Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δουλειά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δουλειά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Βροχή

Ωραίες αυτές οι βροχές. Ειδικά εάν είσαι στάχυ. Το πρωί όμως είναι μόχθος να σηκωθείς από το κρεβάτι. Ούτε ο Λάζαρος, πάρα τη φωνή Κυρίου δε θα σηκωνόταν αυτοβούλως. Ενώ έχω παραγγέλλει ενδοφλέβια καφεΐνης, η οποία καθυστέρει σαν να χρειάζεται έγκριση από τον ΕΟΠΠΥ, σέρνομαι οδικώς μαζί με άλλα σαλιγκάρια να πάμε στις δουλειές μας... Όταν κοντεύω προς τα εκεί απορώ τι χρειάζεται ο αυτόματος πιλότος... Κάποια μετάλλαξη από ταχυδρομικό περιστέρι θα χω μέσα μου. Στου διαόλου τη μανά να με αφήσεις στη δουλειά θα καταλήξω; Σκέπτομαι να το κάνω και με δεμένα μάτια... Αυτή η δόλια η μανά έχει διεύθυνση; Έχω κάτι συστατικές επιστολές για κάποιους να της στείλω... Εάν δε χρειάζεσαι μέσο στο διάολο έχει πέσει και το τελευταίο οχυρό της κοινωνίας μας. Γιατί, για κάθε χριστιανική πράξη στον Ελληνικό επίγειο παράδεισο,  χρειάζεσαι όχι μόνο μέσο, άλλα παράμεσο, ενδιάμεσο και όλα τα συνθετικά που αυτή η γλώσσα μπορεί να μας χαρίσει. Καθότι των φρόνιμων τα παιδιά πριν πεινάσουν εξασφαλίζουν εκπτωτικά κουπόνια, καλού κακού μαθαίνουμε και τις τιμές που κυκλοφορούν στη πιάτσα για την αντιπολίτευση - αντίπραξη... Διότι η  δράση φέρνει αντίδραση. Οπότε κάλο είναι να τα χεις καλά και με τις δυο τους… Να θυμηθώ να ανάψω κανένα κερί στην εκκλησία.
Κρατώ κάποιο επίπεδο εγρήγορσης προς το τέλος της διαδρομής, προκειμένου να μην νιώσω τις δυο αυτές κακές πεθερές στο πετσί μου. Τη δράση και αντίδραση καλοί μου άνθρωποι. Έχω φτάσει σε οδικό φανάρι και παρατηρώ την μαντική ικανότητα των συνάνθρωπων μου, καθώς κάποια φώτα του έχουν εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο. Είμαστε γνήσιοι απόγονοι της Πυθίας. Ο κλάδος των λαμαριναδων και των ορθοπεδικών επικροτεί αυτή την έλλειψη φροντίδας των άρχων. Όλα για τα παιδιά μας αναφωνούν. Τα δικά μας παιδιά… Ωσαννά εν τοις δημόσιες μη δαπάνες. Απεταξαμην τον συντηρητή. Οι νεκροθάφτες αδιαφορούν. Αυτοί είναι το μέλλον. Το αναπόφευκτο. Ξεβάψω την φωνή της λογικής, χαμηλώνω την ένταση στο παραλήρημα και στρίβω αριστερά για να δω τον άνθρωπο που θέλει να τα παίξει όλα για όλα να έρχεται εκ των δεξιών μου με βαθύ σκούρο πορτοκαλί, σαν ξεβαμμένη ταμπέλα του Ερυθρού Σταυρού, και να στριβεί μπροστά μου και να χώνεται ανάμεσα μένα και στον μπροστινό μου σαν ανεπιθύμητος τρίτος, φρενάροντας  λίγα εκατοστά πριν χτυπήσει στο προπορευόμενο φορτηγό και αναγκάζοντας με να κάνω το ίδιο. Αδημονώντας, χειρονομεί, προσπαθεί να πάει αριστερά, πάρα το διαχωριστικό διάζωμα. Ύστερα βλέπω ότι στο ένα χέρι έχει κινητό, στο άλλο τσιγάρο. Κάποια ινδική θεότητα θα είναι, δε μπορεί…
Είκοσι μετρά στριμωγμένος σαν γύρος σε σφιχτοδεμένη πίτα, αυτός συνεχίζει να στριφογυρίζει αριστερά και δεξιά. Κανείς δεν του είπε ότι τον έκοψαν και εάν συνεχίσει έτσι θα κοπεί και το κεφάλι του. Όσο σκεπτόμουν ποσό κουφιοκέφαλος μπορεί να είναι, σαν παραποτισμένη πορτοκαλί κολοκύθα, άρχισαν και οι τύψεις. Αυτή η συνείδηση. Μη δει ευχαρίστηση. Λέω δεν μπορεί, μάλλον είναι διάνοια και προσπαθεί να αποδείξει ότι το φαινόμενο του τούνελ, όπου υποατομικά σωματίδια παίρνουν μέσα από την υλη ισχύει και στον μακρόκοσμο, όπου καγκουραμαξο με απλώστρα σποιλερ και οινοπνευματι ανοιχτομάτικα φανάρια και καψουροτραγουδο σε ένταση που χαροποιεί κάθε ωριλα μπορεί να περάσει μέσα από το φορτηγό ψυγείο που έχω μπροστά μου. Ύστερα λένε ότι οι καλύτεροι επιστήμονες έχουν εγκαταλείψει τη χώρα. Και γω τι βλέπω μπροστά μου; Αυτό με τις τύψεις συνείδησης πρέπει να το ελέγξω. Μήπως είναι κάποια στρεβλή θρησκοληψία… Καθρέφτη καθρεφτάκι μου γιατί να έχω συνείδηση; Γιατί σκέπτομαι; Και είμαι και σε ύπνωση… Εάν ξυπνήσω τι θα γένει;
Ο Αϊνστάιν βρίσκει επιτέλους τη χαραμάδα που έψαχνε και ξεχύνεται με τον Κιτ προς το μέλλον. Έλα που αυτό το μέλλον εξελίσσεται πολύ αργά. Το καραφτιαγμενο μοτέρ δεν μπορεί να στροφαρει από χαμηλά και μένει στο αντίθετο ρεύμα να ατενίζει τους πρωινούς πενταδάκτυλους χαιρετισμούς των αντίθετα διερχόμενων. Τον βλέπω που κουνιέται περά δώθε σαν μαϊμού με φαγούρα στα αχαμνά της και προσπαθεί να σανιδώσει εκείνη την παντόφλα που οι υπόλοιποι αποκαλούμε γκάζι. Η φάτσα του είναι σαν καμικάζι πριν την πρόσκρουση στον εχθρό, σκυμμένος μπροστά σαν τον καουμπόη πάνω στην άμαξα να βροντάει τα ηνία. Μήπως η χώρα έχει πολλούς βοηδοβοσκους και λίγα βόδια;
Το άγριο πουλάρι του αποφασίζει να χλιμιντρίσει και αρχίζει να τινάζει τα καπούλια του και όπως φτάνει στο τέλος της ευθείας αναρωτιέμαι τι θα αντικρίσω όταν στρίψω και ‘γω με τη σειρά μου. Το μονό που είδα ήταν το πανό της ταινίας LIVE ANOTHER DAY. Ακόμη και τώρα κάποιοι προτιμούν να ζουν με τα δανεικά της μοίρας τους, πάρα να στρώσουν την απόληξη της σπονδυλικής τους στήλης να δουλέψει πάνω σε κάτι χειροπιαστό. Είμαι ο τελευταίος που θα στραφεί ενάντια σε αυτούς που θέλουν να ζήσουν τα όνειρα τους. Ειδικά μια μέρα σαν αυτή που ο λήθαργος είναι συνεχώς πλάι μου και το κρεβάτι, που τόσο μου λείπει, μακριά. Άλλα όταν καθιστάς το όνειρο κοινόχρηστο βάζοντας μας έστω και ως κομπάρσους μέσα, μήπως μας θέτεις σε κίνδυνο να ζήσουμε και τους εφιάλτες σου; Μήπως έχουμε πολλά βόδια και λίγους βοηδοβοσκους;
Δεν βρίσκω απαντήσεις. Μόνο ερωτήσεις. Χρειάζομαι τον μαγικό καθρέφτη να μου πει. Τόσοι και τόσοι πιστέψαμε ότι ήταν η τηλεόραση. Μια εικόνα χίλιες λέξεις. Από τη στιγμή που έβγαλαν σε αυτή τα παράθυρα γεμίσαμε εκατομμύρια λέξεις μέσα σε εικόνες. Τέτοια διαστροφή ήταν επόμενο να φέρει την καταστροφή. Όταν δεν κατανοείς το εργαλείο σου πως θες να δεις προκοπή; Και πέσαμε στο ιντερνέτ και τα social media να ανταλλάσουμε ερωτήσεις και να δίνουμε τις οποίες απαντήσεις. Κάτι καλές, σαν εγώ το θέλω εμπριμέ. Τι λες καλή μου πάρε το ριγέ. Εάν η ζωή είναι του καθενός, εάν η αλήθεια είναι a la carte, υποκειμενική, εάν δεν υπάρχουν βεβαιότητες, εάν, εάν, εάν… σαν τραπουλόχαρτα με αιχμαλωτίζουν οι ερωτήσεις. Μια μικρή Άλικη που συρρικνώνεται στον κόσμο των άλλων. Μονή στην τρυπά που έχω βυθιστεί κάποια στιγμή το παίρνω απόφαση, δεν ψάχνω τον λαγό, δεν ψάχνω το ελιξίριο που θα μου δώσει ανάστημα. Ο κόσμος έχει γεμίσει ταλαντούχες πριμαντόνες που κατηγορούν τον σκηνοθέτη. Τόσοι παικταράδες σε μια ομάδα και μπάλα μηδέν.

Με σταμάτησε η τροχαία να δει εάν πλήρωσα τέλη, ασφάλειες, ΚΤΕΟ… Δώσαμε, δώσαμε σκεπτόμουν από μέσα μου. Με άφησαν παρκαρισμένο στη μια λωρίδα και έπρεπε να διασχίσω τον δρόμο διπλής κατεύθυνσης να πάω απέναντι στο περιπολικό με τα χαρτιά μου. Όλα στο πλαίσιο της οδικής ασφάλειας. Τίποτε δεν σταματούσε το όραμα μου. Χείμαρρος. Χαρτιά αυτοί, σαν μερακλής χασισοπότης στη νταγκλα μου εγώ. Όταν ο κόσμος μου πέφτει στενός γίνομαι ο μέγας αρχιτέκτων, γίνομαι ένας μικρός Θεός, κτίζω τα δικά μου μετρά και σταθμά. Και σε όποιον αρέσει. Έχει όνειρα και παρακεί και ίσως σε καλύτερη τιμή. Άντε μάγκες και άργησα. Με πιάνεται μια άλλη φορά. Σήμερα είμαι φευγάτος.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

Παράλληλες ζωές…

Παράλληλες ζωές…

Με πλησίαζε. Ένιωσα τον φόβο να με ξανακυριεύει. Έτρεξα να χωθώ στο δωμάτιο μου. Προσπάθησα να κλείσω την πόρτα, αλλά πρόλαβε να βάλει το πόδι του και να με σταματήσει, με άρπαξε, με τίναξε φωνάζοντας μου να συνέλθω. Έτρεμα, δεν ήξερα τι να κάνω. Φοβόμουν για αυτό που με περίμενε. Φύγε του είπα, δεν θέλω να σε ξαναδώ. Άρχισα να τον ικετεύω, έκλαιγα με λυγμούς. Έμοιαζε να απολαμβάνει την σκηνή. Είσαι η γυναίκα της ζωής μου, είπε, και αυτό δεν αλλάζει, πάρε το απόφαση. Με γύρισε και με ακούμπησε πάνω στο παράθυρο, πιέζοντας το σώμα μου να ακουμπήσει στο κρύο τζαμί. Ένιωσα το πόδι του να προσπαθεί να μπει ανάμεσα στα δικά μου και κουνώντας το γόνατο του να θέλει να τα ανοίξει. Με το ένα χέρι πίεζε το λαιμό μου από πίσω ακινητοποιώντας με και με το άλλο άνοιξε τα ρούχα μου και έφερε το στήθος μου σε επαφή με την νοτισμένη από την νυχτερινή υγρασία επιφάνεια του γυαλιού. Τράβηξε τα εσώρουχα μου προκαλώντας μου ένα τσούξιμο στον δεξί γοφό. Ένιωσα το χέρι του να με ψαχουλεύει, έπειτα να το στρέφει προς εκείνον και έπειτα με σοδομησε για δεύτερη φορά εκείνη την εβδομάδα. Ήταν μια ήσυχη Τετάρτη που ο πατέρας μου πήγαινε στο καφενείο να δει τους αγώνες ποδοσφαίρου με τους φίλους του.
Σταματώντας άρχισε να κλαίει και να ικετεύει την συγχώρεση μου. Δεν έπρεπε να εξελιχθεί έτσι η φίλια μας έλεγε. Μου υποσχόταν ότι δεν θα ξανασυνεβαινε. Έχοντας ζήσει ήδη μια φορά την σκηνή, νέα συναισθήματα αναδυόταν μέσα μου. Την πρώτη πίστευα ότι ήμουν η Εύα μετά το προπατορικό αμάρτημα. Ντροπή, αηδία και απορία αναδυόταν από εμένα για εμένα. Τώρα τον κοιτούσα με οίκτο και όλα τα προηγούμενα απευθυνόταν προς αυτόν. Επειδή με βίασες δεν σημαίνει ότι θα φτιάξουμε και δεσμό, ξεστόμισα.
Γύρισα και κοίταξα την οθόνη του υπολογιστή. Τα μηνύματα κατέβαιναν βασανιστικά αργά. Παιδιά τι γίνεται, μήπως έπαθε τίποτα αναρωτήθηκα. Η Χαρουλα περνώντας μου έδειξε πώς να βλέπω ποσά μηνύματα έρχονται και σε τι ταχύτητα δουλεύει το μόντεμ. Ένιωθα απορία για όλα αυτά τα καινούργια για εμένα πράγματα. Δυστυχώς είχα έρθει σε αυτή την δουλειά ως χειρίστρια ηλεκτρονικού υπολογιστή. Παρά το ατάραχο στυλακι που υιοθέτησα δεν έχω πείσει κανένα για τις ικανότητες μου. Αχ βρε παιδιά πιάστηκα, πάω να ξεμουδιάσω λίγο μέχρι να τελειώσει αυτό. Μόνη μου το είπα και μόνη μου το άκουσα. Ήταν Δευτέρα και όλοι οι άλλοι έτρεχαν ακατάπαυστα για να συμμαζέψουν τα χαρτιά από τα γραφεία τους. Έφυγα για την κουζίνα όπου έφτιαχναν τους καφέδες τους. Εκεί πήγαινε, επίσης, οποίος ήθελε να καπνίσει. Βρήκα τον Γιώργο που ήταν μανιώδης καπνιστής. Είχε τα πιο πολλά χρόνια στην δουλειά αυτή. Καλέ Γιώργο σταματά με αυτό το τσιγάρο, θα μας πεθάνεις, τον αποπήρα. Ελπίζω να έχω πεθάνει πρώτος, απάντησε εκείνος, δεν θα αντέξω τις τύψεις. Έσβησε το τσιγάρο και έφυγε.
Βγήκα στο παράθυρο και κοίταξα τον ήλιο που μόλις είχε ανατείλει. Γύρισα και φώναξα την αγαπημένη μου ακόλουθο να έρθει να με βοηθήσει. Ο κύριος του σπιτιού θα γυρνούσε από το τελευταίο του ταξίδι. Έπρεπε όλα να είναι έτοιμα να τον υποδεχτούμε. Οι γυναίκες του σπιτιού είχαν μάθει τις συνήθειες μου και όπως μου είπε η Ντολορες είχαν ξεκινήσει όλες οι προετοιμασίες. Αμέσως μόλις ντύθηκα πήγα να δω τι είχαν καταφέρει και να δώσω οδηγίες για τα υπόλοιπα. Σαν σε χορωδία με παρακάλεσαν να φροντίσω να είμαι εγώ έτοιμη και αυτές θα έκαναν περισσότερο και από ότι μπορούσαν. Γυρνούσαν και οι δικοί τους άνδρες, ήταν γιορτή για όλους. Τα χρήματα από την πώληση των ζωντανών θα ήταν το εισόδημα ολόκληρης της χρονιάς για αυτές τις οικογένειες. Παρακάλεσα την Ντολορες να με ακολουθήσει για να μου πει τι προβλέπει για σήμερα το βράδυ, θα καταφέρω να δώσω αρσενικό απόγονο στον κύριο μου;
Νατάσσα τα μηνύματα σου είναι ήδη έτοιμα, η Χαρουλα τα εκτύπωσε, τα διάβασε και σου έγραψε τις απαντήσεις. Έχεις να κανείς μόνο την πληκτρολόγηση, μου σύστησε ο Νίκος που είχε έρθει να φτιάξει τον πρώτο από την ατελείωτη σειρά καφέδων που έπινε καθημερινά. Τον ευχαρίστησα και έφυγα προς το γραφείο. Εκεί η Αλεξια μου είπε πως τα είχαν στείλει ήδη. Αμάν βρε παιδιά, διαμαρτυρήθηκα, τι θα κάνω εγώ τώρα. Με παρέπεμψαν να καθίσω σε ένα γραφείο μέχρι να βρουν να μου δώσουν κάτι. Δούλευαν και μιλούσαν συνεχεία, ήταν εμφανές ότι έκαναν παρέα και έξω από την δουλειά. Πειραζόταν συνεχώς. Αυτοί που δούλευαν πιο πολύ μιλούσαν και περισσότερο. Όλο για φαγητά που έτρωγαν σε ταβέρνες έλεγαν και για μπαράκια. Συχνά συζητούσαν για ταινίες. Δεν έκαναν ούτε έναν υπαινιγμό ποτέ ότι θα με προσκαλέσουν σε κάποια από τις εξόδους που οργάνωναν. Κύριος παρακινητής αυτής της κατάστασης ήταν ο Νίκος. Πίσω του βρισκόταν μια αφίσα με ένα αυτοκίνητο.
Βγήκα από το αμάξι και κοίταξα γύρω μου. Δεν ήταν κανείς. Το ψιλοβρόχο και το προχωρημένο της ώρας ήταν οι σύμμαχοι μου. Πήγα στην πόρτα της αποθήκης και χτύπησα το κουδούνι που ήταν δίπλα της. Άνοιξε μετά από ώρα. Ένας ψηλόσωμος άνδρας μου έκανε ένα νεύμα να περάσω. Γύρισα στο αμάξι και το οδήγησα μέχρι το κέντρο της αποθήκης. Μέσα υπήρχαν διάφορα κιβώτια μισάνοιχτα και αρκετά ζαντολαστιχα. Ο άνδρας πήγε στο πορτ μπαγκαζ και το άνοιξε με προσοχή. Τράβηξε το θύμα μου από μέσα και μου χαμογέλασε. Αυτός είναι είπε, και τον πέταξε κάτω. Τον πρόσταξε να μείνει ακίνητος και πήγε να φέρει δυο χαρτοφύλακες. Μου έδωσε τον πρώτο. Αυτά γιατί μας τον έφερες, είπε, ο άλλος αν τον κανείς να μιλήσει. Αν δεν τα καταφέρεις δώσε τέλος. Θα είμαι στο γνωστό σημείο, είπε και έφυγε. Άρπαξα το θύμα μου και το βοήθησα να σταθεί στα γόνατα. Με κοίταζε με τρόμο και αγωνία. Θέλω απλώς κάποια ονόματα του είπα. Τον παρότρυνα αναφέροντας του ότι όσα είχαν προηγηθεί δεν ήταν παρά μια απλή πρόγευση. Αρνήθηκε πεισματικά. Τον έλυσα και του έδωσα ρούχα ναυτεργατών για να φορέσει. Υπάκουσε ικετεύοντας με να τον αφήσω. Του πήρα το δεξί χέρι ανάμεσα στα δικά μου, το χάιδεψα και τον παρακάλεσα για δικό του καλό να πει τα δυο ονόματα που ήθελα. Τον απείλησα ότι γίνομαι πολύ κακό κορίτσι όταν προσπαθώ. Δεν μπορούσε να μιλήσει από το κλάμα. Έστριψα ανάποδα την παλάμη του και την πίεσα προς τα κάτω. Τον χτύπησα απότομα στα νεφρά και του κόπηκε η αναπνοή. Χοροπήδησε όσο του επέτρεπε η κατάσταση του, καθώς τον πίεζα με την παλάμη προς τα κάτω. Τον προειδοποίησα ότι δεν θα είμαι πάντα τόσο ευγενική. Τον κλώτσησα στα πλευρά. Από τον γδούπο και την κραυγή που ακούστηκε ήταν πασιφανές ότι κάτι έσπασε μέσα του. Μιλά του είπα ειδάλλως αυτή θα είναι η αρχή του τέλους σου. Πίεσα τα σπασμένα του πλευρά.
Νατάσσα έχω αυτές τις φωτοτυπίες για εσένα. Θέλω πέντε αντίτυπα από το καθένα. Κρατά ένα για εμάς και τα υπόλοιπα πήγαινε τα στο αφεντικό. Τρόμαξα από αυτές τις παραινέσεις της Αλεξιας. Αχ βρε παιδιά, με τρομάξατε. Πονάει και το στομάχι μου. Όταν τελειώσεις με αυτά κάνε διάλειμμα. Στην κουζίνα έφεραν τυροπιτακια. Έχει και γάλα. Θα βοηθήσει το στομάχι σου, είπε ο Νίκος, που φαινόταν να ενδιαφέρεται για εμένα, μια και μου έδινε τις λιγότερες δουλειές. Είχα έρθει για πρακτική σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και έκανα ότι βαριόταν οι υπόλοιποι μέσα στο γραφείο να διεκπεραιώσουν. Όταν θα είσαι εύκαιρη φέρε μερικά διαφημιστικά έντυπα από το αρχείο για να τα ταχυδρομήσουμε, φώναξε ο Γιώργος, εννοώντας με εκείνον το ευγενικό συνωμοτικό πληθυντικό ότι ενώ θα εκτελούσα, εκείνος θα είχε την επίβλεψη. Πηγαίνω και τουαλέτα, πρόσθεσα, γι’ αυτό θα αργήσω. Κάνε όσο χρειαστεί, με παρηγόρησε ο Νίκος.
Η πόρτα έκλεισε με ένα ανατριχιαστικό τριγμό να διαχέεται στο δωμάτιο. Αφουγκράστηκα. Ένιωθα κάποια παρουσία μέσα στο σκοτάδι. Ξαφνικά ακούστηκε ένα θρόισμα. Γύρισα και είδα το παράθυρο ανοικτό. Πλησίασα για να το ασφαλίσω. Μου φάνηκε να ακούγονται βήματα πίσω μου. Περιστράφηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, αλλά ματαία. Πήγα να τραβήξω τις κουρτίνες και πρόσεξα την ομίχλη που είχε καλύψει τα πάντα. Η εντύπωση ότι κάποιος με παρακολουθούσε δεν με εγκατέλειπε, ώσπου ένιωσα μια φωνή μέσα μου. Είσαι πολύ όμορφη, πάρα πολύ όμορφη. Σε θέλω, σε θέλω δική μου. Για πάντα, αιώνια. Παραδόσου, άφησε με να σε οδηγήσω σε ένα νέο κόσμο. Εκεί που χρόνος δεν έχει σημασία. Εκεί όπου θα είσαι παντοδύναμη. Αισθάνθηκα ένα απαλό αεράκι στα μαλλιά μου, που τα ανασήκωσε από την δεξιά πλευρά. Έπειτα δόντια βυθίστηκαν στο ακάλυπτο σημείο του ωμού μου και ένας γλυκός πόνος με κυρίευσε.
Είχα τελειώσει με τις τελευταίες αγγαρείες και ξαναγύρισα στην κουζίνα. Ήμουν απορροφημένη με το φαγητό όταν με πλησίασε ο Νίκος για να μου πει ότι η Χαρουλα δεν αισθανόταν καλά και θα έφευγε λίγο νωρίτερα. Μπορούσα αν ήθελα να φύγω και εγώ μαζί της. Κάθε ημέρα επέστρεφα σπίτι με κάποιον από τους προσωρινούς συνάδελφους. Φυσικά άδραξα την ευκαιρία. Στην διαδρομή μιλούσα μόνον εγώ και έτσι άρχισα να διηγούμαι για τον Αλέκο, τον ανατολίτη άνδρα που με καταδυναστεύει.

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

Ο ρόλος της ζωής μου…

Ξεπρόβαλλε από την πόρτα με το πρόσωπο τραβηγμένο. Περπατούσε βαριά. Έμοιαζε να έχει δώσει την υπέρτατη μάχη για την επιβίωση και να έχει νικήσει. Νόμιζες ότι είχε καθίσει να γράψει σε μια νύχτα όλο το σύνταγμα από την αρχή. Θα πίστευες ότι επρόκειτο για το Προμηθέα, που μόλις το έσκασε από το μαρτύριο του και γύρισε ανάμεσα μας. Το «γεια» ακούστηκε σαν να το έφτυσε. Σαν να το κρατούσε σφιχτά ανάμεσα στα δόντια του και του έφυγε μετά από γροθιά στα νεφρά από τον Ταισον. «Πείτε μου που είμαστε να τελειώνουμε» πρόσθεσε με ταχύτητα και ύφος που δεν άφηνε απόρροιες για την αποφασιστικότητα του. Τον έβλεπα σαν το Κλιντ Ιστγουντ έτοιμο να καθαρίσει το επόμενο του θύμα σε μονομαχία. Ήταν ο καλός, ο κακός και ο άσχημος σε μια συσκευασία. Σαν σαμπουάν. Έκανε για τα πάντα, ήταν η λύση σε όλα. Απλώς αυτός ήταν όμορφος. Πολύ όμορφος. Ίσως γι’ αυτό τον φθονούσαν όλοι. Επίσης για την ικανότητα του. Τίποτε, όμως δεν θα στεκόταν εμπόδιο ανάμεσα σε αυτόν και το καθήκον, το οκτάωρο. Ήταν ο εργαζόμενος μοντέλο. Σαν όνειρο του Μουσολίνι. Όπως ένας μαύρος σκλάβος στην Λουϊζιάνα στις αρχές του αιώνα. Ήταν αλυσοδεμένος με την δουλειά του, ήταν η ζωή του.
Η πενιχρή αμοιβή σε σχέση με την άξια του δεν ήταν παρά ένα ακόμη δείγμα της ανικανότητας των άλλων να τον καταλάβουν, καθώς και της ύπουλης υπονόμευσης που δεχόταν από τους συνάδελφους του. Αυτός που ήρθε και τους άνοιξε τα μάτια. Που απλώθηκε σαν το φως της γνώσης, τους παρέλαβε απλούς υπάλληλους και τους βοήθησε να γίνουν στελέχη. Πένητες, σκουλήκια, γυμνοσάλιαγκες, παράσιτα. Ο ήλιος του είχε δεχθεί ολική έκλειψη, αλλά είναι παγκόσμιο δεδομένο, το φως θα ξαναελαμπε, ο ουρανός θα γυρνούσε γαλάζιος, τα σύννεφα θα εξαφανιζόταν. Αξιαγάπητος σαν τον γιο που κάθε μανά ονειρευόταν, άψογος εμφανισιακα σαν παρουσιαστής ειδήσεων. Καθησυχαστικός, στωικός και εγκρατής. Αλλά θηρίο ανήμερο, αγρίμι, λαιμητόμος, χείμαρρος όταν ένιωθε να διακινδυνεύουν τα δίκαια της επιχείρησης που δούλευε και τα δικά του. Υπερασπιστής του δικαίου, του όμορφου, του ορθού λόγου, της ειλικρινείας. Έκανε τον Ρομπέν των δασών να μοιάζει με τσαρλατάνο. Ίνδαλμα του ο Σολόμωντας, Όνειρο του ο Ζορο, ο μασκοφόρος εκδικητής. Καταδικασμένος να μείνει άγνωστος. Η μοναξιά της επιλογής του σωστού δρόμου. Σαν τον Ηρακλή. Μόνο που εκείνος είχε κάνει απλώς δώδεκα άθλους. Αυτός καθημερινά και από έναν.
Οι συνάδελφοι του είχαν μαζευτεί γύρω του να τον ενημερώσουν. Πάλι είχαν κάνει ένα σωρό λάθη ή παραλήψεις. Πράγματα που αυτός έπρεπε να διορθώσει. Δεν υπήρχε τρόπος να τους συνετίσει. Δεν υπάρχει χειρότερος κούφος από αυτόν που δεν θέλει να ακούσει και αυτοί περιέφεραν τα αυτιά τους ως βάση για τα σκουλαρίκια. Εκτιμούσε μόνο δυο άτομα μέσα στην επιχείρηση, που πίστευε ότι ήταν κοντά στην δική του κορυφή. Όλους τους υπόλοιπους τους έβλεπε όπως ο Δίας από την κορυφή του Ολύμπου. Έτοιμος να τους κατακεραυνώσει. Αν κάποτε έκανε πίσω ήταν πάντα για το καλό της δουλειάς. Για αυτό και μόνο είχε αναπτύξει την διπλωματία του. Λαοπλάνος σαν τον Απόλλωνα, χρηστής της γλώσσας αντάξιος του Θουκυδίδη, απόγονος του Σεφέρη, πνευματικό παιδί του Χρυσοστόμου. Σαγήνευε. Προτιμούσε την επιβολή της άξιας του από τον φόβο της παρουσίας του. Η αποδοχή του έπρεπε να γίνει καθολική.
Έδωσε τις οδηγίες του με τον κόφτο και σαφή του τρόπο. Όταν εξέλαβε απορημένες γκριμάτσες, μειδιάματα, παράπονα, κατάλαβε ότι μόνο με την δική του δράση θα ορθοποδούσε η κατάσταση. Δεκανίκι της επιχείρησης, δεξί χέρι της διοίκησης, εντολοδόχος και διεκπεραιωτής, θεμέλιος λίθος κάθε καλής προσπάθειας, αποκούμπι σε κάθε αναποδιά. Τους απομάκρυνε από κοντά του για να αναλάβει δράση. Σαν να επρόκειτο να σκάσει ατομική βόμβα. Η ενέργεια που θα απελευθέρωνε το ζωντανό του παράδειγμα θα ήταν σαν το ωστικό κύμα για αυτούς τους δύσμοιρους. Ζήτησε ένα καφέ. Έμοιαζε σαν τον αθλητή που αυτοσυγκεντρώνεται πριν από την κούρσα στους Ολυμπιακούς αγώνες. Τέντωσε τα δάκτυλα του σαν μουσικός. Θα αναλάμβανε το σόλο του εντός ολίγου.
Ήταν σύναμμα μετριόφρων και ντροπαλός. Δεν ένιωθε καμία έπαρση για τα αναμφισβήτητα προτερήματα του. Δεν ήθελε να αποθαρρύνει τους άλλους με τον προγραμματισμένο τρόπο με τον οποίο δούλευε, την ευταξία του, τον απαράμιλλο ρυθμό του, την ευεξία του, την δεξιοτεχνία του. Ένας θεάνθρωπος είχε εμφανιστεί και έπρεπε να πεθάνει για να δώσει ελπίδα στον κόσμο. Αυτός δεν θα είχε την ίδια τύχη. Θα κρινόταν από το σώμα του έργου του και όχι από το πώς το πέτυχε. Περίμενε λοιπόν να απομακρυνθούν οι συνάδελφοι του. Απομυζούσε όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσε από οποίον περνούσε από μπροστά του. Αυτές θα τον βοηθούσαν στην δουλειά του, όταν θα ξεκινούσε. Αποκωδικοποιούσε την αλήθεια από τις επιθυμίες και τις κακοήθειες του κατώτερου προσωπικού. Τις επεξεργαζόταν και τις μετέφραζε σε ενέργειες, που όταν επιτέλους η διοίκηση θα εισάκουγε, θα απέδιδαν ανέλπιστους καρπούς για τους αδαείς και τους κακόπιστους. Οργάνωνε το χώρο δράσης του, όργωνε το γραφείο του από άκρη σε άκρη. Σαν ταύρος έτοιμος να ξεχυθεί στην Αρένα.
Άργησαν να φύγουν και οι τελευταίοι συνεργάτες του. Επιρρεπής στην σαρκική του πλευρά, δεν άντεξε την υπερδιέγερση που κράτησε τόση ώρα χωρίς εκτόνωση. Αποκαμωμένος από την εγκράτεια άναψε ένα τσιγάρο μέχρι να ανασυσπειρωσει τις δυνάμεις του. Τίποτε. Ένιωθε άδειος, σαν έρημο κρεβάτι. Ένα ζευγάρι είχε κάνει ερωτά επάνω του και τον άφησε για μέρες άστρωτο. Πήγε τουαλέτα. Πήγε να πιει νερό. Πήγε στο παράθυρο και κοίταζε έξω. Πήρε τηλέφωνο στην γυναίκα του. Τίποτε. Πήγε στο διπλανό γραφείο να μιλήσει με κάποιον. Γύρισε και έφτιαξε και δεύτερο καφέ. Τίποτε. Άρχισε να παίζει παιχνίδια στον υπολογιστή. Πήρε έναν φίλο του στο κινητό. Τίποτε. Άνοιξε το ραδιόφωνο. Έγειρε πίσω την πλάτη, ακούμπησε τα ποδιά στο γραφείο. Αφουγκράστηκε. Ντράπηκε. Σηκώθηκε. Πήγε ξανά για νερό. Γύρισε και κοίταζε το γραφείο του σαν τον σκηνοθέτη μπροστά στο σκηνικό του επόμενου γυρίσματος. Απάντησε σε ένα τηλεφώνημα. Προσπάθησε να το κάνει να κρατήσει όσο γίνεται περισσότερο. Τίποτε. Εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια. Σαν τον εραστή που καίγεται στα προκαταρκτικά. Γύρισε κοίταξε το ρόλοι και σκέφθηκε «Άντε να σχολάσουμε.»