Νιώθουμε όλοι έντονη την επιθυμία να διαφοροποιηθούμε από την δημόσια βοή των ΜΜ Ενημέρωσης για το εάν φταίει ο δεινά ή ο τάδε, για τον βαυκαλισμό με το παρελθόν, για την ανικανότητα να δούμε το μέλλον, για την διάδοση και ενίσχυση των κακών ειδήσεων. Επίσης έχουμε τον ενταφιασμό των μελετών εκτός εάν οι μελετητές είναι κομματικά προσκείμενοι και η υιοθέτηση των συμπερασμάτων αυτών θα απέφερε τα επιθυμητά αντάλλαγμα, πλέον της υστεροφημίας και της λαοφιλίας. Διαπιστώνεται και μια πλήρη ανικανότητα προγραμματισμού του αύριο, παρά μόνο η λήψη κατασταλτικών μέτρων, με συνήθως εισπρακτικό χαρακτήρα. Θα πρέπει, λοιπόν ο καθένας μας να εναντιωθεί στην πολιτική στενομυαλιά και να ατενίσει το αύριο, διότι δεν μας καίει αυτή τη στιγμή εάν έκλεψε και αποδεικνύεται νομικά ο εις –ακης ή ο εις –ακος, επειδή, απλώς, γνωρίζουμε ήδη, ότι κατ' ελάχιστον ήταν αποδέκτης παθητικής δωροδοκίας και το πλείστον ήταν αρχιλησταρχος και δεν πρόκειται να αποδεδειχθεί ποτέ. Θέλουμε να βάλουμε μια διαχωριστική γραμμή και να αλλάξουμε τις συνθήκες εκκόλαψης των αετονύχηδων και των μακρυχέρηδων. Τιμωρώντας απλώς τους προηγούμενους τους αντικαθιστούμε από τους επομένους.
Η έλλειψη παιδείας είναι το μέγα πρόβλημα μας. Όταν παιδεύεσαι για να μάθεις σέβεσαι το κόπο των άλλων, διότι και ο ίδιος έχεις μοχθήσει. Σήμερα όλοι είναι πτυχιούχοι, αριστούχοι και ευελπιστούν να γίνουν προνομιούχοι. Απαιτούν μετά το πανεπιστήμιο δημόσια εργασία, εξασφάλιση και οι πιο θρασείς αργομισθία. Στην περίσσεια των επιστημονικών τίτλων αντιπαρατίθεται η κοινωνική αμάθεια, η όποια γνωρίζει έξαρση. Απλό καθημερινό παράδειγμα. Είστε γιατρός, έχετε αυτοκίνητο και πηγαίνετε τέρμα αριστερά σε δρόμο με περισσότερες των μια λωρίδων. Εμμένετε να κινείστε σε αυτή παρ’ ότι η ταχύτητα σας δεν είναι αρκετά μεγάλη και συσσωρεύονται όπισθεν σας πλήθος αυτοκίνητων. Εσείς δεν επιταχύνεται και κινείστε απολύτως παράλληλα με το διπλανό σας όχημα διατηρώντας την ταχύτητα σας και παίζεται με τα νευρά των συνοδοιπόρων σας. Παρ’ όλα αυτά γνωρίζεται τον νόμο του Bernoulli, γνωρίζεται για το ανεύρυσμα, αλλά επιμένετε να προκαλείται τυρβώδη ροη στην κυκλοφορία των οχημάτων και να επιβραδύνεται τους πάντες.
Πρωταρχικώς μας στόχος είναι η παιδεία να είναι κοινωνική, να βοηθά τον διάλογο, την ένταξη, την αποδοχή, και δευτερεύοντας την επιστημονική πληροφορία ως απτής πληροφορίας. Θα πρέπει να δώσει τις βάσεις και την κριτική ικανότητα για την αναίρεση και την κατανόηση της. Η απομνημόνευση δεν αποτελεί γνώση, όπως η ανάγνωση δεν αποτελεί κατανόηση, παρά μόνο το πρώτο βήμα. Όταν είσαι φτωχός στις λέξεις μπορείς να είσαι πλούσιος στις σκέψεις; Γίνεται εάν έχεις βιώσει καταστάσεις, εάν έχεις διδαχτεί από τις εμπειρίες των άλλων. Δεν είναι τυχαία τα σοφά λόγια των παππούδων, ασχέτως μορφώσεως. Δεν γνωρίζω πως επιτυγχάνονται αυτά αλλά θα υπάρχουν μελέτες που μπορούν να εφαρμοστούν, καθώς και εφαρμογές κάποιων εξ’ αυτών που μπορούν να αντιγράφουν.
Ας δούμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα είναι προ των πυλών. Θεωρούνται μηδενικών ρύπων. Αυτό ισχύει διότι απλά ως ρυπαντές λαμβάνονται υπόψη μόνο όσοι εκλύονται από το αυτοκίνητο. Εάν ληφθούν υπόψη και οι εκπεμπόμενοι από την μονάδα παράγωγης της ηλεκτρικής ενεργείας, που αυτό ως ηλεκτροκίνητο θα καταναλώσει, έχουμε για μια χωρά όπως η Γάλλια, που έχει πλήθος πυρηνικών εργοστασίων, 12g/Km CO2, ενώ ο μέσος ευρωπαϊκός Όρος είναι 62g/Km. Στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου βασίζεται κατά μεγάλο ποσοστό στον λιγνίτη θα ξεπερνά τα 128g/Km. Υπάρχουν ήδη αυτοκίνητα με λιγότερους ρύπους από ορυκτά καύσιμα. Στην ουσία θα διαλέξουμε σε αυτή την χωρά που θα εκπέμπονται αυτοί, στην πόλη ή στα εργοστάσια. Υπάρχει πρόβλεψη για την επίπτωση των αυτοκίνητων αυτών στο δίκτυο διανομής; Υπάρχει πρόβλεψη για ανάπτυξη υποδομής; Όποιος έχει διαβάσει σχετικά με τις μελλοντικές ενεργειακές ανάγκες της χώρας γνωρίζει ότι το πιθανότερο είναι να καταστούμε μεγαλοεισαγωγείς ενεργείας από το εξωτερικό. Ποια είναι τα μετρά ανάπτυξης και ποιες οι αποφάσεις των κυβερνόντων; Έχουμε ένα πλάνο 20 ετών; Το κόστος που δεν θα καταβάλουμε σήμερα για την μελέτη και την επένδυση επ’ αυτών θα το πληρώσουμε πολλαπλά στο μέλλον.
Αυτό είναι το επαναλαμβανόμενο μοτίβο αυτής της χώρας. Υπάρχει συντομότερο ανέκδοτο από το «Σχέδιο Πόλης»; Δεν θα ήταν ακριβέστερο εάν ονομαζόταν «Σχέδιο Νομοθετικής ρύθμισης Πολεοδομικών Αυθαιρεσιών»; Υπάρχει αρχιτέκτονας που σχεδιάζει ένα κτίριο γεμάτο πολεοδομικές παραβάσεις; Ο πελάτης δεν ζητά καμία αλλαγή επ’ αυτού, ο αρχιτέκτονας τον καθησυχάζει λέγοντας του ότι όλα είναι νόμιμα και ρόδινα και όταν φτάνει η πολεοδομία ανακαλύπτει ο πελάτης ότι ήταν θύμα; Υπάρχει κάνεις που θα δυσαρεστησεί μέρος της σημερινής του πελατείας γιατί απλά αυτό είναι το σωστό; Θα πάρει κάνεις κάποια απόφαση που θα δίνει προοπτική χωρίς να κοιτάζει πίσω από την πλάτη του τους συμφεροντολόγους λασπολόγους; Θα ψηφίσουμε εμείς αυτόν τον κάποιον; Θα τον αναγνωρίσουμε εάν εμφανιστεί μέσα από τόσους άλλους; Πως θα μάθουμε την ύπαρξη του; Γιατί δεν αλλάζουμε την μορφή των κόμματων για να υπάρξει ελπίδα για αυτούς τους ανθρώπους; Γιατί δεν εφαρμόζουμε τα θεσμοθετημένα και συνεχώς τα υποσκάπτουμε;
Αυτά δεν θίγονται σε καμία συζήτηση στην τηλεόραση διότι αυτό που πουλάει είναι το τετράπτυχο σπορ, αίμα, λεφτά και σεξ. Δυστυχώς ο δημόσιος χώρος είναι πλέον η τηλεόραση. Εάν θέλουμε κάτι να αλλάξει πρέπει να σταματήσουμε να καταναλώνουμε από το τετράπτυχο. Να ζητήσουμε και άλλα πράγματα. Διότι διαφορετικά θα κρυβόμαστε πίσω από το τρίπτυχο ιερόδουλη, προαγωγός και σεξουαλικός πελάτης, όπου στην σημερινή Ελλάδα διώκονται μόνο οι ιερόδουλες.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τηλεόραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τηλεόραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010
Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009
Παράλληλες ζωές…
Παράλληλες ζωές…
Με πλησίαζε. Ένιωσα τον φόβο να με ξανακυριεύει. Έτρεξα να χωθώ στο δωμάτιο μου. Προσπάθησα να κλείσω την πόρτα, αλλά πρόλαβε να βάλει το πόδι του και να με σταματήσει, με άρπαξε, με τίναξε φωνάζοντας μου να συνέλθω. Έτρεμα, δεν ήξερα τι να κάνω. Φοβόμουν για αυτό που με περίμενε. Φύγε του είπα, δεν θέλω να σε ξαναδώ. Άρχισα να τον ικετεύω, έκλαιγα με λυγμούς. Έμοιαζε να απολαμβάνει την σκηνή. Είσαι η γυναίκα της ζωής μου, είπε, και αυτό δεν αλλάζει, πάρε το απόφαση. Με γύρισε και με ακούμπησε πάνω στο παράθυρο, πιέζοντας το σώμα μου να ακουμπήσει στο κρύο τζαμί. Ένιωσα το πόδι του να προσπαθεί να μπει ανάμεσα στα δικά μου και κουνώντας το γόνατο του να θέλει να τα ανοίξει. Με το ένα χέρι πίεζε το λαιμό μου από πίσω ακινητοποιώντας με και με το άλλο άνοιξε τα ρούχα μου και έφερε το στήθος μου σε επαφή με την νοτισμένη από την νυχτερινή υγρασία επιφάνεια του γυαλιού. Τράβηξε τα εσώρουχα μου προκαλώντας μου ένα τσούξιμο στον δεξί γοφό. Ένιωσα το χέρι του να με ψαχουλεύει, έπειτα να το στρέφει προς εκείνον και έπειτα με σοδομησε για δεύτερη φορά εκείνη την εβδομάδα. Ήταν μια ήσυχη Τετάρτη που ο πατέρας μου πήγαινε στο καφενείο να δει τους αγώνες ποδοσφαίρου με τους φίλους του.
Σταματώντας άρχισε να κλαίει και να ικετεύει την συγχώρεση μου. Δεν έπρεπε να εξελιχθεί έτσι η φίλια μας έλεγε. Μου υποσχόταν ότι δεν θα ξανασυνεβαινε. Έχοντας ζήσει ήδη μια φορά την σκηνή, νέα συναισθήματα αναδυόταν μέσα μου. Την πρώτη πίστευα ότι ήμουν η Εύα μετά το προπατορικό αμάρτημα. Ντροπή, αηδία και απορία αναδυόταν από εμένα για εμένα. Τώρα τον κοιτούσα με οίκτο και όλα τα προηγούμενα απευθυνόταν προς αυτόν. Επειδή με βίασες δεν σημαίνει ότι θα φτιάξουμε και δεσμό, ξεστόμισα.
Γύρισα και κοίταξα την οθόνη του υπολογιστή. Τα μηνύματα κατέβαιναν βασανιστικά αργά. Παιδιά τι γίνεται, μήπως έπαθε τίποτα αναρωτήθηκα. Η Χαρουλα περνώντας μου έδειξε πώς να βλέπω ποσά μηνύματα έρχονται και σε τι ταχύτητα δουλεύει το μόντεμ. Ένιωθα απορία για όλα αυτά τα καινούργια για εμένα πράγματα. Δυστυχώς είχα έρθει σε αυτή την δουλειά ως χειρίστρια ηλεκτρονικού υπολογιστή. Παρά το ατάραχο στυλακι που υιοθέτησα δεν έχω πείσει κανένα για τις ικανότητες μου. Αχ βρε παιδιά πιάστηκα, πάω να ξεμουδιάσω λίγο μέχρι να τελειώσει αυτό. Μόνη μου το είπα και μόνη μου το άκουσα. Ήταν Δευτέρα και όλοι οι άλλοι έτρεχαν ακατάπαυστα για να συμμαζέψουν τα χαρτιά από τα γραφεία τους. Έφυγα για την κουζίνα όπου έφτιαχναν τους καφέδες τους. Εκεί πήγαινε, επίσης, οποίος ήθελε να καπνίσει. Βρήκα τον Γιώργο που ήταν μανιώδης καπνιστής. Είχε τα πιο πολλά χρόνια στην δουλειά αυτή. Καλέ Γιώργο σταματά με αυτό το τσιγάρο, θα μας πεθάνεις, τον αποπήρα. Ελπίζω να έχω πεθάνει πρώτος, απάντησε εκείνος, δεν θα αντέξω τις τύψεις. Έσβησε το τσιγάρο και έφυγε.
Βγήκα στο παράθυρο και κοίταξα τον ήλιο που μόλις είχε ανατείλει. Γύρισα και φώναξα την αγαπημένη μου ακόλουθο να έρθει να με βοηθήσει. Ο κύριος του σπιτιού θα γυρνούσε από το τελευταίο του ταξίδι. Έπρεπε όλα να είναι έτοιμα να τον υποδεχτούμε. Οι γυναίκες του σπιτιού είχαν μάθει τις συνήθειες μου και όπως μου είπε η Ντολορες είχαν ξεκινήσει όλες οι προετοιμασίες. Αμέσως μόλις ντύθηκα πήγα να δω τι είχαν καταφέρει και να δώσω οδηγίες για τα υπόλοιπα. Σαν σε χορωδία με παρακάλεσαν να φροντίσω να είμαι εγώ έτοιμη και αυτές θα έκαναν περισσότερο και από ότι μπορούσαν. Γυρνούσαν και οι δικοί τους άνδρες, ήταν γιορτή για όλους. Τα χρήματα από την πώληση των ζωντανών θα ήταν το εισόδημα ολόκληρης της χρονιάς για αυτές τις οικογένειες. Παρακάλεσα την Ντολορες να με ακολουθήσει για να μου πει τι προβλέπει για σήμερα το βράδυ, θα καταφέρω να δώσω αρσενικό απόγονο στον κύριο μου;
Νατάσσα τα μηνύματα σου είναι ήδη έτοιμα, η Χαρουλα τα εκτύπωσε, τα διάβασε και σου έγραψε τις απαντήσεις. Έχεις να κανείς μόνο την πληκτρολόγηση, μου σύστησε ο Νίκος που είχε έρθει να φτιάξει τον πρώτο από την ατελείωτη σειρά καφέδων που έπινε καθημερινά. Τον ευχαρίστησα και έφυγα προς το γραφείο. Εκεί η Αλεξια μου είπε πως τα είχαν στείλει ήδη. Αμάν βρε παιδιά, διαμαρτυρήθηκα, τι θα κάνω εγώ τώρα. Με παρέπεμψαν να καθίσω σε ένα γραφείο μέχρι να βρουν να μου δώσουν κάτι. Δούλευαν και μιλούσαν συνεχεία, ήταν εμφανές ότι έκαναν παρέα και έξω από την δουλειά. Πειραζόταν συνεχώς. Αυτοί που δούλευαν πιο πολύ μιλούσαν και περισσότερο. Όλο για φαγητά που έτρωγαν σε ταβέρνες έλεγαν και για μπαράκια. Συχνά συζητούσαν για ταινίες. Δεν έκαναν ούτε έναν υπαινιγμό ποτέ ότι θα με προσκαλέσουν σε κάποια από τις εξόδους που οργάνωναν. Κύριος παρακινητής αυτής της κατάστασης ήταν ο Νίκος. Πίσω του βρισκόταν μια αφίσα με ένα αυτοκίνητο.
Βγήκα από το αμάξι και κοίταξα γύρω μου. Δεν ήταν κανείς. Το ψιλοβρόχο και το προχωρημένο της ώρας ήταν οι σύμμαχοι μου. Πήγα στην πόρτα της αποθήκης και χτύπησα το κουδούνι που ήταν δίπλα της. Άνοιξε μετά από ώρα. Ένας ψηλόσωμος άνδρας μου έκανε ένα νεύμα να περάσω. Γύρισα στο αμάξι και το οδήγησα μέχρι το κέντρο της αποθήκης. Μέσα υπήρχαν διάφορα κιβώτια μισάνοιχτα και αρκετά ζαντολαστιχα. Ο άνδρας πήγε στο πορτ μπαγκαζ και το άνοιξε με προσοχή. Τράβηξε το θύμα μου από μέσα και μου χαμογέλασε. Αυτός είναι είπε, και τον πέταξε κάτω. Τον πρόσταξε να μείνει ακίνητος και πήγε να φέρει δυο χαρτοφύλακες. Μου έδωσε τον πρώτο. Αυτά γιατί μας τον έφερες, είπε, ο άλλος αν τον κανείς να μιλήσει. Αν δεν τα καταφέρεις δώσε τέλος. Θα είμαι στο γνωστό σημείο, είπε και έφυγε. Άρπαξα το θύμα μου και το βοήθησα να σταθεί στα γόνατα. Με κοίταζε με τρόμο και αγωνία. Θέλω απλώς κάποια ονόματα του είπα. Τον παρότρυνα αναφέροντας του ότι όσα είχαν προηγηθεί δεν ήταν παρά μια απλή πρόγευση. Αρνήθηκε πεισματικά. Τον έλυσα και του έδωσα ρούχα ναυτεργατών για να φορέσει. Υπάκουσε ικετεύοντας με να τον αφήσω. Του πήρα το δεξί χέρι ανάμεσα στα δικά μου, το χάιδεψα και τον παρακάλεσα για δικό του καλό να πει τα δυο ονόματα που ήθελα. Τον απείλησα ότι γίνομαι πολύ κακό κορίτσι όταν προσπαθώ. Δεν μπορούσε να μιλήσει από το κλάμα. Έστριψα ανάποδα την παλάμη του και την πίεσα προς τα κάτω. Τον χτύπησα απότομα στα νεφρά και του κόπηκε η αναπνοή. Χοροπήδησε όσο του επέτρεπε η κατάσταση του, καθώς τον πίεζα με την παλάμη προς τα κάτω. Τον προειδοποίησα ότι δεν θα είμαι πάντα τόσο ευγενική. Τον κλώτσησα στα πλευρά. Από τον γδούπο και την κραυγή που ακούστηκε ήταν πασιφανές ότι κάτι έσπασε μέσα του. Μιλά του είπα ειδάλλως αυτή θα είναι η αρχή του τέλους σου. Πίεσα τα σπασμένα του πλευρά.
Νατάσσα έχω αυτές τις φωτοτυπίες για εσένα. Θέλω πέντε αντίτυπα από το καθένα. Κρατά ένα για εμάς και τα υπόλοιπα πήγαινε τα στο αφεντικό. Τρόμαξα από αυτές τις παραινέσεις της Αλεξιας. Αχ βρε παιδιά, με τρομάξατε. Πονάει και το στομάχι μου. Όταν τελειώσεις με αυτά κάνε διάλειμμα. Στην κουζίνα έφεραν τυροπιτακια. Έχει και γάλα. Θα βοηθήσει το στομάχι σου, είπε ο Νίκος, που φαινόταν να ενδιαφέρεται για εμένα, μια και μου έδινε τις λιγότερες δουλειές. Είχα έρθει για πρακτική σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και έκανα ότι βαριόταν οι υπόλοιποι μέσα στο γραφείο να διεκπεραιώσουν. Όταν θα είσαι εύκαιρη φέρε μερικά διαφημιστικά έντυπα από το αρχείο για να τα ταχυδρομήσουμε, φώναξε ο Γιώργος, εννοώντας με εκείνον το ευγενικό συνωμοτικό πληθυντικό ότι ενώ θα εκτελούσα, εκείνος θα είχε την επίβλεψη. Πηγαίνω και τουαλέτα, πρόσθεσα, γι’ αυτό θα αργήσω. Κάνε όσο χρειαστεί, με παρηγόρησε ο Νίκος.
Η πόρτα έκλεισε με ένα ανατριχιαστικό τριγμό να διαχέεται στο δωμάτιο. Αφουγκράστηκα. Ένιωθα κάποια παρουσία μέσα στο σκοτάδι. Ξαφνικά ακούστηκε ένα θρόισμα. Γύρισα και είδα το παράθυρο ανοικτό. Πλησίασα για να το ασφαλίσω. Μου φάνηκε να ακούγονται βήματα πίσω μου. Περιστράφηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, αλλά ματαία. Πήγα να τραβήξω τις κουρτίνες και πρόσεξα την ομίχλη που είχε καλύψει τα πάντα. Η εντύπωση ότι κάποιος με παρακολουθούσε δεν με εγκατέλειπε, ώσπου ένιωσα μια φωνή μέσα μου. Είσαι πολύ όμορφη, πάρα πολύ όμορφη. Σε θέλω, σε θέλω δική μου. Για πάντα, αιώνια. Παραδόσου, άφησε με να σε οδηγήσω σε ένα νέο κόσμο. Εκεί που χρόνος δεν έχει σημασία. Εκεί όπου θα είσαι παντοδύναμη. Αισθάνθηκα ένα απαλό αεράκι στα μαλλιά μου, που τα ανασήκωσε από την δεξιά πλευρά. Έπειτα δόντια βυθίστηκαν στο ακάλυπτο σημείο του ωμού μου και ένας γλυκός πόνος με κυρίευσε.
Είχα τελειώσει με τις τελευταίες αγγαρείες και ξαναγύρισα στην κουζίνα. Ήμουν απορροφημένη με το φαγητό όταν με πλησίασε ο Νίκος για να μου πει ότι η Χαρουλα δεν αισθανόταν καλά και θα έφευγε λίγο νωρίτερα. Μπορούσα αν ήθελα να φύγω και εγώ μαζί της. Κάθε ημέρα επέστρεφα σπίτι με κάποιον από τους προσωρινούς συνάδελφους. Φυσικά άδραξα την ευκαιρία. Στην διαδρομή μιλούσα μόνον εγώ και έτσι άρχισα να διηγούμαι για τον Αλέκο, τον ανατολίτη άνδρα που με καταδυναστεύει.
Με πλησίαζε. Ένιωσα τον φόβο να με ξανακυριεύει. Έτρεξα να χωθώ στο δωμάτιο μου. Προσπάθησα να κλείσω την πόρτα, αλλά πρόλαβε να βάλει το πόδι του και να με σταματήσει, με άρπαξε, με τίναξε φωνάζοντας μου να συνέλθω. Έτρεμα, δεν ήξερα τι να κάνω. Φοβόμουν για αυτό που με περίμενε. Φύγε του είπα, δεν θέλω να σε ξαναδώ. Άρχισα να τον ικετεύω, έκλαιγα με λυγμούς. Έμοιαζε να απολαμβάνει την σκηνή. Είσαι η γυναίκα της ζωής μου, είπε, και αυτό δεν αλλάζει, πάρε το απόφαση. Με γύρισε και με ακούμπησε πάνω στο παράθυρο, πιέζοντας το σώμα μου να ακουμπήσει στο κρύο τζαμί. Ένιωσα το πόδι του να προσπαθεί να μπει ανάμεσα στα δικά μου και κουνώντας το γόνατο του να θέλει να τα ανοίξει. Με το ένα χέρι πίεζε το λαιμό μου από πίσω ακινητοποιώντας με και με το άλλο άνοιξε τα ρούχα μου και έφερε το στήθος μου σε επαφή με την νοτισμένη από την νυχτερινή υγρασία επιφάνεια του γυαλιού. Τράβηξε τα εσώρουχα μου προκαλώντας μου ένα τσούξιμο στον δεξί γοφό. Ένιωσα το χέρι του να με ψαχουλεύει, έπειτα να το στρέφει προς εκείνον και έπειτα με σοδομησε για δεύτερη φορά εκείνη την εβδομάδα. Ήταν μια ήσυχη Τετάρτη που ο πατέρας μου πήγαινε στο καφενείο να δει τους αγώνες ποδοσφαίρου με τους φίλους του.
Σταματώντας άρχισε να κλαίει και να ικετεύει την συγχώρεση μου. Δεν έπρεπε να εξελιχθεί έτσι η φίλια μας έλεγε. Μου υποσχόταν ότι δεν θα ξανασυνεβαινε. Έχοντας ζήσει ήδη μια φορά την σκηνή, νέα συναισθήματα αναδυόταν μέσα μου. Την πρώτη πίστευα ότι ήμουν η Εύα μετά το προπατορικό αμάρτημα. Ντροπή, αηδία και απορία αναδυόταν από εμένα για εμένα. Τώρα τον κοιτούσα με οίκτο και όλα τα προηγούμενα απευθυνόταν προς αυτόν. Επειδή με βίασες δεν σημαίνει ότι θα φτιάξουμε και δεσμό, ξεστόμισα.
Γύρισα και κοίταξα την οθόνη του υπολογιστή. Τα μηνύματα κατέβαιναν βασανιστικά αργά. Παιδιά τι γίνεται, μήπως έπαθε τίποτα αναρωτήθηκα. Η Χαρουλα περνώντας μου έδειξε πώς να βλέπω ποσά μηνύματα έρχονται και σε τι ταχύτητα δουλεύει το μόντεμ. Ένιωθα απορία για όλα αυτά τα καινούργια για εμένα πράγματα. Δυστυχώς είχα έρθει σε αυτή την δουλειά ως χειρίστρια ηλεκτρονικού υπολογιστή. Παρά το ατάραχο στυλακι που υιοθέτησα δεν έχω πείσει κανένα για τις ικανότητες μου. Αχ βρε παιδιά πιάστηκα, πάω να ξεμουδιάσω λίγο μέχρι να τελειώσει αυτό. Μόνη μου το είπα και μόνη μου το άκουσα. Ήταν Δευτέρα και όλοι οι άλλοι έτρεχαν ακατάπαυστα για να συμμαζέψουν τα χαρτιά από τα γραφεία τους. Έφυγα για την κουζίνα όπου έφτιαχναν τους καφέδες τους. Εκεί πήγαινε, επίσης, οποίος ήθελε να καπνίσει. Βρήκα τον Γιώργο που ήταν μανιώδης καπνιστής. Είχε τα πιο πολλά χρόνια στην δουλειά αυτή. Καλέ Γιώργο σταματά με αυτό το τσιγάρο, θα μας πεθάνεις, τον αποπήρα. Ελπίζω να έχω πεθάνει πρώτος, απάντησε εκείνος, δεν θα αντέξω τις τύψεις. Έσβησε το τσιγάρο και έφυγε.
Βγήκα στο παράθυρο και κοίταξα τον ήλιο που μόλις είχε ανατείλει. Γύρισα και φώναξα την αγαπημένη μου ακόλουθο να έρθει να με βοηθήσει. Ο κύριος του σπιτιού θα γυρνούσε από το τελευταίο του ταξίδι. Έπρεπε όλα να είναι έτοιμα να τον υποδεχτούμε. Οι γυναίκες του σπιτιού είχαν μάθει τις συνήθειες μου και όπως μου είπε η Ντολορες είχαν ξεκινήσει όλες οι προετοιμασίες. Αμέσως μόλις ντύθηκα πήγα να δω τι είχαν καταφέρει και να δώσω οδηγίες για τα υπόλοιπα. Σαν σε χορωδία με παρακάλεσαν να φροντίσω να είμαι εγώ έτοιμη και αυτές θα έκαναν περισσότερο και από ότι μπορούσαν. Γυρνούσαν και οι δικοί τους άνδρες, ήταν γιορτή για όλους. Τα χρήματα από την πώληση των ζωντανών θα ήταν το εισόδημα ολόκληρης της χρονιάς για αυτές τις οικογένειες. Παρακάλεσα την Ντολορες να με ακολουθήσει για να μου πει τι προβλέπει για σήμερα το βράδυ, θα καταφέρω να δώσω αρσενικό απόγονο στον κύριο μου;
Νατάσσα τα μηνύματα σου είναι ήδη έτοιμα, η Χαρουλα τα εκτύπωσε, τα διάβασε και σου έγραψε τις απαντήσεις. Έχεις να κανείς μόνο την πληκτρολόγηση, μου σύστησε ο Νίκος που είχε έρθει να φτιάξει τον πρώτο από την ατελείωτη σειρά καφέδων που έπινε καθημερινά. Τον ευχαρίστησα και έφυγα προς το γραφείο. Εκεί η Αλεξια μου είπε πως τα είχαν στείλει ήδη. Αμάν βρε παιδιά, διαμαρτυρήθηκα, τι θα κάνω εγώ τώρα. Με παρέπεμψαν να καθίσω σε ένα γραφείο μέχρι να βρουν να μου δώσουν κάτι. Δούλευαν και μιλούσαν συνεχεία, ήταν εμφανές ότι έκαναν παρέα και έξω από την δουλειά. Πειραζόταν συνεχώς. Αυτοί που δούλευαν πιο πολύ μιλούσαν και περισσότερο. Όλο για φαγητά που έτρωγαν σε ταβέρνες έλεγαν και για μπαράκια. Συχνά συζητούσαν για ταινίες. Δεν έκαναν ούτε έναν υπαινιγμό ποτέ ότι θα με προσκαλέσουν σε κάποια από τις εξόδους που οργάνωναν. Κύριος παρακινητής αυτής της κατάστασης ήταν ο Νίκος. Πίσω του βρισκόταν μια αφίσα με ένα αυτοκίνητο.
Βγήκα από το αμάξι και κοίταξα γύρω μου. Δεν ήταν κανείς. Το ψιλοβρόχο και το προχωρημένο της ώρας ήταν οι σύμμαχοι μου. Πήγα στην πόρτα της αποθήκης και χτύπησα το κουδούνι που ήταν δίπλα της. Άνοιξε μετά από ώρα. Ένας ψηλόσωμος άνδρας μου έκανε ένα νεύμα να περάσω. Γύρισα στο αμάξι και το οδήγησα μέχρι το κέντρο της αποθήκης. Μέσα υπήρχαν διάφορα κιβώτια μισάνοιχτα και αρκετά ζαντολαστιχα. Ο άνδρας πήγε στο πορτ μπαγκαζ και το άνοιξε με προσοχή. Τράβηξε το θύμα μου από μέσα και μου χαμογέλασε. Αυτός είναι είπε, και τον πέταξε κάτω. Τον πρόσταξε να μείνει ακίνητος και πήγε να φέρει δυο χαρτοφύλακες. Μου έδωσε τον πρώτο. Αυτά γιατί μας τον έφερες, είπε, ο άλλος αν τον κανείς να μιλήσει. Αν δεν τα καταφέρεις δώσε τέλος. Θα είμαι στο γνωστό σημείο, είπε και έφυγε. Άρπαξα το θύμα μου και το βοήθησα να σταθεί στα γόνατα. Με κοίταζε με τρόμο και αγωνία. Θέλω απλώς κάποια ονόματα του είπα. Τον παρότρυνα αναφέροντας του ότι όσα είχαν προηγηθεί δεν ήταν παρά μια απλή πρόγευση. Αρνήθηκε πεισματικά. Τον έλυσα και του έδωσα ρούχα ναυτεργατών για να φορέσει. Υπάκουσε ικετεύοντας με να τον αφήσω. Του πήρα το δεξί χέρι ανάμεσα στα δικά μου, το χάιδεψα και τον παρακάλεσα για δικό του καλό να πει τα δυο ονόματα που ήθελα. Τον απείλησα ότι γίνομαι πολύ κακό κορίτσι όταν προσπαθώ. Δεν μπορούσε να μιλήσει από το κλάμα. Έστριψα ανάποδα την παλάμη του και την πίεσα προς τα κάτω. Τον χτύπησα απότομα στα νεφρά και του κόπηκε η αναπνοή. Χοροπήδησε όσο του επέτρεπε η κατάσταση του, καθώς τον πίεζα με την παλάμη προς τα κάτω. Τον προειδοποίησα ότι δεν θα είμαι πάντα τόσο ευγενική. Τον κλώτσησα στα πλευρά. Από τον γδούπο και την κραυγή που ακούστηκε ήταν πασιφανές ότι κάτι έσπασε μέσα του. Μιλά του είπα ειδάλλως αυτή θα είναι η αρχή του τέλους σου. Πίεσα τα σπασμένα του πλευρά.
Νατάσσα έχω αυτές τις φωτοτυπίες για εσένα. Θέλω πέντε αντίτυπα από το καθένα. Κρατά ένα για εμάς και τα υπόλοιπα πήγαινε τα στο αφεντικό. Τρόμαξα από αυτές τις παραινέσεις της Αλεξιας. Αχ βρε παιδιά, με τρομάξατε. Πονάει και το στομάχι μου. Όταν τελειώσεις με αυτά κάνε διάλειμμα. Στην κουζίνα έφεραν τυροπιτακια. Έχει και γάλα. Θα βοηθήσει το στομάχι σου, είπε ο Νίκος, που φαινόταν να ενδιαφέρεται για εμένα, μια και μου έδινε τις λιγότερες δουλειές. Είχα έρθει για πρακτική σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και έκανα ότι βαριόταν οι υπόλοιποι μέσα στο γραφείο να διεκπεραιώσουν. Όταν θα είσαι εύκαιρη φέρε μερικά διαφημιστικά έντυπα από το αρχείο για να τα ταχυδρομήσουμε, φώναξε ο Γιώργος, εννοώντας με εκείνον το ευγενικό συνωμοτικό πληθυντικό ότι ενώ θα εκτελούσα, εκείνος θα είχε την επίβλεψη. Πηγαίνω και τουαλέτα, πρόσθεσα, γι’ αυτό θα αργήσω. Κάνε όσο χρειαστεί, με παρηγόρησε ο Νίκος.
Η πόρτα έκλεισε με ένα ανατριχιαστικό τριγμό να διαχέεται στο δωμάτιο. Αφουγκράστηκα. Ένιωθα κάποια παρουσία μέσα στο σκοτάδι. Ξαφνικά ακούστηκε ένα θρόισμα. Γύρισα και είδα το παράθυρο ανοικτό. Πλησίασα για να το ασφαλίσω. Μου φάνηκε να ακούγονται βήματα πίσω μου. Περιστράφηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, αλλά ματαία. Πήγα να τραβήξω τις κουρτίνες και πρόσεξα την ομίχλη που είχε καλύψει τα πάντα. Η εντύπωση ότι κάποιος με παρακολουθούσε δεν με εγκατέλειπε, ώσπου ένιωσα μια φωνή μέσα μου. Είσαι πολύ όμορφη, πάρα πολύ όμορφη. Σε θέλω, σε θέλω δική μου. Για πάντα, αιώνια. Παραδόσου, άφησε με να σε οδηγήσω σε ένα νέο κόσμο. Εκεί που χρόνος δεν έχει σημασία. Εκεί όπου θα είσαι παντοδύναμη. Αισθάνθηκα ένα απαλό αεράκι στα μαλλιά μου, που τα ανασήκωσε από την δεξιά πλευρά. Έπειτα δόντια βυθίστηκαν στο ακάλυπτο σημείο του ωμού μου και ένας γλυκός πόνος με κυρίευσε.
Είχα τελειώσει με τις τελευταίες αγγαρείες και ξαναγύρισα στην κουζίνα. Ήμουν απορροφημένη με το φαγητό όταν με πλησίασε ο Νίκος για να μου πει ότι η Χαρουλα δεν αισθανόταν καλά και θα έφευγε λίγο νωρίτερα. Μπορούσα αν ήθελα να φύγω και εγώ μαζί της. Κάθε ημέρα επέστρεφα σπίτι με κάποιον από τους προσωρινούς συνάδελφους. Φυσικά άδραξα την ευκαιρία. Στην διαδρομή μιλούσα μόνον εγώ και έτσι άρχισα να διηγούμαι για τον Αλέκο, τον ανατολίτη άνδρα που με καταδυναστεύει.
Ετικέτες
δουλειά,
ονειροπόληση,
σίριαλ,
Τηλεόραση,
Φαντασία
Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009
Ο επαναστάτης της ζωής μου…
«Ποια είναι τα όνειρα σου;» με ρώτησε. «Βρήκες το λυχνάρι του Αλαντίν ή το ρίξαμε στην ψυχανάλυση;» αποκρίθηκα. Με περιπαιχτικό ύφος μου είπε «Ξαπλώστε στο δερμάτινο καναπέ. Θα καθίσω δίπλα σας στην πολυθρόνα.» και μου έδειξε τις καρέκλες, τις οποίες ήδη χρησιμοποιούσαμε. «Η περιέργεια σκοτώνει την γάτα. Είσαι σίγουρη ότι έχεις αρκετές ζωές, γιατί τα όνειρα μου μπορεί να σου δημιουργήσουν και άλλες απορίες.» δήλωσα με πρόδηλο ενδιαφέρον για την υγειά της. «Όλα στην ζωή εμπερικλείουν κάποιο ρίσκο. Είμαι έτοιμη να αναλάβω το μερίδιο μου.» είπε με καθησυχαστικό τρόπο. «Ο κατάλογος είναι μακρύς, μήπως προτιμάς να τον εκδώσω από την απλή απαγγελία;» διευκρίνισα, προσπαθώντας να ξεφύγω από την ανάκριση που πίστευα ότι θα ακολουθούσε. «Δεν βιάζομαι» είπε, «Ξεκινά.» παραινώντας με κινήσεις των χεριών την αφετηρία μου στο μαραθώνιο των επιθυμιών μου.
«Κατά αρχάς θα ήθελα να αλλάξουμε το ύφασμα του καναπέ…». Περίμενα την αντίδραση της. Το πρόσωπο της ήταν σαν γκριμάτσα χαρτοπαίκτη σε περίοδο εξαιρετικής ατυχίας. «Θα επιθυμούσα να περιοριστείς στις δικές σου επιθυμίες και να μην καπηλεύεσαι αυτές των άλλων. Ξαναπροσπάθησε». «Ονειρεύομαι ένα καλύτερο σπίτι, ένα μεγαλύτερο αυτοκίνητο, μια πιο παραγωγική δουλειά, ένα καλύτερο στερεοφωνικό… Πάνω κάτω αυτά, και εντελώς συγκρατημένα.» ήταν η πιο βαθυστόχαστη απάντηση που έδωσα εδώ και ένα χρόνο. Πριν από αυτή την διατυπωμένη επιθυμία η τελευταία μου σοβαρή πράξη ήταν ότι είχα ζητήσει το χέρι της. «Με απογοητεύεις. Περίμενα κάτι λιγότερο πεζό από εσένα. Ένα όραμα, αν όχι πανανθρώπινο, έστω ανθρώπινο.» Άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τον ωμό μου, σαν το χάδι που δίνουν οι πολιτικοί, όταν επισκέπτονται με τηλεοπτικές κάμερες στα νοσοκομεία, στους άρρωστους.
«Δεν είμαι παρά ένας ακόμη μεσοαστός.» απολογήθηκα, «Μην περιμένεις από εμένα να ξεφύγω από τη θέση μου. Χρόνια τώρα γαλουχήθηκα στην κατανάλωση. Είμαι πεζός, ρηχός και καθησυχασμένος. Επανάσταση κάνουν τώρα οι μπλε και πράσινοι κόκκοι, τα σαμπουάν δύο σε ένα. Εγώ απλώς αγοράζω την επανάσταση και την φέρνω σπίτι.» και κοιτάζοντας την στα μάτια «Αγάπη μου μέχρι τα εικοσιτέσσερα, εικοσιπέντε όλοι είναι επαναστάτες, μετά απλώς δεν είναι εικοσικάτι.» «Δηλαδή δεν έχεις κανένα όραμα για τον κόσμο μας;» ρώτησε. «Αν είναι να επαναδιατυπώσω το μήνυμα αγάπης του Παντελεήμονος Θεού σαν προφήτης του, προτιμώ να το παίξω θεός, είναι πιο δύσκολο, αλλά και πιο επικερδές. Σε λιγότερο γραφικό επίπεδο, πιστεύω ότι οι επιστημονικές εξελίξεις που αποφέρουν τεράστιες ενεργειακές επαναστάσεις προμηνύουν και τις αντίστοιχες κοινωνικές. Συνεπώς ο επιστήμονας είναι μεγαλύτερη ανατρεπτική δύναμη από τον αναρχικό που ονειρεύεσαι.»
«Η δική μου εναντίωση είναι στο ιδεολογικό κενό που υπάρχει αυτή την στιγμή, στην υπερκατανάλωση, στην παγκοσμιοποίηση, στους υποκινούμενους πόλεμους. Σε αυτά που γίνονται για εμένα χωρίς εμένα… Αυτά μόνο αυτοί που αποκάλεσες αναρχικούς τα πολεμούν.» αντιπρότεινε. «Η επανάσταση σου μου φαίνεται ιλουστρασιόν, αν όχι και ιμιτασιόν. Είναι ξένη και επιβαλλόμενη από τα πρότυπα τους.» εναντιώθηκα. Διακόπτοντας με εκείνη πήρε το λόγο αγανακτισμένη «Δηλαδή τι εννοείς; Δεν χρειάζεται ξεσηκωμός εδώ;» «Βεβαίως. Η αντίθεση μου έγκειται στο εξής. Τα προβλήματα ξεκινούν από την βιομηχανική παραγωγή, την διανομή της και την εκμετάλλευση της. Σε εμάς ο δυτικός τρόπος ζωής έχει παρισφυσει από την τηλεόραση. Με συνέπεια να δεχόμαστε τα πιο εύπεπτα στερεότυπα τους. Εκεί υπάρχει παραγωγή εκτός από κατανάλωση. Εδώ μόνο η τελευταία. Πρώτα θα ήθελα να επαναστατήσουμε έναντι όσων μας επέβαλλαν έναν ξένο τρόπο ζωής, χωρίς να μας δώσουν την δυνατότητα να χαρούμε τα καλά του.»
«Έπειτα έχω ακόμη μια επιφύλαξη. Όλη η κατάσταση με τις διαδηλώσεις μοιάζει σαν την ανάγκη του συστήματος για αυτοέλεγχο του, σαν το άλλοθι του, για αυτό και την προβάλει το ίδιο το σύστημα. Η δική μου επανάσταση είναι η Λυσιστρατη και ο Προμηθέας. Όλοι φοράμε μοκασινια, τρώμε πίτσα ή κινεζικό. Αγοράζουμε αυτοκίνητα. Η παγκοσμιοποίηση ήταν εδώ από την στιγμή που φτιάχτηκε το τηλέφωνο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Τώρα με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές είναι απλώς πιο εύκολο.» Ακολούθησε μια μικρή παύση.
«Αν θέλεις να κανείς μια μεγάλη επανάσταση, ξεκίνησε με πολλές μικρές. Σαν τα μυρμηγκιά που μαζεύονται πολλά μαζί για να μετακινήσουν ένα μεγάλο καρπό. Να είσαι δύσπιστη. Να κρίνεις τις ειδήσεις σαν ακόμη ένα τηλεοπτικό προϊόν. Να ψηφίζεις αυτόν που νομίζεις καλύτερο και όχι αυτόν που πιστεύεις βολικότερο. Να μην ακούς τον ραδιοφωνικό σταθμό του δείνα που έχει την δισκογραφική εταιρεία τάδε και προβάλλει τον τραγουδιστή που ο ίδιος προωθεί και από τα τηλεοπτικά του κανάλια, καθώς και από σύσσωμο τον τύπο που έχει στην ιδιοκτησία του. Αυτός δεν είναι παγκοσμιοποίηση, είναι τοπική ομογενοποίηση. Αν δεν αντισταθείς σε αυτόν πως θα τα καταφέρεις με τους άλλους;» μονολόγησα χωρίς να περιμένω απάντηση, «Ο μόνος τρόπος είναι να τους χτυπήσεις εκεί που πονάνε. Μην καταναλώνεις τα προϊόντα τους.»
«Δηλαδή τώρα που θέλω να πάμε στο σουπερμαρκετ τι θα αγοράσω;» με ρώτησε. «Μαύρο σαπούνι, ζυμωτό ψωμί, φασολιά από βιοκαλλιεργιες, ψάρια ανοιχτής θαλάσσης, χειροποίητα τραπεζομάντιλα, χαρτί ανακυκλώσιμο από βιομηχανία του τόπου μας, κρέατα, τυριά, λαχανικά ντόπια χωρίς φάρμακα. Να μην ξεχάσουμε να πάρουμε και το αναψυκτικό που σου αρέσει. Βυσσινάδα.» απάντησα και κλείσαμε την ιταλική πόρτα μας, μπήκαμε στο επίσης ιταλικό ανελκυστήρα μας, πήραμε το γαλλικό αυτοκίνητο μας και πήγαμε στο ελληνογαλλικο σουπερμαρκετ να καταναλώσουμε όσα οι μισητές πολυεθνικές μας προσέφεραν.
«Κατά αρχάς θα ήθελα να αλλάξουμε το ύφασμα του καναπέ…». Περίμενα την αντίδραση της. Το πρόσωπο της ήταν σαν γκριμάτσα χαρτοπαίκτη σε περίοδο εξαιρετικής ατυχίας. «Θα επιθυμούσα να περιοριστείς στις δικές σου επιθυμίες και να μην καπηλεύεσαι αυτές των άλλων. Ξαναπροσπάθησε». «Ονειρεύομαι ένα καλύτερο σπίτι, ένα μεγαλύτερο αυτοκίνητο, μια πιο παραγωγική δουλειά, ένα καλύτερο στερεοφωνικό… Πάνω κάτω αυτά, και εντελώς συγκρατημένα.» ήταν η πιο βαθυστόχαστη απάντηση που έδωσα εδώ και ένα χρόνο. Πριν από αυτή την διατυπωμένη επιθυμία η τελευταία μου σοβαρή πράξη ήταν ότι είχα ζητήσει το χέρι της. «Με απογοητεύεις. Περίμενα κάτι λιγότερο πεζό από εσένα. Ένα όραμα, αν όχι πανανθρώπινο, έστω ανθρώπινο.» Άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τον ωμό μου, σαν το χάδι που δίνουν οι πολιτικοί, όταν επισκέπτονται με τηλεοπτικές κάμερες στα νοσοκομεία, στους άρρωστους.
«Δεν είμαι παρά ένας ακόμη μεσοαστός.» απολογήθηκα, «Μην περιμένεις από εμένα να ξεφύγω από τη θέση μου. Χρόνια τώρα γαλουχήθηκα στην κατανάλωση. Είμαι πεζός, ρηχός και καθησυχασμένος. Επανάσταση κάνουν τώρα οι μπλε και πράσινοι κόκκοι, τα σαμπουάν δύο σε ένα. Εγώ απλώς αγοράζω την επανάσταση και την φέρνω σπίτι.» και κοιτάζοντας την στα μάτια «Αγάπη μου μέχρι τα εικοσιτέσσερα, εικοσιπέντε όλοι είναι επαναστάτες, μετά απλώς δεν είναι εικοσικάτι.» «Δηλαδή δεν έχεις κανένα όραμα για τον κόσμο μας;» ρώτησε. «Αν είναι να επαναδιατυπώσω το μήνυμα αγάπης του Παντελεήμονος Θεού σαν προφήτης του, προτιμώ να το παίξω θεός, είναι πιο δύσκολο, αλλά και πιο επικερδές. Σε λιγότερο γραφικό επίπεδο, πιστεύω ότι οι επιστημονικές εξελίξεις που αποφέρουν τεράστιες ενεργειακές επαναστάσεις προμηνύουν και τις αντίστοιχες κοινωνικές. Συνεπώς ο επιστήμονας είναι μεγαλύτερη ανατρεπτική δύναμη από τον αναρχικό που ονειρεύεσαι.»
«Η δική μου εναντίωση είναι στο ιδεολογικό κενό που υπάρχει αυτή την στιγμή, στην υπερκατανάλωση, στην παγκοσμιοποίηση, στους υποκινούμενους πόλεμους. Σε αυτά που γίνονται για εμένα χωρίς εμένα… Αυτά μόνο αυτοί που αποκάλεσες αναρχικούς τα πολεμούν.» αντιπρότεινε. «Η επανάσταση σου μου φαίνεται ιλουστρασιόν, αν όχι και ιμιτασιόν. Είναι ξένη και επιβαλλόμενη από τα πρότυπα τους.» εναντιώθηκα. Διακόπτοντας με εκείνη πήρε το λόγο αγανακτισμένη «Δηλαδή τι εννοείς; Δεν χρειάζεται ξεσηκωμός εδώ;» «Βεβαίως. Η αντίθεση μου έγκειται στο εξής. Τα προβλήματα ξεκινούν από την βιομηχανική παραγωγή, την διανομή της και την εκμετάλλευση της. Σε εμάς ο δυτικός τρόπος ζωής έχει παρισφυσει από την τηλεόραση. Με συνέπεια να δεχόμαστε τα πιο εύπεπτα στερεότυπα τους. Εκεί υπάρχει παραγωγή εκτός από κατανάλωση. Εδώ μόνο η τελευταία. Πρώτα θα ήθελα να επαναστατήσουμε έναντι όσων μας επέβαλλαν έναν ξένο τρόπο ζωής, χωρίς να μας δώσουν την δυνατότητα να χαρούμε τα καλά του.»
«Έπειτα έχω ακόμη μια επιφύλαξη. Όλη η κατάσταση με τις διαδηλώσεις μοιάζει σαν την ανάγκη του συστήματος για αυτοέλεγχο του, σαν το άλλοθι του, για αυτό και την προβάλει το ίδιο το σύστημα. Η δική μου επανάσταση είναι η Λυσιστρατη και ο Προμηθέας. Όλοι φοράμε μοκασινια, τρώμε πίτσα ή κινεζικό. Αγοράζουμε αυτοκίνητα. Η παγκοσμιοποίηση ήταν εδώ από την στιγμή που φτιάχτηκε το τηλέφωνο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Τώρα με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές είναι απλώς πιο εύκολο.» Ακολούθησε μια μικρή παύση.
«Αν θέλεις να κανείς μια μεγάλη επανάσταση, ξεκίνησε με πολλές μικρές. Σαν τα μυρμηγκιά που μαζεύονται πολλά μαζί για να μετακινήσουν ένα μεγάλο καρπό. Να είσαι δύσπιστη. Να κρίνεις τις ειδήσεις σαν ακόμη ένα τηλεοπτικό προϊόν. Να ψηφίζεις αυτόν που νομίζεις καλύτερο και όχι αυτόν που πιστεύεις βολικότερο. Να μην ακούς τον ραδιοφωνικό σταθμό του δείνα που έχει την δισκογραφική εταιρεία τάδε και προβάλλει τον τραγουδιστή που ο ίδιος προωθεί και από τα τηλεοπτικά του κανάλια, καθώς και από σύσσωμο τον τύπο που έχει στην ιδιοκτησία του. Αυτός δεν είναι παγκοσμιοποίηση, είναι τοπική ομογενοποίηση. Αν δεν αντισταθείς σε αυτόν πως θα τα καταφέρεις με τους άλλους;» μονολόγησα χωρίς να περιμένω απάντηση, «Ο μόνος τρόπος είναι να τους χτυπήσεις εκεί που πονάνε. Μην καταναλώνεις τα προϊόντα τους.»
«Δηλαδή τώρα που θέλω να πάμε στο σουπερμαρκετ τι θα αγοράσω;» με ρώτησε. «Μαύρο σαπούνι, ζυμωτό ψωμί, φασολιά από βιοκαλλιεργιες, ψάρια ανοιχτής θαλάσσης, χειροποίητα τραπεζομάντιλα, χαρτί ανακυκλώσιμο από βιομηχανία του τόπου μας, κρέατα, τυριά, λαχανικά ντόπια χωρίς φάρμακα. Να μην ξεχάσουμε να πάρουμε και το αναψυκτικό που σου αρέσει. Βυσσινάδα.» απάντησα και κλείσαμε την ιταλική πόρτα μας, μπήκαμε στο επίσης ιταλικό ανελκυστήρα μας, πήραμε το γαλλικό αυτοκίνητο μας και πήγαμε στο ελληνογαλλικο σουπερμαρκετ να καταναλώσουμε όσα οι μισητές πολυεθνικές μας προσέφεραν.
Ετικέτες
επανάσταση,
κατανάλωση,
παραγωγή,
σουπερμάρκετ,
Τηλεόραση
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)