Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Ο επαναστάτης της ζωής μου…

«Ποια είναι τα όνειρα σου;» με ρώτησε. «Βρήκες το λυχνάρι του Αλαντίν ή το ρίξαμε στην ψυχανάλυση;» αποκρίθηκα. Με περιπαιχτικό ύφος μου είπε «Ξαπλώστε στο δερμάτινο καναπέ. Θα καθίσω δίπλα σας στην πολυθρόνα.» και μου έδειξε τις καρέκλες, τις οποίες ήδη χρησιμοποιούσαμε. «Η περιέργεια σκοτώνει την γάτα. Είσαι σίγουρη ότι έχεις αρκετές ζωές, γιατί τα όνειρα μου μπορεί να σου δημιουργήσουν και άλλες απορίες.» δήλωσα με πρόδηλο ενδιαφέρον για την υγειά της. «Όλα στην ζωή εμπερικλείουν κάποιο ρίσκο. Είμαι έτοιμη να αναλάβω το μερίδιο μου.» είπε με καθησυχαστικό τρόπο. «Ο κατάλογος είναι μακρύς, μήπως προτιμάς να τον εκδώσω από την απλή απαγγελία;» διευκρίνισα, προσπαθώντας να ξεφύγω από την ανάκριση που πίστευα ότι θα ακολουθούσε. «Δεν βιάζομαι» είπε, «Ξεκινά.» παραινώντας με κινήσεις των χεριών την αφετηρία μου στο μαραθώνιο των επιθυμιών μου.
«Κατά αρχάς θα ήθελα να αλλάξουμε το ύφασμα του καναπέ…». Περίμενα την αντίδραση της. Το πρόσωπο της ήταν σαν γκριμάτσα χαρτοπαίκτη σε περίοδο εξαιρετικής ατυχίας. «Θα επιθυμούσα να περιοριστείς στις δικές σου επιθυμίες και να μην καπηλεύεσαι αυτές των άλλων. Ξαναπροσπάθησε». «Ονειρεύομαι ένα καλύτερο σπίτι, ένα μεγαλύτερο αυτοκίνητο, μια πιο παραγωγική δουλειά, ένα καλύτερο στερεοφωνικό… Πάνω κάτω αυτά, και εντελώς συγκρατημένα.» ήταν η πιο βαθυστόχαστη απάντηση που έδωσα εδώ και ένα χρόνο. Πριν από αυτή την διατυπωμένη επιθυμία η τελευταία μου σοβαρή πράξη ήταν ότι είχα ζητήσει το χέρι της. «Με απογοητεύεις. Περίμενα κάτι λιγότερο πεζό από εσένα. Ένα όραμα, αν όχι πανανθρώπινο, έστω ανθρώπινο.» Άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τον ωμό μου, σαν το χάδι που δίνουν οι πολιτικοί, όταν επισκέπτονται με τηλεοπτικές κάμερες στα νοσοκομεία, στους άρρωστους.
«Δεν είμαι παρά ένας ακόμη μεσοαστός.» απολογήθηκα, «Μην περιμένεις από εμένα να ξεφύγω από τη θέση μου. Χρόνια τώρα γαλουχήθηκα στην κατανάλωση. Είμαι πεζός, ρηχός και καθησυχασμένος. Επανάσταση κάνουν τώρα οι μπλε και πράσινοι κόκκοι, τα σαμπουάν δύο σε ένα. Εγώ απλώς αγοράζω την επανάσταση και την φέρνω σπίτι.» και κοιτάζοντας την στα μάτια «Αγάπη μου μέχρι τα εικοσιτέσσερα, εικοσιπέντε όλοι είναι επαναστάτες, μετά απλώς δεν είναι εικοσικάτι.» «Δηλαδή δεν έχεις κανένα όραμα για τον κόσμο μας;» ρώτησε. «Αν είναι να επαναδιατυπώσω το μήνυμα αγάπης του Παντελεήμονος Θεού σαν προφήτης του, προτιμώ να το παίξω θεός, είναι πιο δύσκολο, αλλά και πιο επικερδές. Σε λιγότερο γραφικό επίπεδο, πιστεύω ότι οι επιστημονικές εξελίξεις που αποφέρουν τεράστιες ενεργειακές επαναστάσεις προμηνύουν και τις αντίστοιχες κοινωνικές. Συνεπώς ο επιστήμονας είναι μεγαλύτερη ανατρεπτική δύναμη από τον αναρχικό που ονειρεύεσαι.»
«Η δική μου εναντίωση είναι στο ιδεολογικό κενό που υπάρχει αυτή την στιγμή, στην υπερκατανάλωση, στην παγκοσμιοποίηση, στους υποκινούμενους πόλεμους. Σε αυτά που γίνονται για εμένα χωρίς εμένα… Αυτά μόνο αυτοί που αποκάλεσες αναρχικούς τα πολεμούν.» αντιπρότεινε. «Η επανάσταση σου μου φαίνεται ιλουστρασιόν, αν όχι και ιμιτασιόν. Είναι ξένη και επιβαλλόμενη από τα πρότυπα τους.» εναντιώθηκα. Διακόπτοντας με εκείνη πήρε το λόγο αγανακτισμένη «Δηλαδή τι εννοείς; Δεν χρειάζεται ξεσηκωμός εδώ;» «Βεβαίως. Η αντίθεση μου έγκειται στο εξής. Τα προβλήματα ξεκινούν από την βιομηχανική παραγωγή, την διανομή της και την εκμετάλλευση της. Σε εμάς ο δυτικός τρόπος ζωής έχει παρισφυσει από την τηλεόραση. Με συνέπεια να δεχόμαστε τα πιο εύπεπτα στερεότυπα τους. Εκεί υπάρχει παραγωγή εκτός από κατανάλωση. Εδώ μόνο η τελευταία. Πρώτα θα ήθελα να επαναστατήσουμε έναντι όσων μας επέβαλλαν έναν ξένο τρόπο ζωής, χωρίς να μας δώσουν την δυνατότητα να χαρούμε τα καλά του.»
«Έπειτα έχω ακόμη μια επιφύλαξη. Όλη η κατάσταση με τις διαδηλώσεις μοιάζει σαν την ανάγκη του συστήματος για αυτοέλεγχο του, σαν το άλλοθι του, για αυτό και την προβάλει το ίδιο το σύστημα. Η δική μου επανάσταση είναι η Λυσιστρατη και ο Προμηθέας. Όλοι φοράμε μοκασινια, τρώμε πίτσα ή κινεζικό. Αγοράζουμε αυτοκίνητα. Η παγκοσμιοποίηση ήταν εδώ από την στιγμή που φτιάχτηκε το τηλέφωνο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Τώρα με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές είναι απλώς πιο εύκολο.» Ακολούθησε μια μικρή παύση.
«Αν θέλεις να κανείς μια μεγάλη επανάσταση, ξεκίνησε με πολλές μικρές. Σαν τα μυρμηγκιά που μαζεύονται πολλά μαζί για να μετακινήσουν ένα μεγάλο καρπό. Να είσαι δύσπιστη. Να κρίνεις τις ειδήσεις σαν ακόμη ένα τηλεοπτικό προϊόν. Να ψηφίζεις αυτόν που νομίζεις καλύτερο και όχι αυτόν που πιστεύεις βολικότερο. Να μην ακούς τον ραδιοφωνικό σταθμό του δείνα που έχει την δισκογραφική εταιρεία τάδε και προβάλλει τον τραγουδιστή που ο ίδιος προωθεί και από τα τηλεοπτικά του κανάλια, καθώς και από σύσσωμο τον τύπο που έχει στην ιδιοκτησία του. Αυτός δεν είναι παγκοσμιοποίηση, είναι τοπική ομογενοποίηση. Αν δεν αντισταθείς σε αυτόν πως θα τα καταφέρεις με τους άλλους;» μονολόγησα χωρίς να περιμένω απάντηση, «Ο μόνος τρόπος είναι να τους χτυπήσεις εκεί που πονάνε. Μην καταναλώνεις τα προϊόντα τους.»
«Δηλαδή τώρα που θέλω να πάμε στο σουπερμαρκετ τι θα αγοράσω;» με ρώτησε. «Μαύρο σαπούνι, ζυμωτό ψωμί, φασολιά από βιοκαλλιεργιες, ψάρια ανοιχτής θαλάσσης, χειροποίητα τραπεζομάντιλα, χαρτί ανακυκλώσιμο από βιομηχανία του τόπου μας, κρέατα, τυριά, λαχανικά ντόπια χωρίς φάρμακα. Να μην ξεχάσουμε να πάρουμε και το αναψυκτικό που σου αρέσει. Βυσσινάδα.» απάντησα και κλείσαμε την ιταλική πόρτα μας, μπήκαμε στο επίσης ιταλικό ανελκυστήρα μας, πήραμε το γαλλικό αυτοκίνητο μας και πήγαμε στο ελληνογαλλικο σουπερμαρκετ να καταναλώσουμε όσα οι μισητές πολυεθνικές μας προσέφεραν.

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

Ο ρόλος της ζωής μου…

Ξεπρόβαλλε από την πόρτα με το πρόσωπο τραβηγμένο. Περπατούσε βαριά. Έμοιαζε να έχει δώσει την υπέρτατη μάχη για την επιβίωση και να έχει νικήσει. Νόμιζες ότι είχε καθίσει να γράψει σε μια νύχτα όλο το σύνταγμα από την αρχή. Θα πίστευες ότι επρόκειτο για το Προμηθέα, που μόλις το έσκασε από το μαρτύριο του και γύρισε ανάμεσα μας. Το «γεια» ακούστηκε σαν να το έφτυσε. Σαν να το κρατούσε σφιχτά ανάμεσα στα δόντια του και του έφυγε μετά από γροθιά στα νεφρά από τον Ταισον. «Πείτε μου που είμαστε να τελειώνουμε» πρόσθεσε με ταχύτητα και ύφος που δεν άφηνε απόρροιες για την αποφασιστικότητα του. Τον έβλεπα σαν το Κλιντ Ιστγουντ έτοιμο να καθαρίσει το επόμενο του θύμα σε μονομαχία. Ήταν ο καλός, ο κακός και ο άσχημος σε μια συσκευασία. Σαν σαμπουάν. Έκανε για τα πάντα, ήταν η λύση σε όλα. Απλώς αυτός ήταν όμορφος. Πολύ όμορφος. Ίσως γι’ αυτό τον φθονούσαν όλοι. Επίσης για την ικανότητα του. Τίποτε, όμως δεν θα στεκόταν εμπόδιο ανάμεσα σε αυτόν και το καθήκον, το οκτάωρο. Ήταν ο εργαζόμενος μοντέλο. Σαν όνειρο του Μουσολίνι. Όπως ένας μαύρος σκλάβος στην Λουϊζιάνα στις αρχές του αιώνα. Ήταν αλυσοδεμένος με την δουλειά του, ήταν η ζωή του.
Η πενιχρή αμοιβή σε σχέση με την άξια του δεν ήταν παρά ένα ακόμη δείγμα της ανικανότητας των άλλων να τον καταλάβουν, καθώς και της ύπουλης υπονόμευσης που δεχόταν από τους συνάδελφους του. Αυτός που ήρθε και τους άνοιξε τα μάτια. Που απλώθηκε σαν το φως της γνώσης, τους παρέλαβε απλούς υπάλληλους και τους βοήθησε να γίνουν στελέχη. Πένητες, σκουλήκια, γυμνοσάλιαγκες, παράσιτα. Ο ήλιος του είχε δεχθεί ολική έκλειψη, αλλά είναι παγκόσμιο δεδομένο, το φως θα ξαναελαμπε, ο ουρανός θα γυρνούσε γαλάζιος, τα σύννεφα θα εξαφανιζόταν. Αξιαγάπητος σαν τον γιο που κάθε μανά ονειρευόταν, άψογος εμφανισιακα σαν παρουσιαστής ειδήσεων. Καθησυχαστικός, στωικός και εγκρατής. Αλλά θηρίο ανήμερο, αγρίμι, λαιμητόμος, χείμαρρος όταν ένιωθε να διακινδυνεύουν τα δίκαια της επιχείρησης που δούλευε και τα δικά του. Υπερασπιστής του δικαίου, του όμορφου, του ορθού λόγου, της ειλικρινείας. Έκανε τον Ρομπέν των δασών να μοιάζει με τσαρλατάνο. Ίνδαλμα του ο Σολόμωντας, Όνειρο του ο Ζορο, ο μασκοφόρος εκδικητής. Καταδικασμένος να μείνει άγνωστος. Η μοναξιά της επιλογής του σωστού δρόμου. Σαν τον Ηρακλή. Μόνο που εκείνος είχε κάνει απλώς δώδεκα άθλους. Αυτός καθημερινά και από έναν.
Οι συνάδελφοι του είχαν μαζευτεί γύρω του να τον ενημερώσουν. Πάλι είχαν κάνει ένα σωρό λάθη ή παραλήψεις. Πράγματα που αυτός έπρεπε να διορθώσει. Δεν υπήρχε τρόπος να τους συνετίσει. Δεν υπάρχει χειρότερος κούφος από αυτόν που δεν θέλει να ακούσει και αυτοί περιέφεραν τα αυτιά τους ως βάση για τα σκουλαρίκια. Εκτιμούσε μόνο δυο άτομα μέσα στην επιχείρηση, που πίστευε ότι ήταν κοντά στην δική του κορυφή. Όλους τους υπόλοιπους τους έβλεπε όπως ο Δίας από την κορυφή του Ολύμπου. Έτοιμος να τους κατακεραυνώσει. Αν κάποτε έκανε πίσω ήταν πάντα για το καλό της δουλειάς. Για αυτό και μόνο είχε αναπτύξει την διπλωματία του. Λαοπλάνος σαν τον Απόλλωνα, χρηστής της γλώσσας αντάξιος του Θουκυδίδη, απόγονος του Σεφέρη, πνευματικό παιδί του Χρυσοστόμου. Σαγήνευε. Προτιμούσε την επιβολή της άξιας του από τον φόβο της παρουσίας του. Η αποδοχή του έπρεπε να γίνει καθολική.
Έδωσε τις οδηγίες του με τον κόφτο και σαφή του τρόπο. Όταν εξέλαβε απορημένες γκριμάτσες, μειδιάματα, παράπονα, κατάλαβε ότι μόνο με την δική του δράση θα ορθοποδούσε η κατάσταση. Δεκανίκι της επιχείρησης, δεξί χέρι της διοίκησης, εντολοδόχος και διεκπεραιωτής, θεμέλιος λίθος κάθε καλής προσπάθειας, αποκούμπι σε κάθε αναποδιά. Τους απομάκρυνε από κοντά του για να αναλάβει δράση. Σαν να επρόκειτο να σκάσει ατομική βόμβα. Η ενέργεια που θα απελευθέρωνε το ζωντανό του παράδειγμα θα ήταν σαν το ωστικό κύμα για αυτούς τους δύσμοιρους. Ζήτησε ένα καφέ. Έμοιαζε σαν τον αθλητή που αυτοσυγκεντρώνεται πριν από την κούρσα στους Ολυμπιακούς αγώνες. Τέντωσε τα δάκτυλα του σαν μουσικός. Θα αναλάμβανε το σόλο του εντός ολίγου.
Ήταν σύναμμα μετριόφρων και ντροπαλός. Δεν ένιωθε καμία έπαρση για τα αναμφισβήτητα προτερήματα του. Δεν ήθελε να αποθαρρύνει τους άλλους με τον προγραμματισμένο τρόπο με τον οποίο δούλευε, την ευταξία του, τον απαράμιλλο ρυθμό του, την ευεξία του, την δεξιοτεχνία του. Ένας θεάνθρωπος είχε εμφανιστεί και έπρεπε να πεθάνει για να δώσει ελπίδα στον κόσμο. Αυτός δεν θα είχε την ίδια τύχη. Θα κρινόταν από το σώμα του έργου του και όχι από το πώς το πέτυχε. Περίμενε λοιπόν να απομακρυνθούν οι συνάδελφοι του. Απομυζούσε όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσε από οποίον περνούσε από μπροστά του. Αυτές θα τον βοηθούσαν στην δουλειά του, όταν θα ξεκινούσε. Αποκωδικοποιούσε την αλήθεια από τις επιθυμίες και τις κακοήθειες του κατώτερου προσωπικού. Τις επεξεργαζόταν και τις μετέφραζε σε ενέργειες, που όταν επιτέλους η διοίκηση θα εισάκουγε, θα απέδιδαν ανέλπιστους καρπούς για τους αδαείς και τους κακόπιστους. Οργάνωνε το χώρο δράσης του, όργωνε το γραφείο του από άκρη σε άκρη. Σαν ταύρος έτοιμος να ξεχυθεί στην Αρένα.
Άργησαν να φύγουν και οι τελευταίοι συνεργάτες του. Επιρρεπής στην σαρκική του πλευρά, δεν άντεξε την υπερδιέγερση που κράτησε τόση ώρα χωρίς εκτόνωση. Αποκαμωμένος από την εγκράτεια άναψε ένα τσιγάρο μέχρι να ανασυσπειρωσει τις δυνάμεις του. Τίποτε. Ένιωθε άδειος, σαν έρημο κρεβάτι. Ένα ζευγάρι είχε κάνει ερωτά επάνω του και τον άφησε για μέρες άστρωτο. Πήγε τουαλέτα. Πήγε να πιει νερό. Πήγε στο παράθυρο και κοίταζε έξω. Πήρε τηλέφωνο στην γυναίκα του. Τίποτε. Πήγε στο διπλανό γραφείο να μιλήσει με κάποιον. Γύρισε και έφτιαξε και δεύτερο καφέ. Τίποτε. Άρχισε να παίζει παιχνίδια στον υπολογιστή. Πήρε έναν φίλο του στο κινητό. Τίποτε. Άνοιξε το ραδιόφωνο. Έγειρε πίσω την πλάτη, ακούμπησε τα ποδιά στο γραφείο. Αφουγκράστηκε. Ντράπηκε. Σηκώθηκε. Πήγε ξανά για νερό. Γύρισε και κοίταζε το γραφείο του σαν τον σκηνοθέτη μπροστά στο σκηνικό του επόμενου γυρίσματος. Απάντησε σε ένα τηλεφώνημα. Προσπάθησε να το κάνει να κρατήσει όσο γίνεται περισσότερο. Τίποτε. Εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια. Σαν τον εραστή που καίγεται στα προκαταρκτικά. Γύρισε κοίταξε το ρόλοι και σκέφθηκε «Άντε να σχολάσουμε.»

Αναλήθειες στην ζωή…

Το πλατάνι ήταν το καταφύγιο τους από τον καυτό ήλιο. Κάτω από την δροσερή σκιά του δυο εργαζόμενοι σε άδεια, παιδικοί φίλοι, διπλανοί στο σχολείο, με παραπλήσια ενδιαφέροντα που είχαν καιρό να ιδωθούν. Πλησιάζει η γυναίκα του Λάμπρου και τους αφήνει δυο ποτήρια και ένα μπουκάλι ρακί, καθώς και μεζεδάκια. Σηκώνεται ο Γιώργος και πηγαίνει μαζί της μέσα στο σπίτι. Γυρίζει με λίγα παγάκια. Ο Λάμπρος είχε ήδη γεμίσει τα ποτήρια και προτείνει το ένα στον φίλο του. Τα τσούγκρισαν και ευχήθηκαν καλό καλοκαίρι ο ένας στον άλλο. Λίγα μέτρα πιο εκεί κατηφόριζε η πλάγια. Ανάμεσα από τις κορυφές των δένδρων φαινόταν η θάλασσα. Ακουγόταν η βοή των λουόμενων σε ανάμνηση της δικής τους επίσκεψης στην ακτή. «Τι γίνεται θα παντρευτείτε με την Κατερίνα;» ρώτησε ο Λάμπρος. «Θα απαντήσω με ένα παράδειγμα. Την τωρινή δουλειά δεν φαινόταν να την παντρεύομαι και όμως το έκανα. Όποτε δεν θέλω να πω τίποτε για την Κατερίνα. Μέχρι στιγμής όλα είναι μια χαρά» απάντησε εκείνος σιβυλλικά. «Ο παραλληλισμός αυτός υπονοεί ότι η σχέση είναι ρουτίνα όπως η δουλειά ή ότι βλέπεις τον γάμο σαν δουλεία;» αναρωτήθηκε ο Λάμπρος. «Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Απλώς εννοώ ότι ουδέν μονιμότερο του προσωρινού. Από την άλλη ουδέν προσωρινότερο του μόνιμου. Δεν έχω αποφασίσει ακόμη. Πιστεύω ότι χάρηκε που ήρθαμε μαζί σας στις διακοπές για να μου δείξει ότι ο γάμος δεν είναι βλαβερός για την υγειά» αποκρίθηκε ο Γιώργος.
«Δεν γνώριζα ότι σε αυτό οφείλεται η δημοτικότητα μας» παρατήρησε ξαφνιασμένος ο Λάμπρος. «Σε αυτό και στο ρακί που υποσχέθηκες να φέρεις μαζί σου και αυτή την φορά δεν ξέχασες» επισήμανε ο Γιώργος και ρώτησε περνώντας στην αντεπίθεση «Πως πηγαίνει ο ενγαμος βίος;» «Όπως όλες οι σχέσεις ακολουθεί την γνωστή διαδικασία. Εν άρχει ει η αμηχανία της συνυπάρξεως, δεύτερον έπεται ο μήνας του μέλιτος, έτερον εκάτερον ακολουθούν αι τρίβαι και εσχάτως επέρχεται η συζυγική αρμονία με την αποκατάσταση μιας οιασδήποτε ισορροπίας ή της πλήρους διαλύσεως του συνοικεσίου» απήγγειλε ως παριστάμενος δικαστηρίου ο Λάμπρος για να διευκρινίσει «στην περίπτωση μας, όμως, η διάρκεια της προγαμιαίας σχέσης συνετέλεσε ώστε το μόνο που αλλάξαμε να είναι οι βέρες». «Καταπληκτική αγόρευση κύριε Συνήγορε. Αλήθεια αυτός είναι ο ρόλος που αναλαμβάνεις συνήθως;» αναρωτήθηκε ο Γιώργος προτείνοντας το ποτήρι του για μια ακόμη πρόποση. «Στην υγειά μας Γιωργάκη» είπε, «Συνήθως πίνω λιγότερο ρακί στο δικαστήριο. Δεν καλλιεργούμε τον μύθο του ροκ εν ρολ εκεί.», για να επισημάνει επίσης, «Εμείς κλείνουμε ένα μήνα, εσύ πως κατάφερες να ξεκολλήσεις;» «Δεν γινόταν διαφορετικά, αρχίσαμε να κλείνουμε τώρα που φεύγουν διακοπές και οι πελάτες μας. Παραδώσαμε τα τελευταία προγράμματα και όπου φύγει φύγει» επισήμανε ο Γιώργος.
«Αν δεν μπορείς να τους νικήσεις στις προθεσμίες ακολούθησε τους. Φαντάζομαι τι ποιότητα διέκρινε τις τελευταίες δουλειές σας.» τον πείραξε ο Λάμπρος. Η απάντηση ήρθε σαν έτοιμη από καιρό. «Η όλη κατάσταση στο λογισμικό είναι ως εξής. Φτιάχνουμε γίγαντες με χάρτινα ποδιά. Σαν να κατασκευάζεις ένα ουρανοξύστη σε θεμέλια μιας παράγκας. Ξεκινάς με ένα δεδομένο σκοπό και προσθέτεις συνεχώς δυνατότητες, οι οποίες φυσικά από πίσω θέλουν την υποστήριξη τους. Μετά από λίγο είσαι τόσο βαρύς και πολύπλοκος που δεν ξέρεις από πού να ξεκινήσεις και που να καταλήξεις για θεραπεία. Κατεδαφίζεις τον ουρανοξύστη, βελτιώνεις λίγο τα θεμέλια της παράγκας και συνεχίζεις όπως και πριν.» ανάλυσε ο Γιώργος την κατάσταση στον δικηγόρο φίλο του, που είχε σαν ασχολία τα κομπιούτερ, αλλά πάντα στο επίπεδο του απλού χρηστή. Συνέχισε μετά από ένα ακόμη τσούγκρισμα ποτηριών, που ήρθε σαν συνέπεια των μεγάλων αληθειών που ξεστομίσθηκαν, «Πάρε για παράδειγμα τις μεγάλες εταιρείες του λογισμικού. Ουσιαστικά το τελικό τεστ γίνεται από τους χρηστές. Λάθη επί λαθών σε μια προσπάθεια να ικανοποιηθούν όλοι. Να φανταστείς τρέχω σελίδες επί σελίδων προγράμματα στο σπίτι, όπου εργάζομαι κάποιες ώρες. Έπειτα αρχίζω την συγγραφή του κειμένου παρουσίασης αυτών των προγραμμάτων και εκεί κολλά το κομπιούτερ. Στο κείμενο και όχι στο πρόγραμμα. Το φαντάζεσαι. Περνώ το κείμενο σε δισκέτα και το πηγαίνω στο γραφείο σε υποδιεστερο σε δυνατότητες κομπιούτερ και τρέχει κανονικά. Τρελαίνεσαι ή όχι; Πλέον για να βρεις λύση σε τέτοια προβλήματα βασίζεσαι στην δεισιδαιμονία.»
«Η γνώση είναι εξουσία. Ισχύει και εδώ το αιγυπτιακό ιερατείο. Η γνώση μένει κρυφή για να διατηρείται η εξουσία. Όσους μηχανογράφους και αν αλλάξαμε στο γραφείο αυτή την αντιμετώπιση είχαμε.» είπε προσθέτοντας την δική του οπτική γωνία ο Λάμπρος, «Μας αντιμετώπιζαν έξω από τα πλαίσια της κοινής λογικής. Αν τυχόν είχες κάποιες παραπάνω γνώσεις περνούσες στο επίπεδο του ημιμαθή, ο οποίος είναι, η αλήθεια , ενοχλητικότερος. Σαν τους μάγους με τα δώρα προσέφεραν τα ιάματα τους και έφευγαν για να έχουμε μετά από λίγο ή τα ίδια ή κάτι χειρότερο. Ευτυχώς που υπάρχουν τώρα τα προβληματικά εμπορικά πακέτα και είμαστε όλοι στο ίδιο σημείο. Έχουμε κάποιον να βρίζουμε.»
«Ύστερα από την δική μου εμπειρία, αν κατορθώσεις να κανείς κάτι να δουλέψει, μην το αλλάζεις μόνο και μόνο για την αλλαγή.» σχολίασε ο Γιώργος, « Εκτός αυτού είναι και αντιεπιστημονικό, διότι συνήθως παρατηρούμε τα μερικά και διατυπώνουμε τα γενικά. Πορεία που ακολουθείτε αντιστρόφως στην ανάπτυξη των υπολογιστών.» Αντιπρότεινε τότε ο Λάμπρος ότι «Οι άλλες επιστήμες δεν τα έχουν πάει πολύ καλύτερα. Από ερασιτεχνικό ενδιαφέρον γνωρίζω ότι η φυσική, η βιολογία και η σύγχρονη ψυχολογία είναι αυτή την στιγμή οι μπροστάρηδες σε θεωρητικό επίπεδο τη γνώσης. Παρ’ όλα αυτά το σημείο που βρίσκονται και οι τρεις είναι το εξής, ότι γνωρίζουμε τα πράγματα μέχρι ένα σημείο, πέρα από το οποίο δεν διαφαίνεται τρόπος να παρεισφρήσουμε. Θα πρέπει να αποδεχτούμε το άγνωστο σαν συστατικό της φύσης, σα το χέρι του θεού στην καθημερινότητα μας. Στην ψυχολογία, φέρει ειπείν, ο άνθρωπος μοιάζει με ένα κρεμμύδι, όπου κάθε φύλλο είναι και μια επίκτητη προσωπικότητα. Αν το ξεφλουδίσεις τελείως στο κέντρο δεν βρίσκεις τίποτε. Αυτό που είμαστε λοιπόν δεν είναι άλλο από την ισορροπία που βρίσκονται οι προσωπικότητες αυτές. Αναγνωρίζω στον εαυτό μου, λόγω του επαγγέλματος μου, να συνυπάρχουν ο κερατάς και ο κερατωμένος, ο εγκληματίας και ο αστυνόμος, ο βιαστής και ο βιασμένος, ο ενάγων και ο εναγόμενος. Όσο και αν βλέπεις την κάθε υπόθεση σαν μια ακόμη δουλειά, σε ακολουθεί κάτι από την αύρα της.»
«Ελπίζω να μην ξυπνήσεις δολοφόνος κατά εξακολουθησιν αύριο.» ευχήθηκε ο Γιώργος και συνεχίζοντας στον δικό του μονόλογο «Πολλές από τις επίκτητες προσωπικότητες είναι θέματα μόδας. Όλα τα φύλλα ενός κρεμμυδιού δεν είναι τόσο σφιχτά αγκαλιασμένα γύρω από το τίποτε. Το πρόβλημα προκύπτει με αυτές που οφείλονται σε γενικευμένες παρεξηγήσεις, όπως το προσωπείο του άνδρα ιππότη. Κατά τον μεσαίωνα η εξουσία πήγαζε από την ιδιοκτησία της γης στην οποία, όμως είχε δικαίωμα ως άμεσος κληρονόμος ο πρωτότοκος. Αυτή η κατάσταση άφηνε με τίτλο τιμής, αλλά χωρίς ουσιαστική δύναμη πολύ κόσμο. Όλοι αυτοί έγιναν ιππότες, μια εφεύρεση της εποχής, ώστε τεκνά χωρίς γη να επιδοθούν σε ανεύρεση δικιά τους ιδιοκτησίας. Οι ιππότες ήταν οι τυχοδιώκτες της εποχής. Τους έδιωξαν με εύσχημο τρόπο από το σπίτι τους και αυτοί για να κερδίσουν τα προς το ζην λεηλατούσαν εκτός του φέουδου από όπου προερχόταν και μονομαχούσαν ο ένας με τον άλλο. Μια ωραία πρωία, αφού ο αριθμός τους είχε πολλαπλασιαστεί και αποτελούσαν κοινωνικό πρόβλημα, ο πάπας τους στέλνει στις σταυροφορίες. Έτσι και γη θα αποκτούσαν αυτοί για να συνοδεύουν τους τίτλους τους και πλούτη ο πάπας. Η εσφαλμένη εικόνα έρχεται σε εμάς γιατί στο πρώιμο στάδιο της δυτικής λογοτεχνίας οι αυλικοί που γνώριζαν γράμματα έφτιαχναν ποιήματα ή ιστορίες που υμνούσαν τους άθλους των ιπποτών. Αυτό γινόταν, όμως, με μόνο σκοπό να εξυμνούν τον άρχοντα που τους φιλοξενούσε και τους έδινε τα προς το ζην, ο οποίος ήταν αμόρφωτος, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι της εποχής. Παρεμπιπτόντως αποκοίμιζαν τον λαό ωραιοποιώντας τους άρχοντες του, αναδεικνύοντας ένα ευγενικό πρόσωπο για αυτούς. Ο ιππότης που ζει τον ερωτά του χωρίς να μπορεί να τον εκδηλώσει δεν ήταν παρά μια παγίδα για τον απλό λαό που τον απέτρεπε από το να μιλήσει για τα προβλήματα του.»
Ο Λάμπρος πήγε στο σπίτι ανανέωσε τα παγάκια και τα μεζεδάκια και είπε όπως ερχόταν «Ωραία όλη αυτή η φιλολογία, αλλά που μας οδηγεί». Ο Γιώργος ύψωσε το ποτήρι του σε πρόποση και απευθυνόμενος σε τόνο εμπιστευτικό στον φίλο του ψέλλισε «Η Κατερίνα με θεωρεί τον ιππότη της. Για να πετύχω στον ρόλο θα πρέπει μια μέρα να ορμήσω στο σπίτι της, να σπάσω την πόρτα, να σφάξω τους δικούς της, να την βιάσω, να την σέρνω μαζί μου κακοποιώντας την στα τυχοδιωκτικά ταξίδια μου και να την πουλήσω σε σκλαβοπάζαρο μόλις πιάσει καλή τιμή.»

Χακί και ζωή…

Ο Μάριος άφησε, μετά από αρκετό καιρό, την οικία του εις την αλλοδαπή για να επιστέψει εις τα πάτρια εδάφη δια την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης του προς την πατρίδα, της στρατιωτικής του θητείας. Άφησε έναν τόπο μείζονος ελληνικής παρουσίας και βαρβαρικής επιρροής και γύρισε εις την μήτρα του πολιτισμού, εις την προάσπιση του οποίου θα συνέβαλλε στο εξής. Μια μικρή οδύσσεια ξεκινά με αυτήν του την απόφαση. Μετά μόλις δυο μέρες από την επιστροφή του εμφανίζεται μπροστά στην πύλη του στρατοπέδου για την είσοδο του εις την υπηρεσία της πατρίδος. Κατά την ημέρα ταύτη οι καιρικές συνθήκες ήταν άσχημες. Το συνεχές πέρα δώθε για να δώσει τα προσωπικά στοιχεία του, για να παραλάβει τον εξοπλισμό του, το γδύσου ντύσου, και από ενέσεις τρυπήσου τον κούραζε σιγά σιγά. Όταν κατάφερε να φτάσει στον θάλαμο ήταν λίγο πριν από τα μεσάνυκτα και δεν είχε το κουράγιο να κοιτάξει ούτε με ποιους θα κοιμόταν μαζί. Ήξερε ότι θα είχε όλο το χρόνο για να τους γνωρίσει.
Αισθανόταν σαν εξωγήινος, καθότι δεν είχε κοινά σημεία με κανέναν. Δεν ήξερε ούτε έναν από όσους τραγούδησαν στο ραδιόφωνο ή εμφανιζόταν στα περιοδικά. Έχοντας επτά μήνες εκτός χωρικών υδάτων, και ουσιαστικά ξένος στην πατρίδα του σχεδόν επτά χρόνια, ρουφούσε την πραγματικότητα σαν σφουγγάρι. Κάθε τι γύρω του ήταν άξιο μελέτης και αξιολόγησης. Οι ρυθμοί ήταν άλλοτε ράθυμοι και άλλοτε πιεστικοί. Οι κοινές για τους έφεδρους δυσκολίες ήταν το άστατο ωράριο ύπνου, η έλλειψη ζεστού νερού και για κάποιο διάστημα οποιουδήποτε νερού. Ήταν τότε που για να πλυθούν έπαιρναν μια έξοδο την εβδομάδα νοικιάζοντας ξενοδοχείο.
Από την άλλη ήταν οι αξιωματικοί με το στυλ τοπ γκαν, το ύφος καου μποι, οι υπαξιωματικοί με την νοοτροπία κλεφτοκοτά, οι συνθήκες τεχνίτης πίεσης που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν είτε για να τους ομαδοποιήσουν είτε για να γίνεται η δουλειά τους, αλλά κυρίως γιατί έτσι είχαν εκπαιδευτεί και ίδιοι. Οι μετακινήσεις σε επίπεδο ζωομεταφορικης, με ανυπόφορη ζέστη το καλοκαίρι, με θερμοκρασίες κατάψυξης το χειμώνα. Η σκόνη, τα κουνούπια, το γράσο, ο ιδρώτας, το βάρος του εξοπλισμού, τα ομαδικά καψόνια.
Ανακάλυψε σιγά σιγά ότι ο Στρατός ήταν φτιαγμένος στα μέτρα των ηλίθιων, ακριβώς επειδή εμπεριείχε και τέτοιους σε όλες του τις βαθμίδες. Οι παλαιότεροι φαντάροι έδιναν συνεχείς παραστάσεις για να εξασφαλίσουν τα αδιαμφισβήτητα δικαιώματα τους που πηγάζουν από το ότι βρέθηκαν πριν από εκείνον εκεί και μόνο από αυτό. Περίμενε μοιρολατρικά να περάσει ο καιρός. Άδειες δεν έπαιρνε για ένα διάστημα. Έκανε και σχετικά πολλές υπηρεσίες. Είχε γίνει λοχίας και τον πίεζαν περισσότερο. Διέξοδος ήταν οι βόλτες με τους φίλους που είχε αποκτήσει, τα γεύματα τους στις ταβέρνες και η οινοποσία. Το βύσμα το μισούν όσοι δεν το έχουν και αυτός ήταν έτοιμος να το κάνει. Υποσχέσεις έπαιρνε πολλές, αλλά είχε καταλάβει ότι αν δεν ολοκληρωνόταν η άδεια δεν θα μπορούσε να ξεσκάσει καθόλου. Εκτός από βυσματικα άσφαιρος ήταν και άτυχος. Είτε οι εκλογές είτε ευθύνες που του φόρτωναν και τον οδηγούσαν σε άλλες νέες τον απομάκρυναν από την πολυπόθητη άδεια. Τον πίεζαν να αποκτήσει το προσωπείο του βλοσυρού λοχία. Είχε όμως καταλάβει ότι μόνο με το φιλότιμο οι φαντάροι έκαναν κάτι. Οι τιμωρίες ήταν, όπως και πολλά αλλά, για τα μάτια του κόσμου. Ο μόνος που είχε να χάσει ήταν ο ίδιος. Ή θα τιμωρούσαν εκείνον ή θα ανέφερε τους άλλους χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Θα κέρδιζε μόνο τον χλευασμό των συνάδελφων του.
Με τον καιρό παλιώνοντας τον άφησαν ήσυχο. Είχε καταξιωθεί στις ασκήσεις και τις επιθεωρήσεις. Κράτησε ίσες αποστάσεις από όλους. Οι υπηρεσίες γινόταν όλο και πιο βαρετές. Έπρεπε με κάτι να απασχολείται στις ατελείωτες ώρες μοναξιάς που αυτές προσέφεραν. Είχε σκάψει σαν τυμβωρύχος όλο του το μυαλό ψάχνοντας τις αναμνήσεις του. Γινόταν συνεχώς και πιο δυσβάσταχτη η παρουσία των μόνιμων. Άνθρωποι που πληρώνονται για να κάνει την δουλειά τους κάποιος που δεν πληρώνεται. Διεκπεραιωτές θελημάτων προς επιφανείς πολίτες, που επηρεάζουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το ευ ζην τους, οι μόνιμοι, γινόταν αποδεκτές, με την σειρά τους, παρόμοιας συμπεριφοράς από τους έφεδρους. Χώριζαν έπειτα τους φαντάρους σε ημέτερους και υμετέρους με τα γνωστά αποτελέσματα. Ο Στρατός είναι μια δημόσια υπηρεσία με ιδιαιτερότητες. Μια από αυτές είναι ότι έχει το χειρότερο είδος δημόσιων υπάλληλων.
Το τέλος έφτασε τελικά πιο γρήγορα από ότι φαινόταν στην αρχή. Τώρα ο Μάριος θα άφηνε το χρόνο να σβήσει την γεύση του Στρατού και την πολιτική ζωή να σβήσει τις συνήθειες του. Ποτέ δεν βρήκε κάτι το ιδιαίτερο εκεί, μόνο μια απλή διεκπεραίωση. Το μόνο που επιθυμούσε ήταν να μην του ξανασυμβεί , όχι γιατί ήταν μια τραυματική εμπειρία ή γιατί δεν θα ξανασυναντήσει ανάλογες καταστάσεις, αλλά γιατί σε κάποιες από αυτές θα έχει την ευχέρεια να αντιδράσει. Το μόνο κέρδος ήταν η εκγύμναση της καρτερικότητας του, της ανεκτικότητας, της αυτοσυγκράτησης του. Τίποτε που να σε κάνει άντρα. Αν και στην ηλικία του Μάριου εφόσον αυτό δεν είχε προ πολλού συμβεί, θα ήταν ήδη αργά.

Βραδινή ζωή…

Η μουσική ερχόταν από μακριά. Χορευτικοί ρυθμοί, εισαγωγή από Λατινική Αμερική. Σιγοντάριζε η θάλασσα, ερχόταν προς το μέρος μας και απομακρυνόταν ξανά, με το δικό της παγκόσμιο τέμπο. Η υγρασία της χάιδευε τα γυμνά μας πόδια, το σκοτάδι το κεφάλι μας. Το φεγγάρι ήταν αθέατο, τα σύννεφα ανύπαρκτα και τα άστρα λαμπίριζαν. Χιλιάδες φωτιτσες στον ουράνιο θόλο, νέφη αέριων διακρινόταν σαν αραιό γαλάκτωμα που έχει χυθεί, σαν τον αφρό του κύματος. Δεν μιλούσα. Έτσι και αλλιώς ήμουν χρεοκοπημένος λεκτικά μπροστά στα όσα είχα ζήσει και στα όσα παρατηρούσα τώρα. Το κεφάλι μου γύριζε σε μια γλυκιά ζάλη. Ένιωθα το αλκοόλ μέσα μου να με ζεσταίνει, το αλάτι να ξεραίνει το δέρμα μου και μια υπέροχη ζεστή να αναδύεται από κάθε μου πόρο. Ήμουν μούσκεμα στον ιδρώτα. Η θάλασσα έψυχε την ξηρά στην δική τους ενεργειακή ανταλλαγή. Μύριζα το άρωμα της, άκουγα την αναπνοή της, χάιδευα το κορμί της. Όλες μου οι αισθήσεις είχαν ενισχυθεί. Ένιωθα σαν παγκόσμιος δεκτής. Κάθε ήχος, άρωμα, άγγιγμα λάμβανε χώρο στον εγκεφαλικό μου φλοιό.
Γύρισε το πρόσωπο της προς το δικό μου και είπε «Γυρίζει το κεφάλι μου. Τέτοια εποχή πάντα έχει πολλά άστρα, αλλά δεν τρέχουν και σαν τρελά». Χαμογέλασα απαντώντας «Δεν το ήξερα ότι ήμουν τόσο καλός». «Είσαι φοβερός στην προώθηση της μπυροποσιας. Πρώτη φορά ήπια τόσες πολλές» απάντησε αναστενάζοντας και μετακινώντας το σώμα της πιο κοντά στο δικό μου. «Αγαπητή μου κύρια είστε καταπληκτική αστρολόγος. Παρατηρείται δια γυμνού οφθαλμού τον διπλάσιο αριθμό άστρων από ότι οποιοσδήποτε άλλος» ήταν η άμεση απάντηση μου. «Συνδυάζοντας το σχόλιο περί γυμνού και οφθαλμού, ίσως θα ήταν καλύτερα να ντυθούμε γιατί όλο και κάποιος οφθαλμός θα μας δει γυμνούς» πρότεινα ευχόμενος για τέσσερις υαλοπίνακες, διαφανείς στο εσωτερικό και καθρέφτες στο εξωτερικό. «Η τύχη που είχαμε ώστε ο ιδιοκτήτης της βάρκας αυτής, που μας παρείχε καταφύγιο, να μην βγει για ψάρεμα τώρα που δεν έχει φεγγάρι, δεν θα συνεχιστεί έπ’ αόριστο» συμπλήρωσα απολογούμενος. «Θα φύγουμε με ρώτησε;». «Μόνο αν θέλεις» είπα και σκέφθηκα με τι υπέροχο τρόπο βρήκα να τα χαλάσω όλα πάλι.
Ντύθηκα, καθότι είχα αρχίσει να κρυώνω. Το ίδιο έκανε και εκείνη. Την κοίταζα συνεχώς. Απολάμβανα την διαδικασία για αυτό τελείωσα όσο μπορούσα πιο γρήγορα. Ένιωσε το βλέμμα μου πάνω της, καθυστερούσε επίτηδες, με φιλάρεσκες κινήσεις. Ο ιδρώτας μου είχε στεγνώσει. Το δροσερό αεράκι με χάιδευε ολόσωμα μέχρι που παρέμβαλα ανάμεσα μας το κορμί της. Την αγκάλιασα και της πρότεινα να ακουμπήσουμε στην επίπεδη πρύμνη της βάρκας. Σφίχτηκε πάνω μου για να ζεσταθεί. Το αλκοόλ είχε αραιώσει στο αίμα μου. Ο ευδαιμονισμός μου οφειλόταν αποκλειστικά στην παρουσία της. «Πράγματι έχει ελάχιστο κόσμο για τέλος Αυγούστου» είπε. «Θα πρέπει να αισθανόμαστε τυχεροί που συναντηθήκαμε». «Ευτυχώς στην περίπτωση μας δυο αρκούν. Πιστεύω ότι ήταν γραφτό της μοίρας μας μια υπέροχη κοπέλα όπως εσύ να γνωρίσει τον τέλειο άνδρα σε μια καταπληκτική νύχτα όπως αυτή. Τι άλλο εκτός από παγκόσμια συγκυρία ήταν αυτή η σωρεία ευτυχών συμπτώσεων που μας οδήγησαν εδώ;» αποκρίθηκα.
«Είσαι ξεμέθυστος;» με ρώτησε και κουνώντας δυο δάκτυλα της μπροστά μου είπε «Ποσά βλέπεις;». «Δυο δάκτυλα και ότι μόλις περιέγραψα πίσω τους. Αν θέλεις να κρυφτείς από έναν μεθυσμένο χρειάζεσαι περισσότερα δάκτυλα από δυο. Αυτές οι τάσεις μετριοφροσύνης είναι θεμιτές για κάποιον που δεν έχει δει την γυμνή αλήθεια» της σιγοψιθύρισα στο αυτί. «Αυτό είναι το κομμάτι από τον συλλογισμό σου με το οποίο συμφωνώ…» είπε ξεκαρδισμένη στα γέλια. Με βλέμμα γεμάτο απόρροια την ρώτησα «Υπονοείς κάτι;» Γελούσε όλο και πιο δυνατά. Την έσφιξα επάνω μου περισσότερο. Συνέχισε. Την σήκωσα απειλώντας την να την πετάξω στην θάλασσα. Κρατήθηκε από τον λαιμό μου και σφίχτηκε όσο περισσότερο μπορούσε. Την ακούμπησα όρθια πάνω στην βάρκα. «Ευτυχώς δεν φοράω την χρυσή μου αλυσίδα» είπα. «Υψηλοτάτη είσθε εξαιρετικά χειροδύναμη ή έχετε υπερανεπτυγμενο ένστικτο επιβίωσης». «Αγαπητέ αυλικέ συμπτωματικά απολαμβάνω και των δυο προτερημάτων. Βοήθησε με να κατεβώ. Μετά από τόση μπύρα κάθε βασίλισσα κινδυνεύει να πέσει» με διέταξε απλώνοντας το χέρι της. «Για ανταμοιβή θα σου λύσω την απόρροια. Ήσουν ανεπανάληπτος».
«Αυτό είναι τρομερό» ξεστόμισα έντρομος, «Αν είμαι ανεπανάληπτος δεν θα ξανακαταφερω ότι μόλις έκανα και τότε εσύ απογοητευμένη θα γυρέψεις αλλού για αυτό που εγώ δεν καταφέρνω πια». «Δεν ξέρω για ποιον είναι το χειρότερο, για εσένα ή για εμένα» αναρωτήθηκε. «Συγχώρεσε με που το βλέπω εγωιστικά, αλλά θα ήταν καλύτερα να με έβρισκες άχρηστο και να μου έδινες την ευκαιρία να επανορθώσω ξανά και ξανά, μέχρι να τα καταφέρω» απολογήθηκα. «Ελάχιστα εγωιστικά όλα αυτά» είπε και με έσπρωξε ελαφρά.
Ξεπρόβαλε μια σκιά από μακριά. Φαινόταν γυναικεία. Περπατούσε προς το μέρος μας. Σταμάτησε και φώναξε «Μαρία φεύγω, βαρέθηκα να σε ψάχνω». «Πρέπει να φύγω» μου είπε. «Είναι ήδη αργά. Έχουμε μόνο ένα κλειδί και δεν θα μπορέσω να μπω σπίτι και αύριο γυρίζουμε πίσω. Λυπάμαι» μου ανακοίνωσε. «Μην ανησυχείς και εγώ φεύγω αύριο» την παρηγόρησα. «Να σου δώσω το τηλέφωνο μου.» πρότεινε. «Μην το κανείς. Μένω 2.000 χιλιόμετρα μακριά σου. Δύσκολα θα ξαναβρεθούμε» ξεστόμισα με θλίψη για την ακατάλληλη τροπή των πραγμάτων.

Η διαδρομή της ζωής…

Το πρωινό ήταν υπέροχο. Είχα ξυπνήσει ευδιάθετος. Κοίταζα την γάμπα της γυναίκας μου που ξεπρόβαλλε μέσα από τα σεντόνια. Έπρεπε να πάω στο γραφείο. Ήμουν στην κορυφή της εβδομάδας, καθότι Τετάρτη. Από το απόγευμα θα άρχιζε η προσμονή του Σαββατοκύριακου. Την Παρασκευή πλέον, θα την περνούσα σαν σε όραμα. Με την σκέψη θα είχα διατρέξει κάθε άλλο διήμερο διακοπών. Η σύζυγος μου μετακινήθηκε και αποκάλυψε ακόμη ένα μέρος του σώματος της, απόκρυφο ελπίζω σε άλλους. Έσκυψα, την φίλησα εκεί κοντά, όπως ήταν μπρούμυτα και κατευθύνθηκα σιγά σιγά στην αγκαλιά της. Συγχρόνως εκείνη με περίσσια χάρης γύριζε ανάσκελα. Το φιλάρεσκο χαμόγελο της για το πρωινό ξύπνημα ήταν προτροπή για επανάληψη του προηγούμενου εγχειρήματος μου, αλλά θέλοντας να την επαναφέρω στην τάξη την ανασήκωσα γλυκά γλυκά, χάιδεψα προς τα πίσω τα μαλλιά και της έδειξα όσο πιο επιδεικτικά μπορούσα το ρόλοι.
Συνέχισε να χαμογελά και αφού ανασκουμπώθηκε με προέτρεψε να σηκωθώ. Της γύρισα την πλάτη και κατευθύνθηκα προς την τουαλέτα. Αυτή με χτύπησε στα οπίσθια και με αφοπλιστική παιδικότητα άπλωσε το χέρι της για να την σηκώσω. Μόλις ορθοπόδησε μου έδωσε μια απαλή μπούνια στο στομάχι. Συνεχίσαμε και οι δυο προς την τουαλέτα ποτέ αργά και ποτέ επιταχύνοντας, ελέγχοντας ο ένας τα βήματα του αλλού. Χρησιμοποιώντας τον πλεονάζοντα σωματικό μου όγκο την εκτόπισα από την πορεία της. Καθ’ όλο τον χρόνο που μας χώριζε μια πόρτα, η τελευταία δεχόταν στην αρχή χτυπήματα διαμαρτυρίας και έπειτα το ρυθμό από ένα τραγούδι της μόδας. Σεβάστηκα την ανάγκη της πολύ περισσότερο από εκείνη, βρίσκοντας την ευκαιρία να ντυθώ. Όσο ετοιμαζόταν βγήκα στο μπαλκόνι. Ο ουρανός είχε ένα υπέροχο γαλάζιο. Δυο τρία σύννεφα δημιουργούσαν ευχάριστη αντίθεση με το άσπρο τους. Η κάτω μεριά τους έμοιαζε ακόμη βουτηγμένη στην ανατολή με το απαλό της ροδαλό χρώμα. Τα δένδρα του δρόμου ήταν καταπράσινα. Ο κόσμος έμοιαζε να ξυπνά σε δόσεις. Ένα αυτοκίνητο περνούσε νωχελικά από την ακινησία στην κίνηση.
Τελείωσε και με χτύπησε ευγενικά στην πλάτη. Μου έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι προτρέποντας με να κατευθυνθούμε προς την πόρτα. Στο ανσασερ έβαζε το κραγιόν, καθότι το είχε ξεχάσει. Έκανα να την φιλήσω και με έσπρωξε. Της έκλεισα το μάτι και εκείνη αναλαμβάνοντας τον ρόλο του απαγορευμένου καρπού μου έδειξε την ανοιχτή της παλάμη. Πήραμε το αυτοκίνητο και αναμειχθήκαμε στην κίνηση. Βγήκαμε έξω από την πόλη προς την κατεύθυνση της εργασίας της. Η φούστα είχε ένα σκίσιμο στο πλάι. Πρόσεξε ότι το κοίταζα και κάθισε σταυροπόδι. Δεν ξανακοίταξα προς τα εκεί, αλλά πρόσεχα με την άκρη του ματιού τις αντιδράσεις της. Το ήξερε και αποκάλυψε περισσότερα. Έβγαλα το κινητό από την θήκη του και πήρα τηλέφωνο στην δουλειά. Δικαιολογήθηκα ότι θα απουσίαζα σήμερα, καθότι άρρωστος και πως ακριβώς εκείνη την στιγμή πήγαινα στον γιατρό. Πριν προλάβω καλά καλά να κλείσω την γραμμή, πήρε το κινητό και αντέγραψε ακριβώς την προηγούμενη σκηνή με πρωταγωνίστρια την ίδια.
Η διαδρομή που ακολουθούσαμε μας οδήγησε προς ένα βουνό. Έβαλα μουσική στο στερεοφωνικό και χάζευα τον κόσμο που πήγαινε εμφανώς στην εργασία του. Την κοίταξα και ένιωσα την συνένοχη στα μάτια της. Χαμογέλασε και μου χάιδεψε το γόνατο. Έπειτα από λίγη ώρα εγκαταλείψαμε την εθνική οδό και αναρριχηθήκαμε στο βουνό. Σκαρφαλώνοντας ο δρόμος ανοίξαμε τα παράθυρα. Οι μυρωδιές της φύσης πλημμύρισαν το εσωτερικό του αυτοκίνητου. Οι αισθήσεις μου δεχόταν την ευγενική επίθεση τους και με αντάμειβαν για αυτήν την ειρηνική εισβολή με ένα απέραντο συναίσθημα αγαλλίασης. Ο δρόμος περνούσε μέσα από χώρια με ανθρώπους που ζούσαν σε άλλους ρυθμούς από αυτούς που μερικές ώρες νωρίτερα είχαμε εγκαταλείψει. Όσο μεγάλωνε το υψόμετρο τόσο βελτιωνόταν η διάθεση μας. Το δέσιμο της θάλασσας με το βουνό είναι η ανταμοιβή του σκασιαρχείου μας. Οι στροφές διαδεχόταν η μια την άλλη και άρχισαν να απορροφούν όλη την προσοχή μου, καθότι στένευαν και τα όρια του δρόμου. Η κίνηση ήταν ελάχιστη. Άρχισα να σημαδεύω τις κορυφές των στροφών, φρενάροντας λίγο πριν και στρίβοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ανιχνευτικά στην αρχή και όλο και γρηγορότερα στην συνεχεία. Η μυρωδιά του δρόμου σε τέλειο χαρμάνι με αυτήν της βλάστησης έφτανε στα αισθητήρια όργανα μου και με παρότρυνε να συνεχίσω. Σε ένα μου λάθος τις συνάντησε η μυρωδιά από τα τακάκια, το στρίγκλισμα του ελαστικού, η απόρροια της γυναίκας μου και το παιδικότερο χαμόγελο μου εδώ και πολύ καιρό. Σαν το παιδάκι που η μαμά του το έπιασε με το χέρι μέσα στην απαγορευμένη μαρμελάδα, την κοίταξα απολογητικά και επιτάχυνα θριαμβευτικά για την επόμενη στροφή. Συνεχείς καμπές, φουρκέτες, μικρή ευθεία, ανηφορική δεξιά, ο δρόμος ελίσσεται μπροστά αλλά έχεις ορατότητα να ισιώσεις μια δυο στροφές, ακούς την ανάρτηση να παλεύει με τις κακοτεχνίες του δρόμου, ο αέρας με χτυπά στο πρόσωπο, σφίγγω το τιμόνι, αφήνω λίγο το γκάζι, έχουμε περάσει από την άλλη μεριά πλέον του βουνού.
Ένας μικρός κάμπος ξεδιπλώνεται μπροστά μας και στο βάθος η θάλασσα. Η πορεία μοιάζει να εξελίσσεται όπως πριν, αλλάζοντας απλώς την κλίση σε κατηφόρα. Λιγότερο γκάζι και περισσότερο φρένο για να θαυμάσουμε ότι απλόχερα μας προσφέρθηκε. Μικραίνουν οι κλίσεις και με κόπο αντιστέκομαι να μην κάνω ανάστροφη και επαναλάβω αμέσως ότι μόλις έζησα. Συνεχίζουμε σε δρόμο με μεγάλες ευθείες και δολοφονικές στροφές να τις ενώνουν. Σίγουρα οι λαμαριναδες πρέπει να έχουν σχεδιάσει ορισμένες από τις καμπές του οδικού μας δικτύου. Στρίβω αριστερά προς τον κάμπο αποφεύγοντας οποιαδήποτε επαφή με πόλεις. Χαράζουμε πορεία προς την θάλασσα την οποία συναντάμε σε ελάχιστο χρόνο. Η αλμυρά στον αέρα μας καλωσόρισε πρώτη. Κινούμασταν παράλληλα με τις ακτές, θαυμάζοντας το σφιχταγκάλιασμα της ξηράς με την θάλασσα. Τον ειρηνικό τους εναγκαλισμό στην πεδιάδα διαδέχτηκε ο παφλασμός των κυμάτων πάνω στις απότομες πλάγιες του βουνού, που τώρα μας φιλοξενούσε στους δρόμους του. Το φως διαχεόταν ακόμη με κάποια κλίση και μας έκρυβε τις λεπτομέρειες από τις δίπλες της ξηράς. Ο ήλιος χρύσιζε την επιφάνεια της θάλασσας και είχε μετατρέψει σε μια μαύρη ορεινή φιγούρα την απέναντι στεριά. Μυρωδιά από ρίγανη και θυμάρι με τύλιξε, βοηθώντας αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας να αναδυθούν. Οι σκέψεις εναλλάσσονταν γρηγορότερα από τις αλλαγές πορείας του δρόμου. Οι μικρές ευθείες με τις κλειστές τυφλές στροφές είχαν δώσει την θέση τους σε μεγάλες καμπές. Το γκάζι στο πάτωμα και η ευτυχία από τις πλάγιες επιταχύνσεις και το τρεμόπαιγμα του γκαζιού πριν την είσοδο των στροφών. Είχα βρει το ρυθμό μου ξανά. Φρέναρα ελάχιστα. Έπαιζα μόνο γκάζι τιμόνι. Ο θόρυβος κύλισης, το μουγκρητό του κινητήρα και οι ήχοι του αέρα γύρω από τις εμπρόσθιες κολόνες του αυτοκίνητου ήταν η μουσική μου συνοδεία.
Σταμάτησα για βενζίνη και κοίταζα με το αυτοκίνητο μου με την τρυφερότητα που ένας αναβατής παρακολουθεί το άλογο του. Ξεκίνησα πάλι. Ο καθένας προσπαθεί να κάνει την ευτυχία να διαρκέσει όσο γίνεται περισσότερο. Ο δρόμος είχε άλλες επιθυμίες από τις δικές μου. Μας απομάκρυνε από την θάλασσα. Στρίψαμε στο επόμενο σταυροδρόμι προς την κατεύθυνση της. Έτρεχα όσο πιο πολύ μπορούσα να ξανασυναντήσω την αγαπημένη μου. Η ματιά μου ταξίδεψε προς την γυναίκα μου η οποία ανταπέδωσε το όψιμο ενδιαφέρον μου με ένα εναέριο ασπασμό. Η ευδαιμονία μου ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο μου. Πίστευα ότι θα χρειαζόταν πλαστική εγχείρηση για να αποκαταστήσω το πλάτος του χαμόγελου μου. Ο δρόμος ξανανηφόρισε και μας χάρισε άλλη μια φορά το πρόσωπο της θάλασσας που φιλούσε ευλαβικά τα βράχια. Γκρίζοι όγκοι που διακοπτόταν από την άσφαλτο και συνέχιζαν μέχρι να σβήσουν μέσα στην υγρή της αγκαλιά. Αυτή κατά διαστήματα τραβιόταν λίγο και μας φανέρωνε μέρη του βράχου που είχε κατάπιει. Έπειτα τα σκέπαζε και πάλι. Ξανά και ξανά.
Δείχνοντας μας καταφανώς την μικρότητα της ύπαρξης μας με το αέναο λίκνισμα της, τον αιώνιο χορό της με τον βράχο, περιγελώντας μαζί του τα δικά μας έργα. Το αυτοκίνητο, τον δρόμο και δίνοντας μας μια διάσταση του χρόνου που μας αντιπροσωπεύει. Έσκυψε στο αυτί και μου είπε: «Είσαι εδώ αυτή την στιγμή και ζεις για αυτή την στιγμή». Με πίκρανε το καυστικό τους σχόλιο και γύρισα την προσοχή μου στο δρόμο. Έμεινα με τα πράγματα που κατανοούσα γιατί τα επινοούσα. Αλλάζων μέσα στο πεπερασμένο της ύπαρξης μου απέκλεισα για λίγο αυτά που με ξεπερνούσαν. Επιτάχυνα, φρέναρα, έστριβα, έλεγχα. Ξανασκέφθηκα τα λόγια της μόλις ανέκτησα το κουράγιο μου. Ρούφηξαν την έπαρση μου και την σκόρπισαν μεσοπέλαγα με το παιχνίδι τους. Με απέδωσαν στον εαυτό μου εξαγνισμένο και στην διάσταση του.
Η ευτυχία μου θα κρατούσε αυτή την στιγμή και θα την ζούσα όσο πιο έντονα μπορούσα. Ήξερα ότι την αμέσως επόμενη δεν θα υπήρχε. Όχι ότι αναγκαστικά θα δυστυχούσα. Είναι ένα ταξίδι που πηγαίνεις από το ένα λιμάνι στο άλλο. Στο ενδιάμεσο το ταξίδι μοιάζει ρουτινιάρικο. Το διακόπτει καμία τρικυμία. Αργά ή γρήγορα ξαναπιάνεις λιμάνι. Κάθε φορά και διαφορετικό. Γύρισα και κοίταξα ένα από τα λιμάνια που επισκέφθηκα και της είπα «Σε ευχαριστώ για το σημερινό. Να σταματήσουμε εδώ κοντά; Ξέρω μια πολύ ωραία παράλια.»

Επιστημονική ζωή…

«Περνούσα από εδώ και είπα να σε δω. Ήμουν σε μια δουλειά στην γειτονιά σου και το εκμεταλλεύτηκα» είπε και αλληλοασπάσθηκαν. Δυο φίλοι που είχαν καιρό να ιδωθούν. «Όλο στο τηλέφωνο τα λέμε και κατά διαστήματα, όλο και αραιότερα» απάντησε ο άλλος. «Καλά έκανες και ήρθες. Πάνω που σε σκεφτόμουν».
«Τίποτε το σημαντικό»; Ρώτησε ο Νίκος. «Όχι, απλώς μια προδιάθεση για ανέμελες συζητήσεις. Έτσι και αλλιώς είσαι ο ειδικός επί του θέματος». Απάντηση βασισμένη στην πρότερη εμπειρία από τον Γιάννη. Με την χαρά της κρυφής επιθυμίας που απρόσμενα πραγματοποιείται, εξήλθαν στο μπαλκόνι του σπιτιού. Το διαμέρισμα του Γιάννη ήταν μικρό σχετικά, αλλά είχε μεγάλο μπαλκόνι. «Η βεράντα σου είναι η θετική συνέπεια της αισθητικής αρχιτεκτονικής ασυνέπειας της πολεοδομίας» παρατήρησε ο Νίκος για την εσοχή που έγινε διαμέρισμα σε μια ακόμη οικοδομή.
«Πάντα υπάρχουν θετικά. Ευτυχώς οι δρόμοι της πόλης είναι στενοί και δυσκολεύεσαι να κοιτάξεις ψηλά. Θα ζαλιζόσουν από την ασχήμια κάποιων σπιτιών», ήταν η συγκατάθεση του Γιάννη. «Καφέ, χυμό, μπύρα…» πρότεινε. Ο Νίκος παρατηρώντας την αξιόλογη βιβλιοθήκη του φίλου του, πηγαίνοντας μαζί στην κουζίνα. «Καφέ για αρχή. Έχω πολύ καιρό να σε δω και ακόμη περισσότερο να σπαταλήσω. Τελείωσα από την δουλειά νωρίς σήμερα».
«Αλήθεια πως τα πηγαίνεις Νικολάκη, είχα μάθει ότι ζοριζόσουν». «Όλα τα πράγματα έχουν τα πάνω και τα κάτω τους. Η δουλειά τώρα είναι στα κάτω της. Έρχεται και καλοκαίρι. Δεν περίμενα να σε βρω σπίτι τέτοια ώρα …» ρώτησε ο Νίκος τραβώντας ένα βιβλίο σχετικά με την ρομποτική. «Τελείωσα μια εργασία στο πανεπιστήμιο και ετοιμάζω κάτι χαρτιά για ένα σεμινάριο. Γάλα στο καφέ;» είπε ο Γιάννης κάνοντας μια ύστατη προσπάθεια να θυμηθεί. Ο Νίκος άφησε το βιβλίο στην θέση του, «Με γάλα φίλτατε. Περί τινός πρόκειται να αγορεύσεις στο σεμινάριο»;
«Προσωπικά θα ακούσω μόνο, δεν συμμετέχω αυτή την φορά. Οι φωτοτυπίες είναι για ένα συνάδελφο. Πρόκειται για αυτόματα συστήματα έλεγχου ως συνήθως». Συνεχίζοντας ο Γιάννης σερβίρει τον καφέ με μερικά κουλουράκια. «Από την μητέρα μου», είπε, «Η οποία δεν επιδέχεται κανένα έλεγχο». Με στόμα μισογεμάτο κουλουράκι κανέλας ο Νίκος ένευσε συγκαταβατικά. «Τα κουλουράκια αυτά αξίζουν κάποιες θυσίες. Έτσι και αλλιώς η ζωή θα ήταν μονότονη αν δεν υπήρχαν και οι γυναίκες να διαταράζουν την τάξη. Γι’ αυτό δεν δίνουν θηλυκά ονόματα σε ρομπότ». «Κανείς λάθος. Δίνουν, αλλά μόνο όταν σου κάνουν την ζωή δύσκολη για να τα ελέγξεις» αντιπρότεινε ο Γιάννης. «Εσύ ως ψυχολόγος θα είχες λιγότερους πελάτες αν δεν υπήρχαν οι γυναίκες, έτσι δεν είναι Νίκο;»
«Βεβαίως και θα σου δώσω επίσης μία επαγγελματική συμβουλή όσο λείπει η Αιμιλία. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτό που προγραμματίζει ένας άνδρας και σε αυτό που προγραμματίζει η γυναίκα του είναι η ίδια που υπάρχει ανάμεσα σε αυτό που θέλεις να κανείς και σε αυτό που θα κανείς. Είναι η μοίρα του ζεύγους». Ύστερα ρούφηξε τον καφέ του. Θυμόταν πως ο Γιάννης ήταν μερακλής στην βρώση και την πόση και δεν διαψεύστηκε. Δημιούργησε με τα κεράσματα το κατάλληλο κενό για να δεχτεί τα σχόλια του φίλου του. Οι συζητήσεις τους ήταν πάντα σαν διαλεκτικοί αγώνες. Διαφωνούσαν ακόμη και όταν συμφωνούσαν, μόνο και μόνο για να παρατείνουν την συζήτηση. «Δε περίμενα να σε βρω τόσο μισογύνη, με ξαφνιάζεις». Πράγματι ήταν παράξενο μια τόση γενικευμένη άποψη και σύναμμα αρνητική να ξεστομίζεται από τον μετριοπαθή Νίκο.
Εκείνος όμως συνέχισε, «Δεν είναι μισογυνισμός, είναι η απλή διαπίστωση ότι η κοινωνία μας είναι μητροκρατικη. Όπως στην ταινία που το παιδί ρώτα τον πατέρα του ποίος κάνει κουμάντο στην οικογένεια και εκείνος άπαντα φυσικά εγώ, η μαμά απλώς παίρνει τις αποφάσεις». «Κρίνοντας από τον παρεμβατισμό της μητέρας μου τείνω να συμφωνήσω, αλλά έχω την εντύπωση ότι κρύβεται κάτι άλλο κάτω από τα λόγια σου. Με ελάχιστη γνώση της Φροϋδικής σχολής, θα έλεγα ότι κάτι τρέχει με το λίμπιντο σου» ξεστόμισε ο Γιάννης ανιχνεύοντας το πρόσωπο του Νίκου για αντιδράσεις. Εκείνος έμεινε σιωπηλός για λίγο και έπειτα, «Αγαπητέ συνάδελφε θα σου ξεστομίσω ένα πρόσφατο συμπέρασμα μου. Ο θρύλος μιας γυναίκας δεν εδραιώνεται πάνω στο νούμερο των ανδρών με τους οποίους έχει κάνει έρωτα, αλλά σε αυτό των οποίων τις σκέψεις κυριαρχεί. Κατά αυτό τον τρόπο δεν μπορώ να καταδικάσω καμία γιατί δεν υπάρχει διαπιστωμένο έγκλημα».
«Βαρύ το κατηγορητήριο κύριε Εισαγγελέα. Τώρα πρέπει να πείσετε και τους ένορκους. Μεταξύ αυτών υπάρχουν και γυναίκες. Έχετε να προσθέσετε κάτι σχετικά και με τους άνδρες;» ρώτησε ο Γιάννης που δεν μπορούσε να φανταστεί από πού εκπορευόταν αυτές οι σκέψεις. «Ο θρύλος ενός άνδρα δεν εδραιώνεται πάνω στο νούμερο των γυναικών με τις οποίες έχει κάνει έρωτα, αλλά στο νούμερο που αυτές πιστεύουν ότι θα μπορούσε να έχει αν ήθελε.» απάντησε ο Νίκος και ρούφηξε τον καφέ του μέχρι τέλους.
«Έχω την αμυδρή εντύπωση ότι και εδώ δεν υπάρχει κολάσιμη κατηγόρια, τουλάχιστον για τους άνδρες.» αντιπρότεινε ο Γιάννης μη μπορώντας να κρύψει ένα μειδίαμα αυταρέσκειας για την φίλια τους. «Παρά ταύτα βρίσκει τις γυναίκες ως τον μοναδικό ηθικό υπεύθυνο της συναισθηματικής κατάστασης της κοινωνίας μας.» συνομολόγησε ο Νίκος, αφήνοντας τις λέξεις στον αέρα σιγά, σαν να ήθελε να ακούσει και ο ίδιος τα λόγια του. «Ίσως ευθύνεται ο ρόλος του στόχου που αποδόθηκε στην γυναίκα, ενώ στην ουσία είναι συνεπιλογη η σχέση. Κατά κάποιον τρόπο στην εξέλιξη της κοινωνίας το θύμα μεταμορφώθηκε σε θύτη» συνέχισε ο Γιάννης στην προσπάθεια του να τεκμηριώσει την ηθική ακεραιότητα των γυνών.
«Καθότι κάθε διατάραξη ισορροπίας οδηγεί σε μια καινούργια, το θύμα άνδρας αποξενώνεται. Η γυναίκα απομακρύνεται και η ίδια, επειδή, γαλουχημένη με διστακτικότητα μπροστά σε δαιδαλώδεις αποφάσεις τείνει να λαμβάνει τις πλέον στερεότυπες. Θύμα των τελευταίων ακολουθεί το μοντέλο γυναίκας που η εμπορευματοποίηση της εικόνας της έχει επιβάλλει, αποχωρίζοντας την από το εφικτό και παγιωντας το επιθυμητό. Εν καταλήξει έχουμε την μετατροπή της σε θύμα του μοντέλου της.» είπε ο Νίκος σχεδόν σε μια ανάσα. Ακολούθησε σιωπή. Ο Γιάννης ανασκουμπώθηκε και ρώτησε τον φίλο του. «Συγγνώμη εάν δεν σε ακολούθησα μέχρι τέλους στον συλλογισμό σου, αλλά πως προέκυψε;»
«Σου είχα πει πως είχα δουλειά στην γειτονιά σου. Λοιπόν ανέλαβα την στήλη του ψυχίατρου και αρθρογράφου σε ένα γυναικείο περιοδικό. Αυτή είναι η πρώτη δουλειά μου.» εξομολογήθηκε και χαμογέλασε πλατιά στον αποσβολωμένο φίλο του.