο Ροτζερ Ραμπιτ…
Ονειρευόμουν όλη νύχτα χθες ότι ήμουν αυτό το μωρό, ότι έλεγα τα ιδία αυτά λογια που είπε και στην ταινία και κάναμε όλα όσα δεν έγιναν στην ταινία με την γλυκιά φλογερή Τζέσικα Δώρα Ραμπιτ Τζούνιορ. Μικρή Τινγκερμπελ με την νεραιδοσκόνη σου μπήκες στην ζωή μου και, εκτός από το να πετάω, άρχισα να ξεσκονίζω το σπίτι. Πώς να παραδώσω κομμάτι στην εφημερίδα και πώς να θέλω να δουλέψω μετά από αυτά. Σαν τον Γουλβεριν δεν θυμόμουν τίποτε, από την άλλη δεν ήθελα κιόλας. Ψόφιος σαν ρωμαίος λεγεωνάριος μετά από το ξύλο που του έδωσε ο Οβελιξ, με τρεμάμενα ποδια και υποβασταζόμενος από όση δύναμη είχα από την κουπαστή της σκάλας σύρθηκα μέχρι την εξώπορτα και με χτύπησε ο ήλιος στα μάτια. Ένιωσα ένα τσούξιμο σαν το Σκοτ των Χ-Men και φοβήθηκα ότι θα έσπερνα τον όλεθρο οπού κοιτούσα μπροστά μου. Κράτησα σφραγισμένα τα βλέφαρα μου και προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί της με την Δύναμη, «Αδελφή μου Δώρα - Λεϊλα άργησε και εσύ στο ραντεβού, η Δύναμη είναι μαζί μας».
Έβαλα το καπέλο και παρατηρούσα τον δρόμο. Έψαξα το μαστίγιο για να σταματήσω τον τύπο και να του πάρω το μηχανάκι, αλλά ο Ιντι μέσα μου δεν βρήκε τίποτε από τον εξοπλισμό του. Σήκωσα το χέρι μου για να σταματήσει το ταξί που περνούσε από μπροστά μου και το οδηγούσε ένας τύπος σαν τον Ντε Νιρο. Στο κέντρο του είπα, έξω από τη Βουλή. Με κοίταξε σαν να είχα σκοτώσει την Τζουντι Φοστερ. Φιλέ μου δεν συμμερίζομαι τις σεξουαλικές της προτιμήσεις, αλλά όχι και να την σκοτώσω. Εάν συναντηθούμε ίσως μετά από αρκετά ποτά να της ζητήσω να τα φτιάξουμε. Από το φωτογραφικό μου γιλέκο άδραξα το καταφύγιο κάθε αξιοσέβαστου πρώην μπεκρή, ένα τσιγάρο με λίγο καπνό μέσα και μπόλικο καλό πράγμα. Το έφερα στο στόμα μου και αμέσως ο Ντε Νιρο μου την είπε. Τον καθησύχασα ότι δεν θα το ανάψω. Απλώς έκανα τις κινήσεις μηχανικά, σαν τον αυνανισμό του ανέραστου. Ο Κερουακ ήρθε στο μυαλό μου καθώς όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν αργά προς τα πίσω, ενώ εμείς κινούμασταν γρήγορα μπροστά. Εάν αυτό ήταν ένα ταξί τρανσφορμερ… Εάν είχα τη μηχανή του Μπατμαν… Ποια ήταν η καλύτερη… Σε ποιο στριπ, σε ποια ταινία…
Πιο σκοτεινός και από τον σκοτεινό ιππότη, σαν μαύρη κοιλάδα μελάνης πάνω στο λευκό χαρτί, σαν πρωτόλεια ιδέα, σαν τα ημιτελή αγάλματα του Μικελαντζελο ήμουν βυθισμένος στο πίσω κάθισμα αυτού του ταξί από το οποίο βγήκα με την ιδία μεγαλοπρέπεια που ανοίγει ο Κόμης Δράκουλα το μνήμα που κοιμάται, οσμίστηκα το καυσαέριο που τόσα χρονια με ανατρέφει, χαιρέτησα τα αιωρούμενα σωματίδια που μεταλλάσουν την ζωή μου και τα παρακάλεσα να γίνω ο Σιλβερ Σερφερ, να πάω παράλια και να γράψω τον κόσμο στο τατουάζ που θα έβαζα την Δώρα να χαράξει στο κορμί της. Χτύπησε το κινητό και ήχησε στο μυαλό μου σαν την εισαγωγή από το Time των Pink Floyd αλλά στην συνεχεία έπαιξε το “the lunatic is in your head”… Ναι άργησα, εκλιπαρώ για έλεος, γονυπετής εάν χρειαστεί, θα συρθώ μέχρι εσένα σαν το Χριστό με τον σταυρό. Με αποπήρε λέγοντας μου ότι δεν χρειαζόταν τέτοιες υπερβολές για ένα τέταρτο. Εντάξει είπα, εάν είναι για το ακαδημαϊκό τέταρτο δασκαλίτσα μου με τα χρυσά μαλλιά… Έκλεισα και την φίλησα από πίσω στον λαιμό. Ήταν σαν κορίτσι του Μποντ της χρυσής εποχής. Ο Q μου είχε δώσει το μπλε χάπι; Πρότεινε να πάμε για καφέ και εγώ την οδήγησα σε ξενοδοχείο. Έγινε ότι είχα ονειρευτεί. Η Μαναρα θα ένιωθε ευχαριστημένη για την ανατροφή που μου είχε δώσει. Έβγαλα το σαλιωμένο μου τσιγάρο και το άναψα. Το άρωμα έπνιξε το δωμάτιο. Ήρθαν και οι καφέδες που είχε παραγγέλλει.
Για τον καφέ δεν είπα ψέματα της φώναξα και με διαολοστειλε. Επίσης, με μάλωσε για την έμμονη μου να γίνονται όλα μέρα. Τι να κάνω είμαι αντιδραστικό στοιχείο, τι θέλουν οι άλλοι; εγώ θέλω το αντίθετο. Γιατί πρέπει οι συναυλίες να γίνονται νύχτα, ο έρωτας νύχτα, τα γλέντια νύχτα, η κοινωνική ζωή νύχτα; Όλα στο φως, εκεί που υπάρχει ζωή πρέπει κανείς να ζει. Το σκοτάδι είναι βιολογικός θάνατος που εμείς προσπαθούμε απλώς να ξορκίσουμε. Δεν θέλω να ξορκίσω κανένα, διαολια και δαιμόνια είναι έκπτωτοι άγγελοι, όπως έκπτωτος υπήρξα και εγώ με καταχρήσεις ένα σωρό. Τώρα θέλω μόνο ζωή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου