Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σύζυγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σύζυγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

Η διαδρομή της ζωής…

Το πρωινό ήταν υπέροχο. Είχα ξυπνήσει ευδιάθετος. Κοίταζα την γάμπα της γυναίκας μου που ξεπρόβαλλε μέσα από τα σεντόνια. Έπρεπε να πάω στο γραφείο. Ήμουν στην κορυφή της εβδομάδας, καθότι Τετάρτη. Από το απόγευμα θα άρχιζε η προσμονή του Σαββατοκύριακου. Την Παρασκευή πλέον, θα την περνούσα σαν σε όραμα. Με την σκέψη θα είχα διατρέξει κάθε άλλο διήμερο διακοπών. Η σύζυγος μου μετακινήθηκε και αποκάλυψε ακόμη ένα μέρος του σώματος της, απόκρυφο ελπίζω σε άλλους. Έσκυψα, την φίλησα εκεί κοντά, όπως ήταν μπρούμυτα και κατευθύνθηκα σιγά σιγά στην αγκαλιά της. Συγχρόνως εκείνη με περίσσια χάρης γύριζε ανάσκελα. Το φιλάρεσκο χαμόγελο της για το πρωινό ξύπνημα ήταν προτροπή για επανάληψη του προηγούμενου εγχειρήματος μου, αλλά θέλοντας να την επαναφέρω στην τάξη την ανασήκωσα γλυκά γλυκά, χάιδεψα προς τα πίσω τα μαλλιά και της έδειξα όσο πιο επιδεικτικά μπορούσα το ρόλοι.
Συνέχισε να χαμογελά και αφού ανασκουμπώθηκε με προέτρεψε να σηκωθώ. Της γύρισα την πλάτη και κατευθύνθηκα προς την τουαλέτα. Αυτή με χτύπησε στα οπίσθια και με αφοπλιστική παιδικότητα άπλωσε το χέρι της για να την σηκώσω. Μόλις ορθοπόδησε μου έδωσε μια απαλή μπούνια στο στομάχι. Συνεχίσαμε και οι δυο προς την τουαλέτα ποτέ αργά και ποτέ επιταχύνοντας, ελέγχοντας ο ένας τα βήματα του αλλού. Χρησιμοποιώντας τον πλεονάζοντα σωματικό μου όγκο την εκτόπισα από την πορεία της. Καθ’ όλο τον χρόνο που μας χώριζε μια πόρτα, η τελευταία δεχόταν στην αρχή χτυπήματα διαμαρτυρίας και έπειτα το ρυθμό από ένα τραγούδι της μόδας. Σεβάστηκα την ανάγκη της πολύ περισσότερο από εκείνη, βρίσκοντας την ευκαιρία να ντυθώ. Όσο ετοιμαζόταν βγήκα στο μπαλκόνι. Ο ουρανός είχε ένα υπέροχο γαλάζιο. Δυο τρία σύννεφα δημιουργούσαν ευχάριστη αντίθεση με το άσπρο τους. Η κάτω μεριά τους έμοιαζε ακόμη βουτηγμένη στην ανατολή με το απαλό της ροδαλό χρώμα. Τα δένδρα του δρόμου ήταν καταπράσινα. Ο κόσμος έμοιαζε να ξυπνά σε δόσεις. Ένα αυτοκίνητο περνούσε νωχελικά από την ακινησία στην κίνηση.
Τελείωσε και με χτύπησε ευγενικά στην πλάτη. Μου έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι προτρέποντας με να κατευθυνθούμε προς την πόρτα. Στο ανσασερ έβαζε το κραγιόν, καθότι το είχε ξεχάσει. Έκανα να την φιλήσω και με έσπρωξε. Της έκλεισα το μάτι και εκείνη αναλαμβάνοντας τον ρόλο του απαγορευμένου καρπού μου έδειξε την ανοιχτή της παλάμη. Πήραμε το αυτοκίνητο και αναμειχθήκαμε στην κίνηση. Βγήκαμε έξω από την πόλη προς την κατεύθυνση της εργασίας της. Η φούστα είχε ένα σκίσιμο στο πλάι. Πρόσεξε ότι το κοίταζα και κάθισε σταυροπόδι. Δεν ξανακοίταξα προς τα εκεί, αλλά πρόσεχα με την άκρη του ματιού τις αντιδράσεις της. Το ήξερε και αποκάλυψε περισσότερα. Έβγαλα το κινητό από την θήκη του και πήρα τηλέφωνο στην δουλειά. Δικαιολογήθηκα ότι θα απουσίαζα σήμερα, καθότι άρρωστος και πως ακριβώς εκείνη την στιγμή πήγαινα στον γιατρό. Πριν προλάβω καλά καλά να κλείσω την γραμμή, πήρε το κινητό και αντέγραψε ακριβώς την προηγούμενη σκηνή με πρωταγωνίστρια την ίδια.
Η διαδρομή που ακολουθούσαμε μας οδήγησε προς ένα βουνό. Έβαλα μουσική στο στερεοφωνικό και χάζευα τον κόσμο που πήγαινε εμφανώς στην εργασία του. Την κοίταξα και ένιωσα την συνένοχη στα μάτια της. Χαμογέλασε και μου χάιδεψε το γόνατο. Έπειτα από λίγη ώρα εγκαταλείψαμε την εθνική οδό και αναρριχηθήκαμε στο βουνό. Σκαρφαλώνοντας ο δρόμος ανοίξαμε τα παράθυρα. Οι μυρωδιές της φύσης πλημμύρισαν το εσωτερικό του αυτοκίνητου. Οι αισθήσεις μου δεχόταν την ευγενική επίθεση τους και με αντάμειβαν για αυτήν την ειρηνική εισβολή με ένα απέραντο συναίσθημα αγαλλίασης. Ο δρόμος περνούσε μέσα από χώρια με ανθρώπους που ζούσαν σε άλλους ρυθμούς από αυτούς που μερικές ώρες νωρίτερα είχαμε εγκαταλείψει. Όσο μεγάλωνε το υψόμετρο τόσο βελτιωνόταν η διάθεση μας. Το δέσιμο της θάλασσας με το βουνό είναι η ανταμοιβή του σκασιαρχείου μας. Οι στροφές διαδεχόταν η μια την άλλη και άρχισαν να απορροφούν όλη την προσοχή μου, καθότι στένευαν και τα όρια του δρόμου. Η κίνηση ήταν ελάχιστη. Άρχισα να σημαδεύω τις κορυφές των στροφών, φρενάροντας λίγο πριν και στρίβοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ανιχνευτικά στην αρχή και όλο και γρηγορότερα στην συνεχεία. Η μυρωδιά του δρόμου σε τέλειο χαρμάνι με αυτήν της βλάστησης έφτανε στα αισθητήρια όργανα μου και με παρότρυνε να συνεχίσω. Σε ένα μου λάθος τις συνάντησε η μυρωδιά από τα τακάκια, το στρίγκλισμα του ελαστικού, η απόρροια της γυναίκας μου και το παιδικότερο χαμόγελο μου εδώ και πολύ καιρό. Σαν το παιδάκι που η μαμά του το έπιασε με το χέρι μέσα στην απαγορευμένη μαρμελάδα, την κοίταξα απολογητικά και επιτάχυνα θριαμβευτικά για την επόμενη στροφή. Συνεχείς καμπές, φουρκέτες, μικρή ευθεία, ανηφορική δεξιά, ο δρόμος ελίσσεται μπροστά αλλά έχεις ορατότητα να ισιώσεις μια δυο στροφές, ακούς την ανάρτηση να παλεύει με τις κακοτεχνίες του δρόμου, ο αέρας με χτυπά στο πρόσωπο, σφίγγω το τιμόνι, αφήνω λίγο το γκάζι, έχουμε περάσει από την άλλη μεριά πλέον του βουνού.
Ένας μικρός κάμπος ξεδιπλώνεται μπροστά μας και στο βάθος η θάλασσα. Η πορεία μοιάζει να εξελίσσεται όπως πριν, αλλάζοντας απλώς την κλίση σε κατηφόρα. Λιγότερο γκάζι και περισσότερο φρένο για να θαυμάσουμε ότι απλόχερα μας προσφέρθηκε. Μικραίνουν οι κλίσεις και με κόπο αντιστέκομαι να μην κάνω ανάστροφη και επαναλάβω αμέσως ότι μόλις έζησα. Συνεχίζουμε σε δρόμο με μεγάλες ευθείες και δολοφονικές στροφές να τις ενώνουν. Σίγουρα οι λαμαριναδες πρέπει να έχουν σχεδιάσει ορισμένες από τις καμπές του οδικού μας δικτύου. Στρίβω αριστερά προς τον κάμπο αποφεύγοντας οποιαδήποτε επαφή με πόλεις. Χαράζουμε πορεία προς την θάλασσα την οποία συναντάμε σε ελάχιστο χρόνο. Η αλμυρά στον αέρα μας καλωσόρισε πρώτη. Κινούμασταν παράλληλα με τις ακτές, θαυμάζοντας το σφιχταγκάλιασμα της ξηράς με την θάλασσα. Τον ειρηνικό τους εναγκαλισμό στην πεδιάδα διαδέχτηκε ο παφλασμός των κυμάτων πάνω στις απότομες πλάγιες του βουνού, που τώρα μας φιλοξενούσε στους δρόμους του. Το φως διαχεόταν ακόμη με κάποια κλίση και μας έκρυβε τις λεπτομέρειες από τις δίπλες της ξηράς. Ο ήλιος χρύσιζε την επιφάνεια της θάλασσας και είχε μετατρέψει σε μια μαύρη ορεινή φιγούρα την απέναντι στεριά. Μυρωδιά από ρίγανη και θυμάρι με τύλιξε, βοηθώντας αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας να αναδυθούν. Οι σκέψεις εναλλάσσονταν γρηγορότερα από τις αλλαγές πορείας του δρόμου. Οι μικρές ευθείες με τις κλειστές τυφλές στροφές είχαν δώσει την θέση τους σε μεγάλες καμπές. Το γκάζι στο πάτωμα και η ευτυχία από τις πλάγιες επιταχύνσεις και το τρεμόπαιγμα του γκαζιού πριν την είσοδο των στροφών. Είχα βρει το ρυθμό μου ξανά. Φρέναρα ελάχιστα. Έπαιζα μόνο γκάζι τιμόνι. Ο θόρυβος κύλισης, το μουγκρητό του κινητήρα και οι ήχοι του αέρα γύρω από τις εμπρόσθιες κολόνες του αυτοκίνητου ήταν η μουσική μου συνοδεία.
Σταμάτησα για βενζίνη και κοίταζα με το αυτοκίνητο μου με την τρυφερότητα που ένας αναβατής παρακολουθεί το άλογο του. Ξεκίνησα πάλι. Ο καθένας προσπαθεί να κάνει την ευτυχία να διαρκέσει όσο γίνεται περισσότερο. Ο δρόμος είχε άλλες επιθυμίες από τις δικές μου. Μας απομάκρυνε από την θάλασσα. Στρίψαμε στο επόμενο σταυροδρόμι προς την κατεύθυνση της. Έτρεχα όσο πιο πολύ μπορούσα να ξανασυναντήσω την αγαπημένη μου. Η ματιά μου ταξίδεψε προς την γυναίκα μου η οποία ανταπέδωσε το όψιμο ενδιαφέρον μου με ένα εναέριο ασπασμό. Η ευδαιμονία μου ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο μου. Πίστευα ότι θα χρειαζόταν πλαστική εγχείρηση για να αποκαταστήσω το πλάτος του χαμόγελου μου. Ο δρόμος ξανανηφόρισε και μας χάρισε άλλη μια φορά το πρόσωπο της θάλασσας που φιλούσε ευλαβικά τα βράχια. Γκρίζοι όγκοι που διακοπτόταν από την άσφαλτο και συνέχιζαν μέχρι να σβήσουν μέσα στην υγρή της αγκαλιά. Αυτή κατά διαστήματα τραβιόταν λίγο και μας φανέρωνε μέρη του βράχου που είχε κατάπιει. Έπειτα τα σκέπαζε και πάλι. Ξανά και ξανά.
Δείχνοντας μας καταφανώς την μικρότητα της ύπαρξης μας με το αέναο λίκνισμα της, τον αιώνιο χορό της με τον βράχο, περιγελώντας μαζί του τα δικά μας έργα. Το αυτοκίνητο, τον δρόμο και δίνοντας μας μια διάσταση του χρόνου που μας αντιπροσωπεύει. Έσκυψε στο αυτί και μου είπε: «Είσαι εδώ αυτή την στιγμή και ζεις για αυτή την στιγμή». Με πίκρανε το καυστικό τους σχόλιο και γύρισα την προσοχή μου στο δρόμο. Έμεινα με τα πράγματα που κατανοούσα γιατί τα επινοούσα. Αλλάζων μέσα στο πεπερασμένο της ύπαρξης μου απέκλεισα για λίγο αυτά που με ξεπερνούσαν. Επιτάχυνα, φρέναρα, έστριβα, έλεγχα. Ξανασκέφθηκα τα λόγια της μόλις ανέκτησα το κουράγιο μου. Ρούφηξαν την έπαρση μου και την σκόρπισαν μεσοπέλαγα με το παιχνίδι τους. Με απέδωσαν στον εαυτό μου εξαγνισμένο και στην διάσταση του.
Η ευτυχία μου θα κρατούσε αυτή την στιγμή και θα την ζούσα όσο πιο έντονα μπορούσα. Ήξερα ότι την αμέσως επόμενη δεν θα υπήρχε. Όχι ότι αναγκαστικά θα δυστυχούσα. Είναι ένα ταξίδι που πηγαίνεις από το ένα λιμάνι στο άλλο. Στο ενδιάμεσο το ταξίδι μοιάζει ρουτινιάρικο. Το διακόπτει καμία τρικυμία. Αργά ή γρήγορα ξαναπιάνεις λιμάνι. Κάθε φορά και διαφορετικό. Γύρισα και κοίταξα ένα από τα λιμάνια που επισκέφθηκα και της είπα «Σε ευχαριστώ για το σημερινό. Να σταματήσουμε εδώ κοντά; Ξέρω μια πολύ ωραία παράλια.»

Μια ζωή κύρια…

Μια μικροκαμωμένη φιγούρα, σκουρόχρωμα ντυμένη, χωρίς καμία γοητεία, κινείται πότε αργά και πότε νευρικά και γρήγορα. Κάνει συνεχώς παρατηρήσεις και σχολιασμούς. Της μιλούν αλλά δεν φαίνεται να ακούει περισσότερο από την αρχή των φράσεων. Μοιάζει περισσότερο να ψάχνει ακροατήριο. Επιθυμεί να εκφραστεί επί παντός του επιστητού, ασχέτως γνώσεων ή τεκμηρίωσης. Το πρόσωπο της έχει την όψη του αρπακτικού, μόνο που δείχνει κουρασμένη. Μια θλίψη είναι ζωγραφισμένη σ’ αυτό και μια παραίτηση. Τα μάτια της, όμως, είναι ζωηρά και γεμάτα περιέργεια. Φαίνεται συνεχώς σαν να κρυφάκουει, σαν να ψάχνει κάτι. Δείχνει ανικανοποίητη, αγχώδης, δύστροπη. Ακόμη κι όταν δεν την βλέπεις νιώθεις την παρουσία της, ότι θα ξεφυτρώσει ανά πάσα στιγμή. Ξεχωρίζει αμέσως τους ανθρώπους, καθότι συναναστρέφεται με πολλούς, γνωρίζει παρά πολλούς και μαθαίνει για ακόμη περισσότερους. Συντηρεί χάρη σε αυτές τις γνωριμίες τον μύθο της ζωής της. Της κύριας του καλού κόσμου.
Μεγαλωμένη μέσα στον πλούτο, χωρίς να κοπιάσει για το παραμικρό, χωρίς να διαχειριστεί το παραμικρό, χωρίς να νοιαστεί για το παραμικρό, παρά μόνο για τις ελάχιστες των προσωπικών αναγκών, που δεν μπορείς να αποφύγεις. Η φυγόπονη της τάση, συνεπικουρούμενη από το μικρό της δέμας, την παρότρυναν να αναζητά πάντα κάποιον καλοθελητή για την διεκπεραίωση των εργασιών και των υποχρεώσεων της. Η κοινωνική θέση, το οικονομικό και επαγγελματικό κύρος του πατρός της πρωτύτερα, και του συζύγου έπειτα, της έδωσαν όλη την ευκολία για να βρίσκει αυτού του είδους ανθρώπους ανά πάσα στιγμή. Άτομο που είχε πολλούς άλλους στην δούλεψη του, και το κυριότερο, μια εποχή που ο εργαζόμενος ήταν πολύ φτωχός και το αφεντικό πολύ πλούσιο. Η κοινωνική απόσταση ανάμεσα τους μεγάλη και η δουλικότητα ήταν χαρακτηριστικό του καλού υπάλληλου. Χειρώνακτες οι περισσότεροι, άνθρωποι του μόχθου, δεν δυσανασχετούσαν μπροστά της, είχαν ανάγκη και την τελευταία δραχμή. Μέσα σε αυτή την κατάσταση επικράτησε στο νεανικό της μυαλό η αντίληψη ότι αυτή η υπαλληλική συμπεριφορά ήταν η πρέπουσα και η αναμενόμενη. Εξακολούθησε σε όλη της την ζωή να μέτρα τον άλλο ανάλογα με την περιούσια, το όνομα που είχε ή την εξυπηρέτηση που μπορούσε να της προσφέρει.
Χάρη στην ικανότητα της να ψυχολογεί τους ανθρώπους, που συνεχώς βελτιωνόταν με το πέρας του χρόνου, ελίσσονταν με μεγάλη μαεστρία. Περνούσε μηνύματα ενεργητικότητας, που σβήνει σαν τον σολομό που δεν μπορεί να ανέβει άλλο τον ποταμό κόντρα στο ρεύμα του, μιας παραίτησης που ερχόταν σαν συνέπεια της καθημερινής εργασιακής ρουτίνας. Την αδυναμία να ακολουθήσει τους ρυθμούς του επαγγελματικού χώρου χωρίς να προδώσει τα πιστεύω της ή την εμπιστοσύνη του πελάτη. Έπειτα από δυο λεπτά αν χρειαζόταν ανέτρεπε την εικόνα αυτή, με την ίδια ευκολία που την είχε υιοθετήσει. Δόλωμα και ζύγι για κάθε ψαριά. Η ηλικία προσθέτει εμπειρία, η εμπειρία προσθέτει καρτέρια, η καρτέρια προσθέτει χρόνο, ο χρόνος είναι σύμμαχος των ανθρώπων που επιζητούν την κίνηση, αυτός που τρέχει παρασύρει και τους γύρω του, αυτοί τον βοηθούν με την ενέργεια που τους μεταδόθηκε και συνεχίζουν ακόμη και αν αυτός σταματήσει. Κατά αυτόν τον τρόπο ο σκοπός του πρώτου να μείνει όσο γίνετε περισσότερο ακίνητος, επαναπαυμένος, ανεπηρέαστος, και με την εργασία του ολοκληρωμένη επιτυγχάνεται. Η μείζων προσπάθεια σε συνδυασμό με το μέγιστο αποτέλεσμα, χάρη στην επικαρπία του αλλότριου μόχθου.
Είχε ζήσει μέσα σε ένα αυταρχικό οικογενειακό κλίμα , όπου οι κοπέλες μεγάλωναν ώστε να γίνουν σωστές σύζυγοι και σωστές κύριες, κατά σειρά προτεραιότητας. Είχε γαλουχηθεί με το πνεύμα της καχυποψίας, καθότι βρέθηκαν πλούσιοι περιτριγυρισμένοι από φτωχότερους, τους εργάτες. Πίστευαν ότι τους έκλεβαν, ότι τους εποφθαλμιούσαν, ότι τους απομυζούσαν με κάθε ευκαιρία. Η υστερική φοβία του ανθρώπου που δεν δημιούργησε ή διαχειρίστηκε τίποτε και φοβήθηκε μήπως χάσει τα πάντα. Ασπάστηκαν τις πιο ακραίες των απόψεων που θα διασφάλιζαν τα κεκτημένα τους. Οι γυναίκες κλεισμένες στο περίγυρο του σπιτιού είχαν συνάψει σιωπηρή συμμαχία ανάμεσα τους, αντιμετωπίζοντας τους άνδρες σαν το αναπόφευκτο κοινωνικό, και λιγότερο οικονομικό, δεκανίκι τους, καθότι δεν στερούταν και οι ίδιες περιούσιας. Βιώνοντας μια εποχή ιδεολογικών σκληρώσεων, συγκρούσεων και ανατροπών στην κοινωνία, υιοθετώντας στάση αμυντική απέναντι σε ότι θεωρούσαν απειλητικό, ημιμαθείς μέσα στην ανασφάλεια τους διαποτίστηκαν από έναν δεσποτισμό και υπεροψία έναντι των κατώτερων οικονομικά συνάνθρωπων τους.
Κινούταν ακόμη και τώρα με μια επίπλαστη ευγένεια ανάμεσα στον κόσμο, με μάτια λαίμαργα, με ψευδεπίγραφο κοινωνικό ενδιαφέρον, που αποσκοπούσε μόνο και μόνο να διαχωρίσει σε ημέτερους και υμετέρους. Δραστήρια στα λόγια, ακίνητη στις πράξεις, κατεύθυνε ακόμη και τώρα τους αυλικούς της, παρεμβαίνοντας σε οτιδήποτε επέπιπτε στην αντίληψη της. Οι κοινωνικές και οικογενειακές αντιλήψεις της πέρασαν και στα παιδιά της. Ευτυχώς ήταν κορίτσια και τα δυο, διότι παρά την σημερινή ελευθεριότητα, εξακολουθούσε να λειτουργεί η οικογενειακή γυναικεία συσπείρωση. Ήταν αρχηγός στην οικογένεια, διαχειριζόταν τις δημόσιες σχέσεις της εκ του παρασκηνίου, παραχωρώντας το προσκήνιο στον άνδρα της. Άφησε την διαπαιδαγώγηση των παιδιών σε άλλους, γαλουχώντας τα, όμως, με τα πιστεύω της. Εξασκούσε την οικονομική πολιτική της οικογένειας, κρατούσε τις κοινωνικές επαφές ακόμη και με τους συγγενείς του πολυάσχολου ανδρός της. Έλεγχε και οργάνωνε τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, καθότι ο ίδιος διακρινόταν από τον ελιτισμό των διανοούμενων, που μοιάζει να μην τους επιτρέπει να οργανώσουν τα απλά της ζωής. Επιβεβαίωνε κατά την άποψη της τον κανόνα της αξίας γυνής πίσω από κάθε μεγάλο άνδρα. Στην πραγματικότητα ήταν ένας ετερόφωτος αστέρας. Η μεγάλη παχιά σκιά του κάλυπτε όλη την οικογένεια. Έρχονταν συχνά σε σύγκρουση μαζί της για θέματα οικογενειακού και κοινωνικού προγραμματισμού. Φορέας και αυτός υπεροψίας, καθότι αυτοδημιούργητος έως ένα βαθμό, συνετέλεσε στην διατήρηση της εδραιωμένης οικογενειακής συμπεριφοράς. Ήταν, όμως ο πνευματικός της φάρος, καθότι λύανε τις χειρότερες πλευρές του χαρακτήρα της βοηθώντας την να δείχνει καλύτερη από ότι ήταν. Η έλλειψη της παρουσίας του την βάραινε. Ο άγνωμων ανακαλύπτει την αξία των απολεσθέντων, κοίτα το παρελθόν του και ανακαλύπτει πόσους καυγάδες ανάλωσε στα ανούσια και πόσο λίγο ευχαριστήθηκε τα ουσιώδη. Σκέψεις που αναδύονται μέσα από τις αναμνήσεις, χτυπούν στις τύψεις, διαθλώνται στου μυαλού την σήψη και αποκοιμιόνται στην θλίψη. Κοινωνικές συναναστροφές ρουτίνας προσπαθούν να απομακρύνουν το μυαλό από την επώδυνη επανάληψη της συναισθηματικής φόρτισης από εικόνες του πρότερου συζυγικού βίου.
Η κατάσταση δεν ήταν πάντα ρόδινη ανάμεσα τους, αλλά ήταν βίωμα της να διατηρείται μία ιδιότυπη αυτονομία ανάμεσα στο ζεύγος, χωρίς να δίνετε η δυνατότητα για οποιοδήποτε σχόλιο προς τα έξω. Η γυναικεία συσπείρωση έκλεινε όλες τις πληγές, αλλά μεγάλωνε και την απόσταση ανάμεσα τους. Δικαιολογούσε κάποιες από τις συμπεριφορές του, ενώ άλλες τις αποσιωπούσε. Ιάμα η λήθη και βάλσαμο η γυναικεία παρουσία δίπλα της. Με τα ίδια όπλα αντιμετώπισε τα προβλήματα όλη της την ζωή. Εξακολουθούσε να ασχολείται με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις, που είχαν περάσει πια στις κόρες της, με την μορφή της επιστασίας. Εκ του μακρόθεν για τους εκτός οικογένειας, με την υψηλή επιστασία, όμως, επί των τεκνών, για όσους ήταν σε θέση να γνωρίζουν. Παιδιά που λίγο πολύ ανέπλασαν στην προσωπική τους ζωή το μητρικό μοντέλο. Παιδιά που απέκτησαν κορίτσια, κορίτσια που ανατρέφονται με τον ίδιο τρόπο, αντίτυπα ενός αντιτύπου, σαν τις ρωσικές κούκλες που η μια εμπεριέχει και με την σειρά της εμπεριέχετε σε μια άλλη.
Κοινωνική ζωή που διεκπεραιώνει ή κατοχυρώνει διαβουλεύσεις. Οικογενειακή ζωή που χωλαίνει αγνοώντας το μισό που την συναποτελεί, τους άνδρες. Αχαριστία και αγνωμοσύνη προς και από τους εργαζόμενους, καθώς ο μόνος συνδετικός κρίκος είναι το δυνομιο ανάγκη εξυπηρέτησης - εργασίας / ανάγκη βιοποριστική – μισθός. Δεν υπάρχει πουθενά τροφή για αισθήματα, για σχέσεις, για όνειρα, τίποτε δεν φυτρώνει στην άγονη πραγματικότητα. Γι’ αυτό χρειάζεται το ψέμα. Για να καρπίσει η ευτυχία.