Μπαρτσελονα. Το λες και γεμίζει το στόμα σου σάλια. Σαν να σκέπτεσαι παγωτό στην έρημο. Σαν να ονειρεύεσαι το σουβλιστό αρνί μεγάλη Παρασκευή. Δεν καλύπτεις μια απλή βιολογική ανάγκη, αλλά αναγάγεις το αντικείμενο στην πεμπτουσία του, σε τέχνη. Ποτέ αποδίδουμε την ταμπελίτσα της τέχνης; Όταν η τεχνική είναι πλήρως αφομοιωμένη και ανεμπόδιστα αποδίδει πλέον του αναμενόμενου, του ελάχιστου δεδομένου, με μια οικονομία , όμως, αισθητικής που μοιάζει σαν το μέσο (τρόπος παιχνιδιού) να επικρατεί του σκοπού (νίκη), φέρνοντας τούμπα το αντίπαλο (δέος) δόγμα Μουρινιο, που φυσικά υποστηρίζει το ωφελιμιστικό αντίθετο. Κάνουν κάτι διαφορετικό από ότι οι υπόλοιποι; Εκ πρώτης όψεως ναι, μα στην ουσία του όχι. Γεμίζουν τα κενά του αντίπαλου, απλώς το κάνουν όλοι μαζί και σε συνεχή κίνηση. Κινείται ο αντίπαλος πηγαίνουν στα νέα κενά που σχηματίζονται. Δεν πουλάνε την μπάλα και φέρνουν κοντά της παίκτες ταιριαστούς τακτικά ανάλογα με την θέση που αυτή έχει στο γήπεδο, απομακρύνοντας άλλους για να μπερδέψουν.
Τα κάνουν και άλλες ομάδες αυτά, απλώς όχι τόσο καλά και όχι με τέτοια συνέπεια και συνεχεία. Τη διαφορά την κάνει η ατομική τεχνική των παικτών σαν μέσος όρος ομάδας, η κατανόηση της τακτικής του αντίπαλου και η προσαρμογή επίθεσης άμυνας, το γνωστότερο επί το ελληνικό transition. Μπορεί αυτό το παιχνίδι να αφομοιωθεί από άλλη ομάδα, και κατά προέκταση να το δούμε και στα δικά μας τα μέρη; Γιατί όχι. Στο μπάσκετ παίζουν έτσι συνεχώς. Η ατομική τεχνική διδάσκεται. Απλώς φτιάχνεις παίκτες από μικρούς με σταθερό σύστημα, καλά γήπεδα και όχι κουτοπονηριές με τα χόρτα και τις λακκούβες. Στην κατάλληλη ηλικία τους περνάς στην τακτική, τους δίνεις συνεχώς παραστάσεις και κίνητρα παίζοντας με καλύτερες από αυτούς ομάδες και δεν τους αφήνεις να αποκαρδιώνονται από τις ήττες. Τους μαθαίνεις να προσαρμόζονται στο γήπεδο, να αντιμετωπίζουν καταστάσεις, από άτσαλα δρεπανοφορα, έμπειρους προβοκάτορες, εριστικούς διαιτητές, άσχετους επόπτες, τρομοκράτες φιλάθλους… Τους μαθαίνεις να χειρίζονται την προσωπική τους ζωή σε σχέση με το ποδόσφαιρο και το περίγυρο του…
Πόσο χρόνο θα χρειαζόταν κάτι τέτοιο για να ευοδωθεί; Με βασικό στοιχειό ότι οι άνθρωποι κάνουν την διαφορά, θα χρειαστεί μια σταθερή διοίκηση, που θα επιλέξει ένα αγωνιστικό πρόσωπο σε συνεργασία με το τεχνικό τμήμα της ομάδας και θα στελεχωθεί με τους καταλλήλους προπονητές που κλιθούν να υλοποιήσουν τα άνωθεν. Αυτά για να δουλέψουν σε πλήρη αρμόνια θέλουν ένα ελάχιστο δυο ετών. Με συνεχή και σταδιακή παράλληλη βελτίωση της υλικοτεχνικής υποδομής και με την διαρκή καλλιέργεια του φυτώριου μετά από ακόμη τέσσερα πέντε χρονιά θα αρχίσουν μαζί με τις περιοδικές διακρίσεις να φτιάχνονται τουλάχιστον δυο τρεις παίκτες ανά έτος που να μπορούν να στελεχώσουν και να παίζουν στην κυρία ομάδα. Σε ακόμη τέσσερα έτη ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί μαζί με τις ανοδικά κλιμακούμενες επιτυχίες της κύριας ομάδας. Στο διάστημα των 10-12 αυτών ετών θα έχει δημιουργηθεί ένας παραδοσιακός τρόπος παιχνιδιού, μια συνεχή παράγωγη παικτών, μια εμπορική αξιοποίηση αυτής, ένα όνομα στην αγορά και όσο αναφορά τις αγορές και όσο αναφορά τις πωλήσεις. Τότε θα έχουμε ελπίδες να δούμε την επανάληψη του θαύματος.
Εάν κάτι τέτοιο δεν επιτευχτεί θα μας έχει μείνει μια ομάδα αλλά Πορτο, Μπραγκα… Έχουμε υπομονή δέκα τουλάχιστον ετών; Εδώ ομάδες που έχουν χρόνια να κερδίσουν κάτι προσπαθούν με τις αναμνήσεις και το οπαδηλικι να πείσουν τον κόσμο τους να τις ενισχύει εσαεί για να έρχονται και να φεύγουν παίκτες που κάποιες φόρες σε κάνουν να απορείς εάν με μια προετοιμασία έπαιζες και εσύ. Έτσι και αλλιώς σπανία έχουμε συνδυασμούς με πάνω από τρεις πάσες σε αυτή τη χώρα…
Δευτέρα 30 Μαΐου 2011
Σάββατο 14 Μαΐου 2011
Περίπατος
Όταν ήταν χαρούμενος περπατούσε, και όταν ήταν χαρούμενος και περπατούσε μονολογούσε, και όταν συνέβαιναν όλα αυτά μονολογούσε κλίνοντας τις αγαπημένες του λέξεις. Η ουτοπία, της ουτοπίας, την ουτοπία… Δίπλα του οι κάδοι από τα σκουπίδια ξεχείλιζαν στον δρόμο πλημμυρίζοντας τον με το ευωδιαστό περιεχόμενο τους. Ο έμφυτος ρυθμός του χρησίμευε για να περνά χοροπηδώντας ανάμεσα στις ανοιχτές σακούλες. Ο ήλιος βοηθούσε το άρωμα να αποκτά μεγαλύτερη ένταση και το απαλό αεράκι να διαχέεται ώστε κανείς να μην μπορεί να αποφύγει την γοητεία αυτού του αστικού τοπίου. Ευτυχισμένος προσπέρασε τον κάδο της ανακύκλωσης, οπού η μυρωδιά είχε ατονήσει, χωρίς να εξαφανιστεί. Υπήρχαν οργανικά απόβλητα και σε αυτούς καθότι οι υπήκοοι αυτής της χώρας δεν έδιναν σημασία στα απορρίμματα τους. Ήξεραν ότι όλα μπορούσαν να τους συγχωρεθούν, ήταν μεγαλόθυμοι οι υπάλληλοι και με δουλικό καθήκον θα διαχώριζαν τα σκουπίδια στον τόπο περισυλλογής τους.
Ανέβηκε στο λεωφορείο τραγουδώντας η πεμπτουσία, της πεμπτουσίας… Είδε τα σκυθρωπά πρόσωπα να κοιτούν αγρία τα χαρούμενα πρόσωπα, είδε τα αδιάφορα πρόσωπα να μην κοιτούν τίποτα, είδε τα γέρικα πρόσωπα να κοιτούν τα νεανικά, είδε ότι έβλεπαν οι υπόλοιποι. Άκουγε τις συζητήσεις των ηλικιωμένων για την κατάντια της χώρας, για τα έρημα μου νιάτα, για τις αρρώστιες, για τις ουρές στις τράπεζες, για τα λεφτά που δεν υπάρχουν, για τα παιδιά τους που χρωστούν. Μόνο ένα ζευγάρι είχε την δίκη του χαρά περιχαρακωμένη ανάμεσα στις δυο αγκαλιές, κοιτώντας ο ένας τον άλλο, σιγοψιθυρίζοντας και στέλνοντας μηνύματα από το κινητό, φτιάχνοντας σχέδια για μια καλή βραδιά. Κατέβηκε για να πάει στην δουλειά και περίμενε να διασχίσει το δρόμο από το φανάρι. Έβλεπε άλλους να πετάγονται από τα πεζοδρόμια και να ελίσσονται με χάρη ανάμεσα στα αυτοκίνητα, με τους οδηγούς να τους επευφημούν και χάρηκε για την αθλητική δεξαμενή της χώρας που προπονούταν συνεχώς στους δρόμους της. Η ευεξία, της ευεξίας…
Πέρασε απέναντι και λίγα μέτρα αργότερα στην πλατεία έξω από το κτίριο της βιομηχανίας πατάτας υπήρχε πορεία για τις απολύσεις και την μαύρη εργασία. Ίσως γι’ αυτό τα λευκοντυμένα υπέροχα αγόρια μείγμα Κούρου και Ναζί χτυπούσαν εκείνα τα κακοντυμένα μαύρα ανθρωπάκια. Η αχρωματοψία, της αχρωματοψίας… Τα πανό ανεβοκατέβαιναν από κεφάλι σε κεφάλι, οι ιαχές έσχαζαν τον αέρα σαν βλήματα ενάντια σε κάθε ευπρέπεια και καλαισθησία. Τότε εμφανίστηκε η αστυνομία και τα μαύρα ανθρωπάκια φάνηκαν περισσότερο φοβισμένα από τα λευκά. Η σκακιέρα άλλαξε και μια διαφαινόμενη ισοπαλία μετατράπηκε σε υποχώρηση και ήττα. Τα δακρυγόνα μας έφεραν δάκρυα στα ματιά για το ηρωικό παρελθόν της χώρας, τους πολέμους που δώσαμε, για αυτούς που χάσαμε και για όσους κερδίσαμε, για τους νεκρούς μας, για τα ιδανικά μας. Ευχαριστίες ακουγόταν από παντού για αυτή την καθοριστική συμβολή της αστυνομίας στην αναζωπύρωση του εθνικού μας φρονήματος.
Το ανδραγάθημα, του ανδραγαθήματος… Ποδηλάτες παραβίαζαν τα φανάρια στους ποδηλατοδρόμους, που πριν από λίγους μήνες ζητούσαν επιτακτικά με πορείες, φωνασκούσαν ότι δεν τους πρόσεχαν και ότι τους περιφρονούσαν. Άνθρωποι του πνεύματος μαζί τους συμφωνούσαν, κοιτάζοντας να γλείψουν όσους ιδεολογικά με αυτούς ομονοούσαν. Σε όλα αντίθετοι, χωρίς ενεργητική προοπτική. Χωριστήκαν, λοιπόν, στους από εδώ και στους από εκεί για μια μάχη ψευτοιδεολογική, σαν να μαχόταν το παρελθόν το μέλλον. Μια μάχη που δεν ήξερες, όμως ποιος ήταν με ποιον, γιατί όλοι ήταν το μέλλον και κανείς το παρελθόν. Έβαλαν ραδιόφωνα να σκούζουν σωρηδόν, τηλεοράσεις να δείχνουν οίκτο πατρικό στον αντίποδα τον ιδεολογικό, έγραφαν στο ιντερνέτ για το αντίπαλο κακό καιρό σαν να ήταν δελτίο μετεωρολογικό αποτελούμενο από ακραία καιρικά φαινόμενα σε ένα ουρανό ιδεών νεφελώδη και βροχερό.
Η υστεροφημία, της υστεροφημίας… Τραγουδούσε και δεν έδινε σε τίποτε σημασία. Όλα, όμως, τα τύπωσε στην ψύχη του βαθιά και έβγαζε έναν αναστεναγμό σαν να ξεφυσούσε ένα τσιγάρο νοερό. Αφίσες κολλούσαν στο κτίριο της φιλοσοφικής και της θεολογίας προτάσσοντας τον άρχοντα της νέας ευημερίας. Ο άνθρωπος αυτός, σταυροφόρος σωστός, θα σώσει ότι δεν σώζεται, θα λάμψει ότι δεν θέλγει, θα αναστήσει τους νεκρούς και στο νερό θα περπατήσει, θα ζήσουμε όλοι καλά και ακόμη καλυτέρα από ότι αναμένουμε, θα πολλαπλασιάσει το ψωμί και δεν θα πεινάσει άλλος κανείς. Γιατί λάσπη του πετούν, γιατί τον λένε κλεφτή, γιατί δεν σώθηκε κανείς; Γιατί και αυτός λασπολογεί, γιατί κατηγορεί τους κατήγορους του ότι τα όμοια πράττουν; Γιατί μια μέρα ξεκίνησαν και αυτοί να βρουν το Άγιο Δισκοπότηρο και βρήκαν χρυσά σερβίτσια; Τι εμποδίζει τους ενάρετους να είναι αρεστοί και τους αρεστούς να είναι ενάρετοι; Μια χώρα σαν μικρή πριγκιποπούλα, σαν φτωχή ζητιάνα, σαν ασχημόπαπο περιμένει τον από μηχανής θεό, το γαλάζιο της πρίγκιπα να την πάρει από το χέρι και να σωθεί. Από τι ακριβώς; Και σε τι να μεταμορφωθεί; Απάντηση αδύνατο να δοθεί με καθολική λαϊκή περιβολή.
Έστριψε προς την θάλασσα, πέρασε το δρόμο και περπάτησε πλάι της, κρατούσαν συντρόφια ο ένας στον άλλο. Το νερό τα έπαιρνε όλα μαζί του, τα αγκάλιαζε, τα έλουζε τα καθάριζε, τα βούλιαζε και τα πετούσε πάνω στα κύματα του. Λίκνισε το κεφάλι του προσπαθώντας να τα ακολουθήσει στο παφλασμό τους. Βούλιαξαν οι ιδέες του και πνίγηκαν σαν χάρτινα καραβάκια. Έμεινε από λόγια, δεν είχε τι άλλο να κλίσει. Το μεγαλείο σε αποστομώνει. Στην καθημερινότητα όταν δεν υπάρχει, όμως, αρκείται κανείς και στα μικρά βήματα. Το ένα πίσω από το άλλο μπορούν να γράψουν χιλιόμετρα. Αρκεί να υπάρχει αφετηρία και τερματισμός.
Ανέβηκε στο λεωφορείο τραγουδώντας η πεμπτουσία, της πεμπτουσίας… Είδε τα σκυθρωπά πρόσωπα να κοιτούν αγρία τα χαρούμενα πρόσωπα, είδε τα αδιάφορα πρόσωπα να μην κοιτούν τίποτα, είδε τα γέρικα πρόσωπα να κοιτούν τα νεανικά, είδε ότι έβλεπαν οι υπόλοιποι. Άκουγε τις συζητήσεις των ηλικιωμένων για την κατάντια της χώρας, για τα έρημα μου νιάτα, για τις αρρώστιες, για τις ουρές στις τράπεζες, για τα λεφτά που δεν υπάρχουν, για τα παιδιά τους που χρωστούν. Μόνο ένα ζευγάρι είχε την δίκη του χαρά περιχαρακωμένη ανάμεσα στις δυο αγκαλιές, κοιτώντας ο ένας τον άλλο, σιγοψιθυρίζοντας και στέλνοντας μηνύματα από το κινητό, φτιάχνοντας σχέδια για μια καλή βραδιά. Κατέβηκε για να πάει στην δουλειά και περίμενε να διασχίσει το δρόμο από το φανάρι. Έβλεπε άλλους να πετάγονται από τα πεζοδρόμια και να ελίσσονται με χάρη ανάμεσα στα αυτοκίνητα, με τους οδηγούς να τους επευφημούν και χάρηκε για την αθλητική δεξαμενή της χώρας που προπονούταν συνεχώς στους δρόμους της. Η ευεξία, της ευεξίας…
Πέρασε απέναντι και λίγα μέτρα αργότερα στην πλατεία έξω από το κτίριο της βιομηχανίας πατάτας υπήρχε πορεία για τις απολύσεις και την μαύρη εργασία. Ίσως γι’ αυτό τα λευκοντυμένα υπέροχα αγόρια μείγμα Κούρου και Ναζί χτυπούσαν εκείνα τα κακοντυμένα μαύρα ανθρωπάκια. Η αχρωματοψία, της αχρωματοψίας… Τα πανό ανεβοκατέβαιναν από κεφάλι σε κεφάλι, οι ιαχές έσχαζαν τον αέρα σαν βλήματα ενάντια σε κάθε ευπρέπεια και καλαισθησία. Τότε εμφανίστηκε η αστυνομία και τα μαύρα ανθρωπάκια φάνηκαν περισσότερο φοβισμένα από τα λευκά. Η σκακιέρα άλλαξε και μια διαφαινόμενη ισοπαλία μετατράπηκε σε υποχώρηση και ήττα. Τα δακρυγόνα μας έφεραν δάκρυα στα ματιά για το ηρωικό παρελθόν της χώρας, τους πολέμους που δώσαμε, για αυτούς που χάσαμε και για όσους κερδίσαμε, για τους νεκρούς μας, για τα ιδανικά μας. Ευχαριστίες ακουγόταν από παντού για αυτή την καθοριστική συμβολή της αστυνομίας στην αναζωπύρωση του εθνικού μας φρονήματος.
Το ανδραγάθημα, του ανδραγαθήματος… Ποδηλάτες παραβίαζαν τα φανάρια στους ποδηλατοδρόμους, που πριν από λίγους μήνες ζητούσαν επιτακτικά με πορείες, φωνασκούσαν ότι δεν τους πρόσεχαν και ότι τους περιφρονούσαν. Άνθρωποι του πνεύματος μαζί τους συμφωνούσαν, κοιτάζοντας να γλείψουν όσους ιδεολογικά με αυτούς ομονοούσαν. Σε όλα αντίθετοι, χωρίς ενεργητική προοπτική. Χωριστήκαν, λοιπόν, στους από εδώ και στους από εκεί για μια μάχη ψευτοιδεολογική, σαν να μαχόταν το παρελθόν το μέλλον. Μια μάχη που δεν ήξερες, όμως ποιος ήταν με ποιον, γιατί όλοι ήταν το μέλλον και κανείς το παρελθόν. Έβαλαν ραδιόφωνα να σκούζουν σωρηδόν, τηλεοράσεις να δείχνουν οίκτο πατρικό στον αντίποδα τον ιδεολογικό, έγραφαν στο ιντερνέτ για το αντίπαλο κακό καιρό σαν να ήταν δελτίο μετεωρολογικό αποτελούμενο από ακραία καιρικά φαινόμενα σε ένα ουρανό ιδεών νεφελώδη και βροχερό.
Η υστεροφημία, της υστεροφημίας… Τραγουδούσε και δεν έδινε σε τίποτε σημασία. Όλα, όμως, τα τύπωσε στην ψύχη του βαθιά και έβγαζε έναν αναστεναγμό σαν να ξεφυσούσε ένα τσιγάρο νοερό. Αφίσες κολλούσαν στο κτίριο της φιλοσοφικής και της θεολογίας προτάσσοντας τον άρχοντα της νέας ευημερίας. Ο άνθρωπος αυτός, σταυροφόρος σωστός, θα σώσει ότι δεν σώζεται, θα λάμψει ότι δεν θέλγει, θα αναστήσει τους νεκρούς και στο νερό θα περπατήσει, θα ζήσουμε όλοι καλά και ακόμη καλυτέρα από ότι αναμένουμε, θα πολλαπλασιάσει το ψωμί και δεν θα πεινάσει άλλος κανείς. Γιατί λάσπη του πετούν, γιατί τον λένε κλεφτή, γιατί δεν σώθηκε κανείς; Γιατί και αυτός λασπολογεί, γιατί κατηγορεί τους κατήγορους του ότι τα όμοια πράττουν; Γιατί μια μέρα ξεκίνησαν και αυτοί να βρουν το Άγιο Δισκοπότηρο και βρήκαν χρυσά σερβίτσια; Τι εμποδίζει τους ενάρετους να είναι αρεστοί και τους αρεστούς να είναι ενάρετοι; Μια χώρα σαν μικρή πριγκιποπούλα, σαν φτωχή ζητιάνα, σαν ασχημόπαπο περιμένει τον από μηχανής θεό, το γαλάζιο της πρίγκιπα να την πάρει από το χέρι και να σωθεί. Από τι ακριβώς; Και σε τι να μεταμορφωθεί; Απάντηση αδύνατο να δοθεί με καθολική λαϊκή περιβολή.
Έστριψε προς την θάλασσα, πέρασε το δρόμο και περπάτησε πλάι της, κρατούσαν συντρόφια ο ένας στον άλλο. Το νερό τα έπαιρνε όλα μαζί του, τα αγκάλιαζε, τα έλουζε τα καθάριζε, τα βούλιαζε και τα πετούσε πάνω στα κύματα του. Λίκνισε το κεφάλι του προσπαθώντας να τα ακολουθήσει στο παφλασμό τους. Βούλιαξαν οι ιδέες του και πνίγηκαν σαν χάρτινα καραβάκια. Έμεινε από λόγια, δεν είχε τι άλλο να κλίσει. Το μεγαλείο σε αποστομώνει. Στην καθημερινότητα όταν δεν υπάρχει, όμως, αρκείται κανείς και στα μικρά βήματα. Το ένα πίσω από το άλλο μπορούν να γράψουν χιλιόμετρα. Αρκεί να υπάρχει αφετηρία και τερματισμός.
Δευτέρα 9 Μαΐου 2011
Gadget
Περίμενα στην ουρά, όπως χιλιάδες άλλοι σε όλο τον κόσμο, για το καινούργιο επαναστατικό προϊόν της EVA. Οι προδιαγραφές του ήταν θέμα συζητήσεων σε διαδικτυακά forum εδώ και μήνες. Φωτογραφίες του είχαν διαρρεύσει σε ιστοσελίδες παρουσίασης νέων προϊόντων - gadget. Αδημονούντες καταναλωτές έγραφαν wish list για το νέο αυτό τηλέφωνο που θα άλλαζε για μια ακόμη φορά τη μορφή της επικοινωνίας. Η οθόνη του ήταν η πιο μεγάλη, η πιο ποιοτική, η πιο ευκρινής. Καταργούσε κάθε άλλη φορητή συσκευή, ενσωματώνοντας λειτουργιές που πριν από μερικά χρόνια ήταν στην σφαίρα της φαντασίας. Είχε 5” διαγώνιο, 3D, HDMI 1.4 mini, νέο interface που ήταν ότι πιο επαναστατικό κυκλοφόρησε ποτέ, είχε pico projector, γινόταν HUD στο αυτοκίνητο εάν είχες βεντούζα για την χρήση του ως gps, ήταν πιστωτική κάρτα με encryption 128bit, κατέγραφε video 3D, είχε στερεοφωνικό μικρόφωνο, είχε μπαταριά νέας γενιάς με 20 ώρες ομιλίας και «άπειρο» stand by, είχε on air back up, είχε αναγνώριση ίριδας, είχε ότι δεν είχαν όλες οι άλλες συσκευές μαζί και ότι επιθυμούσε ο καταναλωτής. Με το που διάβαζες το μακροσκελές data sheet, το μονό που μπορούσες να αναφωνήσεις ήταν “shit. Το θέλω…”
Παρακολουθούσα την κύηση του μέσα από αυτές τις διαρροές. Είδα το πρώτο μοντέλο, με την μικρότερη οθόνη, που ήταν και το πρώτο «μουλάρι» δοκίμων. Το πρωτογενές interface που άφηνε πολλές υποσχέσεις, που είχε όμως πολλά bugs. Είδα όλες τις μετεξελίξεις που οι τεχνικοί εφάρμοσαν ωσότου ωριμάσει σαν προϊόν. Περίμενα ανυπόμονα τις ανακοινώσεις στις εκθέσεις των smartphone για την πιθανή παρουσίαση του. Απογοητεύτηκα πολύ στην πρώτη αναβολή της δημόσιας εμφάνισης του. Ο Πρίγκιπας μας είχε ένα θρόνο να παραλάβει από τον προηγούμενο Βασιλιά, που έμοιαζε μπροστά του απηρχαιωμένος. Είχαν αρχίσει και οι προβλέψεις για την τιμή του. Συγκρίσεις ανάμεσα στην λιανική διάθεση του προηγούμενου τηλέφωνου της EVA σε όλον τον κόσμο, τους συνεργαζόμενους κατασκευαστές των υποσυστημάτων του, την αρχική διαθεσιμότητα που αυτοί θα μπορούσαν να παρέχουν, την προδιαγεγραμμένη αδυναμία τους να καλύψουν την επερχόμενη ζήτηση, τα νέα εργοστάσια της EVA, την οργανωτική αναδιάρθρωση της εταιρείας, το κλείσιμο αιθουσών συνεδρίων ανά τον κόσμο και στοιχήματα σε πιο από αυτά θα γίνει η ανακοίνωση, τις πρώτες επίσημες φωτογραφίες, που δόθηκαν εσπευσμένα στην δημοσιότητα, μετά από μια αναπάντεχη διαρροή του τελικού προϊόντος, την οριστικοποίηση μερικές μέρες αργότερα των προδιαγραφών του.
Όλα αυτά, τώρα, δεν είχαν καμιά σημασία. Είχα έρθει δυο μέρες νωρίτερα από την επίσημη διάθεση του και ήμουν δέκατος στην ουρά. Στους δικούς μου είπα ότι θα έμενα στον κολλητό μου. Μόλις άνοιγε το κατάστημα θα γινόμουν ο δέκατος ευτυχής κάτοχος του προϊόντος που θα άλλαζε τον κόσμο. Θα συνέβαλα σε αυτό, ήμουν early adopter, θα έγραφα στα forum πρώτος τις εντυπώσεις μου, θα μπορούσα να μιλήσω εκ πείρας για το νέο interface και όχι με υποθέσεις όπως οι περισσότεροι άλλοι. Θα αυξανόταν οι φίλοι μου στο face book, θα δεχόμουν περισσότερα tweets, δεν ξέρω εάν θα άλλαζε ο κόσμος όλος, ο δικός μου, όμως, θα άλλαζε. Δυστυχώς όχι αναίμακτα. Είχα μείνει τέσσερις μήνες στο σπίτι, χωρίς εξόδους. Έβρισκα δικαιολογίες αποφεύγοντας τους φίλους μου. Ποτέ άλλοτε δεν είχα τόσο κάλους βαθμούς. Μάζευα το χαρτζιλίκι μου σαν το μυρμήγκι. Είπα τα κάλαντα μέχρι και των Φώτων. Δεν υπήρχε άλλος στην ηλικία μου να κάνει κάτι τέτοιο. Έκανα θελήματα για διαφόρους ηλικιωμένους, και όχι για την προσκοπική μου τιμή. Στο σχολειό με πείραζαν και με φώναζαν i-malaka. Δεν πειράζει όταν θα το έπαιρνα στα χεριά μου θα άλλαζαν τροπάριο.
Η EVA τα είχε οργανώσει όλα άψογα, ακόμη και στην χωρά μας, που δεν φημιζόταν για παρόμοιες ενέργειες. Μας έφεραν και φαγητό την τελευταία ημέρα και αναψυκτικά. Είχαν μεταφέρει και χημικές τουαλέτες. Καλλίγραμμα θηλυκά μοντέλα συμπλήρωναν ερωτηματολόγια συνοδευόμενες από τα αρσενικά τους αντίστοιχα που μοίραζαν διαφημιστικό υλικό της EVA, όπως καπελάκια και μπλούζες. Όταν όλα αυτά είχαν καταναλωθεί και φορεθεί ήρθε και η τηλεόραση. Έπειτα άνοιξε το wi-fi του καταστήματος που ήταν ελεύθερο και όλοι άρχισαν να στέλνουν tweets και φωτογραφίες από την ουρά. Κοιτούσε ο ένας τον άλλο να δει τι κινητό είχε μαζί του. Εχθρικά και περιφρονητικά βλήματα συγκέντρωναν από τους πιστούς της EVA όσοι είχαν έρθει με άλλης μάρκας τηλέφωνο. Ίσως αυτή τους η πράξη μετανοίας να ήταν σωτηρία για την υστεροφημία τους. Μετρούσαν πόσοι θα άλλαζαν κινητό της Samson ή της LK, τους τελευταίους πιστούς των Nook και PRI. Ο παντοκράτωρ ήταν προ των πυλών και εγώ έτοιμος να τον πάρω ανά χείρας. Συζητούσα με το μπροστινό μου πόση ώρα θα ήθελε η πρώτη φόρτιση της νέας αυτής μπαταρίας και πως θα γινόταν οι επόμενες επαναφορτίσεις και με ευχαρίστηση διαπίστωσα ότι ήμουν πιο ενημερωμένος, όταν εμφανιστήκαν οι security του καταστήματος. Κάθε συζήτηση έπαψε και ο κόσμος άρχισε να αδημονεί και να στριμώχνεται.
Μέτα από λίγο δημιούργησαν χώρο μπροστά από την είσοδο και έφεραν μία γιγαντοοθόνη. Έδειξαν ένα δύο διαφημιστικά της EVA, την ομιλία του Sean Work ιδρυτή της EVA από την παρουσίαση στην Βαρκελώνη και έπειτα έβαλαν video clip από τραγουδιστές που συνεργαστήκαν με την εταιρεία στις διαφημίσεις της, τις οποίες πρόβαλαν εμβόλιμα από τραγούδι σε τραγούδι. Δεν τους έδινα μεγάλη σημασία καθότι το μόνο που σκεφτόμουν ήταν το κουτί του τηλεφώνου, τι σχήμα θα είχε, πως θα το έπιανα στα χέρια μου, όταν θα το άνοιγα, το τηλέφωνο και πως θα το χάιδευα, την υπομονή που θα χρειαζόταν και την εγκράτεια μέχρι να φορτίσει η μπαταρία του. Τις οδηγίες χρήσεως που θα διάβαζα μέχρι να ολοκληρωθεί αυτό. Τα νέα ακουστικά που επιτέλους ήταν ασύρματα. Το πρώτο άναμμα, το πρώτο βλέμμα που θα μπορούσα να ρίξω σε αυτή την υπέροχη οθόνη. Το άρωμα του καινούργιου. Την αφή του. Τότε την θυμήθηκα, το άρωμα της, την αφή της, την φωνή της, τον καυγά μας για αυτό το τηλέφωνο και την μανία μου μαζί του και τότε την πόθησα όπως δεν είχα ξανανιώσει πότε και ένιωσα μία μοναξιά απύθμενη. Στην οθόνη μπροστά από το μαγαζί έπαιζε ένα τραγούδι ερωτικού περιεχόμενου, μόνο που το αντικείμενο του πόθου ήταν το τηλέφωνο και του τραγουδούσαν πόσο το σκεφτόταν, πόσο το ποθούσαν, πόσο το νοιαζόταν και το λαχταρούσαν. Βγήκα από την γραμμή, γύρισα την γωνία προς το σπίτι της και την πήρα τηλέφωνο.
Παρακολουθούσα την κύηση του μέσα από αυτές τις διαρροές. Είδα το πρώτο μοντέλο, με την μικρότερη οθόνη, που ήταν και το πρώτο «μουλάρι» δοκίμων. Το πρωτογενές interface που άφηνε πολλές υποσχέσεις, που είχε όμως πολλά bugs. Είδα όλες τις μετεξελίξεις που οι τεχνικοί εφάρμοσαν ωσότου ωριμάσει σαν προϊόν. Περίμενα ανυπόμονα τις ανακοινώσεις στις εκθέσεις των smartphone για την πιθανή παρουσίαση του. Απογοητεύτηκα πολύ στην πρώτη αναβολή της δημόσιας εμφάνισης του. Ο Πρίγκιπας μας είχε ένα θρόνο να παραλάβει από τον προηγούμενο Βασιλιά, που έμοιαζε μπροστά του απηρχαιωμένος. Είχαν αρχίσει και οι προβλέψεις για την τιμή του. Συγκρίσεις ανάμεσα στην λιανική διάθεση του προηγούμενου τηλέφωνου της EVA σε όλον τον κόσμο, τους συνεργαζόμενους κατασκευαστές των υποσυστημάτων του, την αρχική διαθεσιμότητα που αυτοί θα μπορούσαν να παρέχουν, την προδιαγεγραμμένη αδυναμία τους να καλύψουν την επερχόμενη ζήτηση, τα νέα εργοστάσια της EVA, την οργανωτική αναδιάρθρωση της εταιρείας, το κλείσιμο αιθουσών συνεδρίων ανά τον κόσμο και στοιχήματα σε πιο από αυτά θα γίνει η ανακοίνωση, τις πρώτες επίσημες φωτογραφίες, που δόθηκαν εσπευσμένα στην δημοσιότητα, μετά από μια αναπάντεχη διαρροή του τελικού προϊόντος, την οριστικοποίηση μερικές μέρες αργότερα των προδιαγραφών του.
Όλα αυτά, τώρα, δεν είχαν καμιά σημασία. Είχα έρθει δυο μέρες νωρίτερα από την επίσημη διάθεση του και ήμουν δέκατος στην ουρά. Στους δικούς μου είπα ότι θα έμενα στον κολλητό μου. Μόλις άνοιγε το κατάστημα θα γινόμουν ο δέκατος ευτυχής κάτοχος του προϊόντος που θα άλλαζε τον κόσμο. Θα συνέβαλα σε αυτό, ήμουν early adopter, θα έγραφα στα forum πρώτος τις εντυπώσεις μου, θα μπορούσα να μιλήσω εκ πείρας για το νέο interface και όχι με υποθέσεις όπως οι περισσότεροι άλλοι. Θα αυξανόταν οι φίλοι μου στο face book, θα δεχόμουν περισσότερα tweets, δεν ξέρω εάν θα άλλαζε ο κόσμος όλος, ο δικός μου, όμως, θα άλλαζε. Δυστυχώς όχι αναίμακτα. Είχα μείνει τέσσερις μήνες στο σπίτι, χωρίς εξόδους. Έβρισκα δικαιολογίες αποφεύγοντας τους φίλους μου. Ποτέ άλλοτε δεν είχα τόσο κάλους βαθμούς. Μάζευα το χαρτζιλίκι μου σαν το μυρμήγκι. Είπα τα κάλαντα μέχρι και των Φώτων. Δεν υπήρχε άλλος στην ηλικία μου να κάνει κάτι τέτοιο. Έκανα θελήματα για διαφόρους ηλικιωμένους, και όχι για την προσκοπική μου τιμή. Στο σχολειό με πείραζαν και με φώναζαν i-malaka. Δεν πειράζει όταν θα το έπαιρνα στα χεριά μου θα άλλαζαν τροπάριο.
Η EVA τα είχε οργανώσει όλα άψογα, ακόμη και στην χωρά μας, που δεν φημιζόταν για παρόμοιες ενέργειες. Μας έφεραν και φαγητό την τελευταία ημέρα και αναψυκτικά. Είχαν μεταφέρει και χημικές τουαλέτες. Καλλίγραμμα θηλυκά μοντέλα συμπλήρωναν ερωτηματολόγια συνοδευόμενες από τα αρσενικά τους αντίστοιχα που μοίραζαν διαφημιστικό υλικό της EVA, όπως καπελάκια και μπλούζες. Όταν όλα αυτά είχαν καταναλωθεί και φορεθεί ήρθε και η τηλεόραση. Έπειτα άνοιξε το wi-fi του καταστήματος που ήταν ελεύθερο και όλοι άρχισαν να στέλνουν tweets και φωτογραφίες από την ουρά. Κοιτούσε ο ένας τον άλλο να δει τι κινητό είχε μαζί του. Εχθρικά και περιφρονητικά βλήματα συγκέντρωναν από τους πιστούς της EVA όσοι είχαν έρθει με άλλης μάρκας τηλέφωνο. Ίσως αυτή τους η πράξη μετανοίας να ήταν σωτηρία για την υστεροφημία τους. Μετρούσαν πόσοι θα άλλαζαν κινητό της Samson ή της LK, τους τελευταίους πιστούς των Nook και PRI. Ο παντοκράτωρ ήταν προ των πυλών και εγώ έτοιμος να τον πάρω ανά χείρας. Συζητούσα με το μπροστινό μου πόση ώρα θα ήθελε η πρώτη φόρτιση της νέας αυτής μπαταρίας και πως θα γινόταν οι επόμενες επαναφορτίσεις και με ευχαρίστηση διαπίστωσα ότι ήμουν πιο ενημερωμένος, όταν εμφανιστήκαν οι security του καταστήματος. Κάθε συζήτηση έπαψε και ο κόσμος άρχισε να αδημονεί και να στριμώχνεται.
Μέτα από λίγο δημιούργησαν χώρο μπροστά από την είσοδο και έφεραν μία γιγαντοοθόνη. Έδειξαν ένα δύο διαφημιστικά της EVA, την ομιλία του Sean Work ιδρυτή της EVA από την παρουσίαση στην Βαρκελώνη και έπειτα έβαλαν video clip από τραγουδιστές που συνεργαστήκαν με την εταιρεία στις διαφημίσεις της, τις οποίες πρόβαλαν εμβόλιμα από τραγούδι σε τραγούδι. Δεν τους έδινα μεγάλη σημασία καθότι το μόνο που σκεφτόμουν ήταν το κουτί του τηλεφώνου, τι σχήμα θα είχε, πως θα το έπιανα στα χέρια μου, όταν θα το άνοιγα, το τηλέφωνο και πως θα το χάιδευα, την υπομονή που θα χρειαζόταν και την εγκράτεια μέχρι να φορτίσει η μπαταρία του. Τις οδηγίες χρήσεως που θα διάβαζα μέχρι να ολοκληρωθεί αυτό. Τα νέα ακουστικά που επιτέλους ήταν ασύρματα. Το πρώτο άναμμα, το πρώτο βλέμμα που θα μπορούσα να ρίξω σε αυτή την υπέροχη οθόνη. Το άρωμα του καινούργιου. Την αφή του. Τότε την θυμήθηκα, το άρωμα της, την αφή της, την φωνή της, τον καυγά μας για αυτό το τηλέφωνο και την μανία μου μαζί του και τότε την πόθησα όπως δεν είχα ξανανιώσει πότε και ένιωσα μία μοναξιά απύθμενη. Στην οθόνη μπροστά από το μαγαζί έπαιζε ένα τραγούδι ερωτικού περιεχόμενου, μόνο που το αντικείμενο του πόθου ήταν το τηλέφωνο και του τραγουδούσαν πόσο το σκεφτόταν, πόσο το ποθούσαν, πόσο το νοιαζόταν και το λαχταρούσαν. Βγήκα από την γραμμή, γύρισα την γωνία προς το σπίτι της και την πήρα τηλέφωνο.
Τρίτη 3 Μαΐου 2011
Θανάσης Βέγγος
Είχα την χαρά να τον δω εν δράση. Έπαιξε τον ρολό του, έπαιξε και τον εαυτό του, τόσο όσο το δικαιούταν. Δεν πρόσβαλε, όλοι αυτό περιμέναμε. Το όσο πρέπει. Δεν ήταν η καλύτερη παράσταση που έχω δει, αλλά ήταν μια από αυτές που χαράζονται στην μνήμη γιατί είδα έναν από τους καλυτέρους. Έναν μύθο ηθοποιίας, έναν άριστο άνθρωπο με την σωκρατική έννοια. Μια πέρλα στο κοχύλι της προσωπικής μου μνήμης. Τον παρακολουθούσα από μικρός στην τηλεόραση. Στην ουσία μεγάλωσα μαζί του. Περίμενα τις ταινίες του με ανυπομονησία. Όταν τις ανέφεραν στο πρόγραμμα μαζευόμασταν εγκαίρως στο σπίτι. Ήταν ένα είδος γιορτής. Σαν κάποιος να μας έκανε δώρο. Όταν δεν πρωταγωνιστούσε θέλαμε περισσότερες δίκες του σκηνές. Είχε κάτι από Καραγκιόζη, κάτι από Σαρλω, κάτι από όλους μας, κάτι από την καλή μας πλευρά.
Ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο ένιωθες μια συγγένεια και ας μην υπήρχε στάλα κοινού αίματος. Ήταν της οικογενείας και ας μην βρεθήκαμε σε κανένα γάμο και καμιά βάφτιση. Συνήθως οι άνθρωποι της τέχνης εκφράζονται καλυτέρα μέσα από τα έργα τους και σε εκ του σύνεγγυς προσέγγιση παρουσιάζονται κατώτεροι των προσδοκιών. Αντίθετα αυτός επιβεβαίωνε εξαιρούμενος τον κανόνα. Είχαμε ανησυχήσει όταν είχε το ατύχημα με το τραίνο. Αγωνιούσαμε όταν μαθαίναμε ότι είχε προβλήματα υγείας. Τώρα μείναμε σαν αυτούς που έχασαν τον άνθρωπο τους, που άφησαν κουβέντες στην μέση, που δεν πρόλαβαν να δείξουν τα συναισθήματα τους. Νιώθουμε τυχεροί για την ευκαιρία της κοινής μας ζωής, μα σύναμμα το κενό έρχεται να καθίσει πάνω στην πληγή της στενοχώριας σαν την σκόνη στο αίμα που προσπαθεί να ξεραθεί και η επακόλουθη φαγούρα δεν την αφήνει να κλείσει.
Ξέρουμε ότι στον παράδεισο θα βρει μια σκηνή να συνεχίσει. Τυχεροί οι άγγελοι.
Ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο ένιωθες μια συγγένεια και ας μην υπήρχε στάλα κοινού αίματος. Ήταν της οικογενείας και ας μην βρεθήκαμε σε κανένα γάμο και καμιά βάφτιση. Συνήθως οι άνθρωποι της τέχνης εκφράζονται καλυτέρα μέσα από τα έργα τους και σε εκ του σύνεγγυς προσέγγιση παρουσιάζονται κατώτεροι των προσδοκιών. Αντίθετα αυτός επιβεβαίωνε εξαιρούμενος τον κανόνα. Είχαμε ανησυχήσει όταν είχε το ατύχημα με το τραίνο. Αγωνιούσαμε όταν μαθαίναμε ότι είχε προβλήματα υγείας. Τώρα μείναμε σαν αυτούς που έχασαν τον άνθρωπο τους, που άφησαν κουβέντες στην μέση, που δεν πρόλαβαν να δείξουν τα συναισθήματα τους. Νιώθουμε τυχεροί για την ευκαιρία της κοινής μας ζωής, μα σύναμμα το κενό έρχεται να καθίσει πάνω στην πληγή της στενοχώριας σαν την σκόνη στο αίμα που προσπαθεί να ξεραθεί και η επακόλουθη φαγούρα δεν την αφήνει να κλείσει.
Ξέρουμε ότι στον παράδεισο θα βρει μια σκηνή να συνεχίσει. Τυχεροί οι άγγελοι.
Παρασκευή 22 Απριλίου 2011
Συμμαθητές
Περίμενα το ραντεβού μου προσπαθώντας να προστατευτώ από τον αέρα. Είχα χωθεί σε μια είσοδο πολυκατοικίας και πήγα όσο πιο κοντά μπορούσα στον τοίχο. Δεν τον ακούμπησα γιατί είναι μαρμάρινος υπερβολικά κρύος. Αισθάνομαι μια ακτινοβολία ψύχους να με περιλούζει από την μεριά του σαν να προέρχεται από υπερηρώα καρτούν. Πριν από λίγη ώρα έβρεχε με εκείνες τις μεγάλες σταγόνες που είναι ένα βήμα πριν το χαλάζι. Μεγάλες παγωμένες σφαίρες μοιάζει να πέφτουν επάνω σου σαν βλήματα ψύχους. Σε χτυπούν και νομίζεις ότι θα κανείς μελανιά. Έπειτα βγήκε ο βοριάς και όσο πάει δυναμώνει. Θα σηκώσει την πόλη και θα μας πάρει μαζί του. Παίρνει την υγρασία της βροχής την στροβιλίζει και στην εκτοξεύει κατάφατσα. Σε λίγο θα έχουν στεγνώσει όλα, αυτήν την στιγμή όμως, είναι το σημείο οπού όλες οι πληγές του Φαραώ συνυπάρχουν ταυτόχρονα. Το πρωί είχα πάει σε μια κηδεία. Ένας παλιός μου συμμαθητής πέθανε από ανεύρυσμα. Όταν είναι η τράπουλα σημαδεμένη τι φύλλο να τραβήξεις; Δεν αρκεί να μην καπνίζεις, δεν αρκεί να προσέχεις. Το μόνο που χρειάζεται είναι να έχεις ζήσει στο χρόνο που σου αντιστοιχεί. Είπαν ότι πέθανε ευτυχισμένος. Ίσως για αυτό όσους άφησε πίσω ήταν τόσο δυστυχισμένοι.
Συνάντησα γνώριμα πρόσωπα παραμορφωμένα από την πατινα του χρόνου. Σαν να έπαιξα με τις αναμνήσεις μου στο Photoshop. Πως θα έβλεπαν αυτοί εμένα δεν το ξέρω, αλλά τα είχα πάρει και εγώ τα κιλά μου. Λίγο Face book, λίγο twitter, λίγο τα τηλεφωνά οι περισσότεροι μαζευτήκαμε. Ο πρώτος που βαρέθηκε την ζωή. Στις επόμενες θα αραιώναμε απειλητικά. Σαραντάρηδες, περίπου στην κορυφή της ζωής, ένα βήμα πριν είχε σταματήσει η άνοδος, ένα βήμα μετά άρχιζε η κάθοδος; Δεν το ξέρω, αλλά πριν από λίγο πήγαινα σε γάμους και βαφτίσια και τώρα έχω φάει τις κηδείες με το κουτάλι. Ψάχνω να παντρέψω κανένα γνωστό μου γεροντοπαλίκαρο για να γευτώ την πρωτινή χαρά. Έχουμε κάτι απαιτήσεις από τις ευτυχισμένες μας στιγμές σαν να πρόκειται για σειρά σε επανάληψη. Η ζωή είναι ένα ταξίδι που ανάμεσα στην χαρά και την λύπη υπάρχει η μεγάλη βαρεμάρα της καθημερινότητας.
Στην αρχή αιωρούταν μια αμηχανία που κοβόταν με το μαχαίρι. Τι να συζητήσεις με αυτούς τους γνωστούς αγνώστους. Ποσό μάλλον σε μια κηδεία, που από την μια πρέπει να βγάλεις τον σκασμό και από την άλλη θέλεις να πιάσεις την πάρλα. Βαριόμουν τις επανασυνδέσεις, το να βρεθείς μετά από χρονιά και να πρέπει να διηγηθείς την ιστορία της ζωής σου. Δεν έχω ρωτήσει ποτέ κανένα τι έκανε στο παρελθόν. Με απασχολούσε το παρόν και λίγο το μέλλον. Για αυτό όταν γύρισα από τις σπουδές στο εξωτερικό δεν μπόρεσα να επανασυνδέσω ούτε μια πρότερη σχέση. Εικόνες ποδόσφαιρου με παιδιά ερχόταν στο μυαλό μου. Εικόνες από αλάνες, ξύλα για σπαθιά, φυσοκάλαμα και κυνηγητά. Τώρα ένα από εκείνα τα παιδιά σε σώμα ενήλικα θαβόταν μπροστά μου. Οι αναμνήσεις ξεθαβόταν. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι υπήρχαν τόσες. Που να είχαν καταχωνιαστεί, μάλλον δεν τις έβρισκα γιατί δεν τις έψαχνα. Είδα και τον παιδικό μου ερώτα εκεί την Χριστίνα. Είχε αλλάξει, η πεταλούδα έγινε κάμπια. Τέσσερα παιδιά ήταν κάτι παραπάνω από καλή δικαιολογία. Τουλάχιστον εκείνη η ομορφιά δεν σπαταλήθηκε. Δεν είμαι πουριτανός να πιστεύω ότι η οικογένεια και η τεκνοποίηση είναι ο μόνος σκοπός του ανθρώπου, αλλά η ομορφιά δεν παύει να είναι ένα δόλωμα, ένα ύπουλο κατασκεύασμα της φύσης για να διαιωνίζεται.
Αυτοί που φλυαρούσαν στην κηδεία ήταν οι ίδιοι με αυτούς που μιλούσαν και στην τάξη. Έπνιξα το χαμόγελο που πήγε να δημιουργήσει αυτή η σκέψη. Θα ήταν παράταιρο με την περίσταση, όπως παράταιρος ήμουν και εγώ πάντα. Τι κάνει τα παιδιά να ανέχονται τους παράταιρους και να παίζουν μαζί, ενώ οι μεγάλοι τους απομονώνουν και προσπαθούν να σχετίζονται μόνο με ομοειδείς τους. Ειδικά σε αυτή την πόλη τόσο μικροαστή και μονόχνοτη ώρες ώρες. Πιθανόν η περιέργεια. Όταν είσαι περίεργος γνωρίζεις, όταν γνωρίζεις κατανοείς, όταν κατανοείς ανέχεσαι και όταν ανέχεσαι έχεις και την ευκαιρία να αγαπήσεις. Χωρίς ανοχή δεν μπορεί να υπάρξει αγάπη. Εδώ υπήρχε λανθάνουσα αγάπη γιατί υπήρχε ανεκτικότητα, γιατί δεν έπαιζε ρολό ποιος είσαι και τι έκανες όσο ζούσαμε χώρια, αρκεί που είχαμε υπάρξει μαζί. Ήμουν διπλά στον πρώην φίλο μου τον Άγγελο, έμπορος ναρκωτικών το επάγγελμα, πρώην τρόφιμος φυλακής. Τον θυμάμαι που έκλαιγε στον πάτερα του να του δώσει λεφτά. Είχε κανονίσει να πάει σε ιερόδουλη μαζί με αγόρια από την μεγαλύτερη τάξη. Έτρωγε πολύ ξύλο από την μακαρίτισσα την μητέρα του, αλλά τα γράμματα δεν τα έπαιρνε. Παραπέρα ο Στέλιος ο αρχηγός της αγέλης, που κατουρούσαμε οι μισοί τα δέντρα και οι μισοί τα αυτοκίνητα μετά τους τσοντοσινεμαδες. Εμμανουέλλα και ένα και δυο και δεν θυμάμαι ποτέ ξεκόψαμε. Είδε τους γονείς του να χωρίζουν, να χάνουν σπίτι και μαγαζί, να πηγαίνει από κατάχρηση σε κατάχρηση, να κάνει δουλείες του ποδαριού και τώρα έχει ξανά μαγαζί με ρούχα όπως ο πατέρας του. Τα γονίδια, σε όλη σου την εφηβεία τρέχεις να ξεφύγεις από αυτό που θα καταντήσεις, και μετά πέφτεις μέσα και γίνεσαι αυτό που απευχόσουν.
Η Μαρία πρώην τσουλά της εφηβείας μας, οπού μηχανάκι και ο κωλος της επάνω του. Τώρα θεούσα. Το εκκρεμές όσο μακριά φύγει από την μια πλευρά τόσο μακριά θα πάει και από την άλλη. Πάντα η εκκλησία μου έφερνε σκέψεις. Ποτέ δεν κατάφερνα να συγκεντρωθώ στους ψαλμούς. Όλο σκεφτόμουν, όλο φιλοσοφούσα. Ίσως είναι ο δικός μου τρόπος για εξομολόγηση. Ίσως αυτός είναι ο τρόπος όλων. Δεν υπήρχε λόγος να ξανακούσω τι τράβηξε ο Χριστός και οι Απόστολοι, αρκούσε να του πω τι έπαθα εγώ. Σήμερα του έλεγα τι πάθαμε εμείς, πως αλλάξαμε για να μείνουμε ίδιοι. Πως ξεκίνησα κάλος, προσπάθησα να γίνω αθλητικός τύπος, προσπάθησα να γίνω κακός τύπος, προσπάθησα να γίνω γκόμενος, να μεταλλαχτώ σε διανοούμενο, σε μποέμ, σε επιτυχημένο, σε άνετο, ρούχο έβγαζα, ρούχο έβαζα από την ντουλάπα με τα στερεότυπα, μα τελικά δεν πήγα πολύ μακριά από αυτό που ήμουν. Δεν ξέρω πως περιγράφεται αυτό που κατάντησα, πάει καιρός που έκοψα το παιχνίδι με τις ταμπέλες, αλλά οι περισσότεροι σήμερα μου είπαν ότι δεν έχω αλλάξει ιδιαίτερα. Το ίδιο νιώθω και εγώ.
Ένα χέρι στην πλάτη μου σταμάτησε τους συνειρμούς μου. Η Ιωάννα με χαιρέτησε και μου χαμογέλασε. Μικρά άσπρα μαργαριτάρια έλαμψαν στην χειμωνιάτικη καταχνιά. Τα ματιά της γυάλιζαν σαν να είχε δει έναν παλιό χαμένο θησαυρό. Υπήρχε αμοιβαία συμπάθεια παλαιοτέρα, αλλά ήταν εκείνη η φιλική σχέση, που, ενώ αντικειμενικά ήταν ωραία γυναικά, δεν κατάφερνα να την δω σεξουαλικά. Αντίθετα από σήμερα που εκείνο το συμπαθητικό πλασματακι είχε μεταλλαχτεί σε φαντασίωση ωρίμων ανδρών. Είχε παντρευτεί αλλά δεν είχε παιδιά, είχε οδοντιατρείο κοντά σε ένα από τα σπίτια που εμένα, αλλά δεν έτυχε να συναντηθούμε ποτέ. Είχε ένα χαμόγελο και είχα μια διάθεση να την πάρω αγκαλιά. Δεν ξεκολλήσαμε ο ένας από τον άλλο. Μάλλον είχε προσκολληθεί σε κάποια εικόνα του παρελθόντος μου γιατί το σήμερα δεν θα προκαλούσε το ενδιαφέρον ενός τόσο όμορφου κύκνου. Σκόπευα να επωφεληθώ της περίστασης στο έπακρο. Βρήκα την ευκαιρία και έκλεισα ραντεβού για το απόγευμα. Αυτή περιμένω τώρα.
Πάντοτε φτάνω νωρίτερα από την προκαθορισμένη ώρα, πόσο μάλλον σήμερα που δεν είχα άλλο πράγμα στο μυαλό μου από αυτή τη συνάντηση. Η βροχή και το κρύο είχαν πλημμυρίσει την πόλη με αυτοκίνητα. Αυτό κρατούσε όσο ήταν ανοικτή η αγορά. Μόλις, όμως, έκλεινε και λόγω της κρίσης, ερήμωνε το κέντρο. Έμεναν μόνο χαζοχαρούμενα υπολείμματα του παρελθόντος που ζούσαν ακόμη στο life style ψέμα των περιοδικών και διαλαλούσαν την ευτυχία τους φωνασκώντας και σχολιάζοντας, περνώντας πόζες και μετρώντας βλέμματα. Περίμενα κάτω από το ιατρείο της, στην διπλανή είσοδο. Δυο πόρτες πιο εκεί ήταν το παλιό μου σπίτι. Δεν ήθελα να συναντήσω κάποιον παλιό γνωστό, αν και αμφιβάλλω ότι από τα γερόντια που έχουν απομείνει πλέον μονά τους στο κέντρο θα βρεθεί κάποιος έξω με αυτό το κρύο. Το μεσημέρι μετά την κηδεία γύρισα σπίτι. Μου τηλεφώνησαν από την δουλειά. Θα μειωνόταν και άλλο οι ώρες εργασίας. Άκουσα το ανούσιο λογύδριο της υπαλληλικής εναντίωσης κατά της άκαρδης εργοδοσίας. Είχα ανοίξει γραφείο πριν από μερικούς μήνες, καθότι κρίση ξεκρίση η υπαλληλική ζωή είχε αρχίσει να μου πέφτει βαριά. Συμβουλευτική εταιρεία. Αναρωτήθηκαν οι συγγενείς τι την ήθελα την συμβουλευτική τώρα καθώς το πρώτο που έκοβε κανείς αυτό τον καιρό ήταν τα περιττά έξοδα. Η διάφορα της δίκης μας εταιρείας ήταν ότι είχαμε πρώτα δουλέψει και μετά γίναμε σύμβουλοι, όχι να ξεκινήσουμε με ένα πτυχίο χωρίς καμιά γνώση. Το άλλο στοιχείο που μας διέσωζε ήταν ότι δεν ξεκινήσαμε από το μηδέν. Ένας από τους τρεις συνεταίρους ήταν ήδη σύμβουλος και οι υπόλοιποι πήραμε δουλείες από το πελατολόγιο των εργοδοτών. Θα είχα παραιτηθεί σήμερα εάν δεν ήταν η κηδεία και έπαιρνα αδεία. Μετά με πήραν από την δουλειά ο ιδιοκτήτης της εταιρείας και μου είπε ότι με θέλουν για Διευθυντή Λογιστηρίου, όποτε δεν θα δούλευα εκ περιτροπής, διότι ο Ιωάννου είχε παραιτηθεί. Τον άτιμο με πρόλαβε. Δεν ήξερα τι να απαντήσω και ζήτησα να με συγχωρήσουν, ότι είχα αναλάβει κάποιες υποχρεώσεις εκτός εταιρείας και τώρα θα έπρεπε να το σκεφτώ μια δυο μέρες.
Δεν ξέρω πως θα κατάληγε η σημερινή ημέρα, περίμενα μόνο να την αντικρίσω. Δεν έκανα προγράμματα πλέον. Προφανώς θα είχε κάποιον πελάτη που θα την καθυστέρησε. Βγήκα από την κρυψώνα και καταφύγιο μου. Ο άνεμος έφερε δάκρυα στα ματιά μου. Προσπάθησα να διακρίνω εάν υπήρχε φως από το ιατρείο της. Δεν τα κατάφερα γιατί με από την υγρασία της βροχής τα φωτά από τα καταστήματα διαχεόταν και δεν μπορούσες να καταλάβεις εάν υπήρχαν αλλά πιο ψηλά. Είχαμε αλλάξει κινητά αλλά δεν ήθελα να φανεί η ανυπομονησία μου. Είχε αργήσει, βεβαία, πάνω από είκοσι λεπτά τα όποια το κρύο δεν βοηθούσε να αγνοήσεις. Κτύπησε το κινητό μου, το έβγαλα από την τσέπη. Μόλις άνοιξα το μπουφάν ο αέρας χώθηκε μέσα σαν να ζητούσε και αυτός καταφύγιο από τον εαυτό του. Προσπάθησα να απαντήσω αλλά τα γάντια στάθηκαν εμπόδιο. Έκλεισε. Πάγωσα πιο πολύ και από το κρύο σαν να την έχανα εκείνη την στιγμή. Ελευθέρωσα το ένα μου χέρι από το γάντι και την κάλεσα. Με χαιρέτησε με ένα τόνο οικείο, αλλά, και τυπικό σύναμμα. Δεν ήταν στο ιατρείο. Ο άνδρας της την χώριζε και δεν είχε διάθεση για ραντεβού.
Συνάντησα γνώριμα πρόσωπα παραμορφωμένα από την πατινα του χρόνου. Σαν να έπαιξα με τις αναμνήσεις μου στο Photoshop. Πως θα έβλεπαν αυτοί εμένα δεν το ξέρω, αλλά τα είχα πάρει και εγώ τα κιλά μου. Λίγο Face book, λίγο twitter, λίγο τα τηλεφωνά οι περισσότεροι μαζευτήκαμε. Ο πρώτος που βαρέθηκε την ζωή. Στις επόμενες θα αραιώναμε απειλητικά. Σαραντάρηδες, περίπου στην κορυφή της ζωής, ένα βήμα πριν είχε σταματήσει η άνοδος, ένα βήμα μετά άρχιζε η κάθοδος; Δεν το ξέρω, αλλά πριν από λίγο πήγαινα σε γάμους και βαφτίσια και τώρα έχω φάει τις κηδείες με το κουτάλι. Ψάχνω να παντρέψω κανένα γνωστό μου γεροντοπαλίκαρο για να γευτώ την πρωτινή χαρά. Έχουμε κάτι απαιτήσεις από τις ευτυχισμένες μας στιγμές σαν να πρόκειται για σειρά σε επανάληψη. Η ζωή είναι ένα ταξίδι που ανάμεσα στην χαρά και την λύπη υπάρχει η μεγάλη βαρεμάρα της καθημερινότητας.
Στην αρχή αιωρούταν μια αμηχανία που κοβόταν με το μαχαίρι. Τι να συζητήσεις με αυτούς τους γνωστούς αγνώστους. Ποσό μάλλον σε μια κηδεία, που από την μια πρέπει να βγάλεις τον σκασμό και από την άλλη θέλεις να πιάσεις την πάρλα. Βαριόμουν τις επανασυνδέσεις, το να βρεθείς μετά από χρονιά και να πρέπει να διηγηθείς την ιστορία της ζωής σου. Δεν έχω ρωτήσει ποτέ κανένα τι έκανε στο παρελθόν. Με απασχολούσε το παρόν και λίγο το μέλλον. Για αυτό όταν γύρισα από τις σπουδές στο εξωτερικό δεν μπόρεσα να επανασυνδέσω ούτε μια πρότερη σχέση. Εικόνες ποδόσφαιρου με παιδιά ερχόταν στο μυαλό μου. Εικόνες από αλάνες, ξύλα για σπαθιά, φυσοκάλαμα και κυνηγητά. Τώρα ένα από εκείνα τα παιδιά σε σώμα ενήλικα θαβόταν μπροστά μου. Οι αναμνήσεις ξεθαβόταν. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι υπήρχαν τόσες. Που να είχαν καταχωνιαστεί, μάλλον δεν τις έβρισκα γιατί δεν τις έψαχνα. Είδα και τον παιδικό μου ερώτα εκεί την Χριστίνα. Είχε αλλάξει, η πεταλούδα έγινε κάμπια. Τέσσερα παιδιά ήταν κάτι παραπάνω από καλή δικαιολογία. Τουλάχιστον εκείνη η ομορφιά δεν σπαταλήθηκε. Δεν είμαι πουριτανός να πιστεύω ότι η οικογένεια και η τεκνοποίηση είναι ο μόνος σκοπός του ανθρώπου, αλλά η ομορφιά δεν παύει να είναι ένα δόλωμα, ένα ύπουλο κατασκεύασμα της φύσης για να διαιωνίζεται.
Αυτοί που φλυαρούσαν στην κηδεία ήταν οι ίδιοι με αυτούς που μιλούσαν και στην τάξη. Έπνιξα το χαμόγελο που πήγε να δημιουργήσει αυτή η σκέψη. Θα ήταν παράταιρο με την περίσταση, όπως παράταιρος ήμουν και εγώ πάντα. Τι κάνει τα παιδιά να ανέχονται τους παράταιρους και να παίζουν μαζί, ενώ οι μεγάλοι τους απομονώνουν και προσπαθούν να σχετίζονται μόνο με ομοειδείς τους. Ειδικά σε αυτή την πόλη τόσο μικροαστή και μονόχνοτη ώρες ώρες. Πιθανόν η περιέργεια. Όταν είσαι περίεργος γνωρίζεις, όταν γνωρίζεις κατανοείς, όταν κατανοείς ανέχεσαι και όταν ανέχεσαι έχεις και την ευκαιρία να αγαπήσεις. Χωρίς ανοχή δεν μπορεί να υπάρξει αγάπη. Εδώ υπήρχε λανθάνουσα αγάπη γιατί υπήρχε ανεκτικότητα, γιατί δεν έπαιζε ρολό ποιος είσαι και τι έκανες όσο ζούσαμε χώρια, αρκεί που είχαμε υπάρξει μαζί. Ήμουν διπλά στον πρώην φίλο μου τον Άγγελο, έμπορος ναρκωτικών το επάγγελμα, πρώην τρόφιμος φυλακής. Τον θυμάμαι που έκλαιγε στον πάτερα του να του δώσει λεφτά. Είχε κανονίσει να πάει σε ιερόδουλη μαζί με αγόρια από την μεγαλύτερη τάξη. Έτρωγε πολύ ξύλο από την μακαρίτισσα την μητέρα του, αλλά τα γράμματα δεν τα έπαιρνε. Παραπέρα ο Στέλιος ο αρχηγός της αγέλης, που κατουρούσαμε οι μισοί τα δέντρα και οι μισοί τα αυτοκίνητα μετά τους τσοντοσινεμαδες. Εμμανουέλλα και ένα και δυο και δεν θυμάμαι ποτέ ξεκόψαμε. Είδε τους γονείς του να χωρίζουν, να χάνουν σπίτι και μαγαζί, να πηγαίνει από κατάχρηση σε κατάχρηση, να κάνει δουλείες του ποδαριού και τώρα έχει ξανά μαγαζί με ρούχα όπως ο πατέρας του. Τα γονίδια, σε όλη σου την εφηβεία τρέχεις να ξεφύγεις από αυτό που θα καταντήσεις, και μετά πέφτεις μέσα και γίνεσαι αυτό που απευχόσουν.
Η Μαρία πρώην τσουλά της εφηβείας μας, οπού μηχανάκι και ο κωλος της επάνω του. Τώρα θεούσα. Το εκκρεμές όσο μακριά φύγει από την μια πλευρά τόσο μακριά θα πάει και από την άλλη. Πάντα η εκκλησία μου έφερνε σκέψεις. Ποτέ δεν κατάφερνα να συγκεντρωθώ στους ψαλμούς. Όλο σκεφτόμουν, όλο φιλοσοφούσα. Ίσως είναι ο δικός μου τρόπος για εξομολόγηση. Ίσως αυτός είναι ο τρόπος όλων. Δεν υπήρχε λόγος να ξανακούσω τι τράβηξε ο Χριστός και οι Απόστολοι, αρκούσε να του πω τι έπαθα εγώ. Σήμερα του έλεγα τι πάθαμε εμείς, πως αλλάξαμε για να μείνουμε ίδιοι. Πως ξεκίνησα κάλος, προσπάθησα να γίνω αθλητικός τύπος, προσπάθησα να γίνω κακός τύπος, προσπάθησα να γίνω γκόμενος, να μεταλλαχτώ σε διανοούμενο, σε μποέμ, σε επιτυχημένο, σε άνετο, ρούχο έβγαζα, ρούχο έβαζα από την ντουλάπα με τα στερεότυπα, μα τελικά δεν πήγα πολύ μακριά από αυτό που ήμουν. Δεν ξέρω πως περιγράφεται αυτό που κατάντησα, πάει καιρός που έκοψα το παιχνίδι με τις ταμπέλες, αλλά οι περισσότεροι σήμερα μου είπαν ότι δεν έχω αλλάξει ιδιαίτερα. Το ίδιο νιώθω και εγώ.
Ένα χέρι στην πλάτη μου σταμάτησε τους συνειρμούς μου. Η Ιωάννα με χαιρέτησε και μου χαμογέλασε. Μικρά άσπρα μαργαριτάρια έλαμψαν στην χειμωνιάτικη καταχνιά. Τα ματιά της γυάλιζαν σαν να είχε δει έναν παλιό χαμένο θησαυρό. Υπήρχε αμοιβαία συμπάθεια παλαιοτέρα, αλλά ήταν εκείνη η φιλική σχέση, που, ενώ αντικειμενικά ήταν ωραία γυναικά, δεν κατάφερνα να την δω σεξουαλικά. Αντίθετα από σήμερα που εκείνο το συμπαθητικό πλασματακι είχε μεταλλαχτεί σε φαντασίωση ωρίμων ανδρών. Είχε παντρευτεί αλλά δεν είχε παιδιά, είχε οδοντιατρείο κοντά σε ένα από τα σπίτια που εμένα, αλλά δεν έτυχε να συναντηθούμε ποτέ. Είχε ένα χαμόγελο και είχα μια διάθεση να την πάρω αγκαλιά. Δεν ξεκολλήσαμε ο ένας από τον άλλο. Μάλλον είχε προσκολληθεί σε κάποια εικόνα του παρελθόντος μου γιατί το σήμερα δεν θα προκαλούσε το ενδιαφέρον ενός τόσο όμορφου κύκνου. Σκόπευα να επωφεληθώ της περίστασης στο έπακρο. Βρήκα την ευκαιρία και έκλεισα ραντεβού για το απόγευμα. Αυτή περιμένω τώρα.
Πάντοτε φτάνω νωρίτερα από την προκαθορισμένη ώρα, πόσο μάλλον σήμερα που δεν είχα άλλο πράγμα στο μυαλό μου από αυτή τη συνάντηση. Η βροχή και το κρύο είχαν πλημμυρίσει την πόλη με αυτοκίνητα. Αυτό κρατούσε όσο ήταν ανοικτή η αγορά. Μόλις, όμως, έκλεινε και λόγω της κρίσης, ερήμωνε το κέντρο. Έμεναν μόνο χαζοχαρούμενα υπολείμματα του παρελθόντος που ζούσαν ακόμη στο life style ψέμα των περιοδικών και διαλαλούσαν την ευτυχία τους φωνασκώντας και σχολιάζοντας, περνώντας πόζες και μετρώντας βλέμματα. Περίμενα κάτω από το ιατρείο της, στην διπλανή είσοδο. Δυο πόρτες πιο εκεί ήταν το παλιό μου σπίτι. Δεν ήθελα να συναντήσω κάποιον παλιό γνωστό, αν και αμφιβάλλω ότι από τα γερόντια που έχουν απομείνει πλέον μονά τους στο κέντρο θα βρεθεί κάποιος έξω με αυτό το κρύο. Το μεσημέρι μετά την κηδεία γύρισα σπίτι. Μου τηλεφώνησαν από την δουλειά. Θα μειωνόταν και άλλο οι ώρες εργασίας. Άκουσα το ανούσιο λογύδριο της υπαλληλικής εναντίωσης κατά της άκαρδης εργοδοσίας. Είχα ανοίξει γραφείο πριν από μερικούς μήνες, καθότι κρίση ξεκρίση η υπαλληλική ζωή είχε αρχίσει να μου πέφτει βαριά. Συμβουλευτική εταιρεία. Αναρωτήθηκαν οι συγγενείς τι την ήθελα την συμβουλευτική τώρα καθώς το πρώτο που έκοβε κανείς αυτό τον καιρό ήταν τα περιττά έξοδα. Η διάφορα της δίκης μας εταιρείας ήταν ότι είχαμε πρώτα δουλέψει και μετά γίναμε σύμβουλοι, όχι να ξεκινήσουμε με ένα πτυχίο χωρίς καμιά γνώση. Το άλλο στοιχείο που μας διέσωζε ήταν ότι δεν ξεκινήσαμε από το μηδέν. Ένας από τους τρεις συνεταίρους ήταν ήδη σύμβουλος και οι υπόλοιποι πήραμε δουλείες από το πελατολόγιο των εργοδοτών. Θα είχα παραιτηθεί σήμερα εάν δεν ήταν η κηδεία και έπαιρνα αδεία. Μετά με πήραν από την δουλειά ο ιδιοκτήτης της εταιρείας και μου είπε ότι με θέλουν για Διευθυντή Λογιστηρίου, όποτε δεν θα δούλευα εκ περιτροπής, διότι ο Ιωάννου είχε παραιτηθεί. Τον άτιμο με πρόλαβε. Δεν ήξερα τι να απαντήσω και ζήτησα να με συγχωρήσουν, ότι είχα αναλάβει κάποιες υποχρεώσεις εκτός εταιρείας και τώρα θα έπρεπε να το σκεφτώ μια δυο μέρες.
Δεν ξέρω πως θα κατάληγε η σημερινή ημέρα, περίμενα μόνο να την αντικρίσω. Δεν έκανα προγράμματα πλέον. Προφανώς θα είχε κάποιον πελάτη που θα την καθυστέρησε. Βγήκα από την κρυψώνα και καταφύγιο μου. Ο άνεμος έφερε δάκρυα στα ματιά μου. Προσπάθησα να διακρίνω εάν υπήρχε φως από το ιατρείο της. Δεν τα κατάφερα γιατί με από την υγρασία της βροχής τα φωτά από τα καταστήματα διαχεόταν και δεν μπορούσες να καταλάβεις εάν υπήρχαν αλλά πιο ψηλά. Είχαμε αλλάξει κινητά αλλά δεν ήθελα να φανεί η ανυπομονησία μου. Είχε αργήσει, βεβαία, πάνω από είκοσι λεπτά τα όποια το κρύο δεν βοηθούσε να αγνοήσεις. Κτύπησε το κινητό μου, το έβγαλα από την τσέπη. Μόλις άνοιξα το μπουφάν ο αέρας χώθηκε μέσα σαν να ζητούσε και αυτός καταφύγιο από τον εαυτό του. Προσπάθησα να απαντήσω αλλά τα γάντια στάθηκαν εμπόδιο. Έκλεισε. Πάγωσα πιο πολύ και από το κρύο σαν να την έχανα εκείνη την στιγμή. Ελευθέρωσα το ένα μου χέρι από το γάντι και την κάλεσα. Με χαιρέτησε με ένα τόνο οικείο, αλλά, και τυπικό σύναμμα. Δεν ήταν στο ιατρείο. Ο άνδρας της την χώριζε και δεν είχε διάθεση για ραντεβού.
Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011
Οδηγώ σκεπτομένος
Πρωινό ξύπνημα στις έξι. Πηγαίνω στο μπάνιο. Ρίχνω νερό στο πρόσωπο μου να ανοίξουν τα μάτια μου. Παίρνω την οδοντόβουρτσα και παρατηρώ ότι άρχισε να ξεθωριάζει το τριχωτό της βούρτσας. Σύντομα θα θέλει αλλαγή. Κρατά ακόμη, ευτυχώς. Σειρά έχει το ξύρισμα. Η φιάλη του αφρού είναι παραπάνω από μισογεμάτη. Δεν είναι πολύ βαρύ το περιεχόμενο, αλλά εξακολουθεί να έχει κάποια αίσθηση στο χέρι, όποτε είμαστε καλά. Ανακινώ και νωχελικά αλείφω τον αφρό. Βλέπω το ξυραφάκι. Είναι με την πλάτη της θήκης γυρισμένη προς το μέρος μου. Έχει αρκετά άλατα επάνω του και η ιδία η ξυριστική μηχανή έχει απομεινάρια αφρού που χρίζουν καθαρίσματος. Άλλες εποχές θα είχα αγοράσει καινούργια συσκευή μόνο και μόνο γιατί θα βαριόμουν να καθαρίσω την υπάρχουσα. Τώρα πρέπει να θυμηθώ να το κάνω το επόμενο σαββατοκύριακο. Για να γίνει αυτό πριν το σουπερμάρκετ θα πρέπει να σηκωθώ νωρίτερα και να διαβάσω λιγότερο στη τουαλέτα.
Δεν ξέρω πως έχω ξυριστεί. Όλα έγιναν αυτόματα. Άρχισαν να ξυπνούν και τα παιδιά. Το πρωινό ήταν έτοιμο. Το ψωμί της γυναικάς μου ήταν τέλειο. Φτιάχνουμε ψωμί μονοί μας γιατί του εμπορίου μούχλιαζε πριν προλάβουμε να το φάμε. Ανακαλύψαμε ότι έχουμε και καλύτερη γεύση. Σε αυτό την προλάβαμε την κρίση. Αποχαιρετώ και φεύγω. Ακολουθώ ότι οδηγία έχω προσλάβει τελευταία για να μην καταναλώνω πολύ βενζίνη. Η τιμή της είναι τέτοια που σκέφτομαι να βάζω αναψυκτικό στο αυτοκίνητο. Κοστίζει φθηνότερα το λίτρο. Αυτοκίνητο με μπουρμπουλήθρες, γκαζιά και ρέψιμο. Βγαίνω στον κεντρικό δρόμο. Πρώτη διασταύρωση μια παλιά γνώριμη. Μου φαίνεται απίστευτο ότι δεν λοξοδρόμησα προς αυτή την έξοδο ούτε μια φόρα από την μέρα που άλλαξα δουλεία, ενώ πρωτύτερα και για δεκατρία χρονιά ήταν μια καθημερινή συνήθεια. Συνεχίζω όσο πιο ήρεμα γίνεται. Ο ρυθμός της μεσαίας λωρίδας του περιφερειακού προδίδει την οικονομική κατάσταση της χωράς. Αρχή του μήνα με βενζίνη ενάμιση ευρώ και κάτι, μέση ταχύτητα ογδόντα χιλιόμετρα. Τέλος του μήνα με τιμή λίτρου ένα ευρώ εξήντα λεπτά και βάλε, πτώση της μέσης ταχύτητας στα εβδομήντα χιλιόμετρα.
Στο ραδιόφωνο ακούω το κανάλι για την κίνηση. Ο περιφερειακός είναι ασυντήρητος και με την πρωινή γλίτσα γίνονται σωρεία ατυχημάτων. Ποιος να αλλάζει λάστιχα τώρα. Αμορτισέρ, άφησε το καλυτέρα, μην σκέφτεσαι το ανέφιχτο. Τι θα φανέ στο σπίτι; τα λαδιά από τα παλιά. Όλοι κινούνται σαν υπνωτισμένοι. Εξελίσσονται τα πάντα σαν ριπλέι ποδοσφαιρικού αγώνα. Που είναι τα νευρά τα παλιά. Με εκατό χιλιόμετρα νιώθεις Λαούντα. Θυμάμαι τις παιδικές εκδρομές που γυρίζαμε από Χαλκιδική. Ο τοπικός Λαούντα ήταν πάντα εκεί. Στενός δρόμος μόνης λωρίδας ανά κατεύθυνση, να σερνόμαστε σε ατέλειωτα μποτιλιαρίσματα. Ο γρήγορος και ανυπόμονος έκανε πάντα την εμφάνιση του στην απέναντι λωρίδα να προσπερνά χωρίς αύριο. Δρόμος πνιγμένος στα εκκλησάκια. Ξεκλησσακια τα λέγαμε με τον αδελφό μου. Το μόνο που δήλωναν ήταν ότι κάποιος ξεκληρίστηκε. Η μητέρα μου απέδιδε στην παρουσία τους τη μορφή προειδοποίησης για να μην πάθει άλλος τα ίδια. Μόνο η γιαγιά ήξερε ότι ήταν ποτισμένα με δάκρυα που κάποιοι δεν ήθελαν να ξεχάσουν. Όταν είσαι νέος σκέφτεσαι με γνώμονα την ζωή. Σαν γεράσεις έχεις και την οπτική του θανάτου. Παλιότερα θα πήγαινα με εκατό είκοσι χιλιόμετρα μέση ταχύτητα. Θα έφτανα σε δώδεκα λεπτά στην δουλεία και κάθε μέρα θα προσπαθούσα να σπάσω το ρεκόρ. Τώρα κάνω δεκαπέντε λεπτά με είκοσι λεπτά εάν δεν υπάρχει ατύχημα και το μόνο ρεκόρ που με ενδιαφέρει είναι άμεσα συνδεδεμένο με το πορτοφόλι μου. Τα δάνεια σου ρίχνουν την όρεξη για τέτοιου είδους σπορ όσο και οι φωνές των μικρών στις πίσω θέσεις.
Δεν ξέρω πως έχω ξυριστεί. Όλα έγιναν αυτόματα. Άρχισαν να ξυπνούν και τα παιδιά. Το πρωινό ήταν έτοιμο. Το ψωμί της γυναικάς μου ήταν τέλειο. Φτιάχνουμε ψωμί μονοί μας γιατί του εμπορίου μούχλιαζε πριν προλάβουμε να το φάμε. Ανακαλύψαμε ότι έχουμε και καλύτερη γεύση. Σε αυτό την προλάβαμε την κρίση. Αποχαιρετώ και φεύγω. Ακολουθώ ότι οδηγία έχω προσλάβει τελευταία για να μην καταναλώνω πολύ βενζίνη. Η τιμή της είναι τέτοια που σκέφτομαι να βάζω αναψυκτικό στο αυτοκίνητο. Κοστίζει φθηνότερα το λίτρο. Αυτοκίνητο με μπουρμπουλήθρες, γκαζιά και ρέψιμο. Βγαίνω στον κεντρικό δρόμο. Πρώτη διασταύρωση μια παλιά γνώριμη. Μου φαίνεται απίστευτο ότι δεν λοξοδρόμησα προς αυτή την έξοδο ούτε μια φόρα από την μέρα που άλλαξα δουλεία, ενώ πρωτύτερα και για δεκατρία χρονιά ήταν μια καθημερινή συνήθεια. Συνεχίζω όσο πιο ήρεμα γίνεται. Ο ρυθμός της μεσαίας λωρίδας του περιφερειακού προδίδει την οικονομική κατάσταση της χωράς. Αρχή του μήνα με βενζίνη ενάμιση ευρώ και κάτι, μέση ταχύτητα ογδόντα χιλιόμετρα. Τέλος του μήνα με τιμή λίτρου ένα ευρώ εξήντα λεπτά και βάλε, πτώση της μέσης ταχύτητας στα εβδομήντα χιλιόμετρα.
Στο ραδιόφωνο ακούω το κανάλι για την κίνηση. Ο περιφερειακός είναι ασυντήρητος και με την πρωινή γλίτσα γίνονται σωρεία ατυχημάτων. Ποιος να αλλάζει λάστιχα τώρα. Αμορτισέρ, άφησε το καλυτέρα, μην σκέφτεσαι το ανέφιχτο. Τι θα φανέ στο σπίτι; τα λαδιά από τα παλιά. Όλοι κινούνται σαν υπνωτισμένοι. Εξελίσσονται τα πάντα σαν ριπλέι ποδοσφαιρικού αγώνα. Που είναι τα νευρά τα παλιά. Με εκατό χιλιόμετρα νιώθεις Λαούντα. Θυμάμαι τις παιδικές εκδρομές που γυρίζαμε από Χαλκιδική. Ο τοπικός Λαούντα ήταν πάντα εκεί. Στενός δρόμος μόνης λωρίδας ανά κατεύθυνση, να σερνόμαστε σε ατέλειωτα μποτιλιαρίσματα. Ο γρήγορος και ανυπόμονος έκανε πάντα την εμφάνιση του στην απέναντι λωρίδα να προσπερνά χωρίς αύριο. Δρόμος πνιγμένος στα εκκλησάκια. Ξεκλησσακια τα λέγαμε με τον αδελφό μου. Το μόνο που δήλωναν ήταν ότι κάποιος ξεκληρίστηκε. Η μητέρα μου απέδιδε στην παρουσία τους τη μορφή προειδοποίησης για να μην πάθει άλλος τα ίδια. Μόνο η γιαγιά ήξερε ότι ήταν ποτισμένα με δάκρυα που κάποιοι δεν ήθελαν να ξεχάσουν. Όταν είσαι νέος σκέφτεσαι με γνώμονα την ζωή. Σαν γεράσεις έχεις και την οπτική του θανάτου. Παλιότερα θα πήγαινα με εκατό είκοσι χιλιόμετρα μέση ταχύτητα. Θα έφτανα σε δώδεκα λεπτά στην δουλεία και κάθε μέρα θα προσπαθούσα να σπάσω το ρεκόρ. Τώρα κάνω δεκαπέντε λεπτά με είκοσι λεπτά εάν δεν υπάρχει ατύχημα και το μόνο ρεκόρ που με ενδιαφέρει είναι άμεσα συνδεδεμένο με το πορτοφόλι μου. Τα δάνεια σου ρίχνουν την όρεξη για τέτοιου είδους σπορ όσο και οι φωνές των μικρών στις πίσω θέσεις.
Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011
Αφρική
Μέχρι στιγμής έχουν ξεσηκωθεί τα αραβικά κράτη της Μεσόγειου. Εάν το κύμα της επανάστασης περάσει την διώρυγα του Σουέζ; Τι θα κάνει η δύση; Η τιμή των καύσιμων θα ανέβει και πόσο; Το αντέχει η διεθνή οικονομία; Η ελληνική δεν το αντέχει σίγουρα. Θα σταματήσουμε τον εκδημοκρατισμό της περιοχής για να διασωθούμε εμείς; Η γνώμη του λάου, το δικαίωμα του στην επιλογή; Τα συντάγματα της Δύσης, τα πιστεύω της;
Η απαγκίστρωση της Δύσης από το πετρέλαιο θα έχει μακροπρόθεσμα πολιτικά αποτελέσματα που θα την ευνοήσουν καθότι δεν θα είναι η ιδία ούτε θα χρησιμοποιεί αλλά κράτη ως υποχείρια. Θα μπορεί να ξαναπροβάλλει ένα ιδεολογικά αρεστό πρόσωπο που θα μπορεί να έχει κάποια αντιστοίχηση με τις πράξεις της, αντίθετα από ότι συμβαίνει ως σήμερα. Κατά τα αυτό τον τρόπο θα μπορέσει να άρει την καχυποψία που διέπει τις συνεργασίες της με τα κράτη του τρίτου κόσμου λόγω του αποικιοκρατικού της παρελθόντος.
Οι χώρες της Αφρικής είναι το επόμενο πεδίο που θα γίνονται οι συγκρούσεις και οι καταχρήσεις εξουσίας παγκοσμίως. Σκεφτείτε μόνο από πόσο χαμηλά ξεκινούν και πόσο δρόμο έχουν να διανύσουν. Τις υποεκμεταλλευόμενες πρώτες ύλες. Ο κόσμος θα ξαναγυρίσει από εκεί που ξεκίνησε για να την ξεζουμίσει. Μόνο που η Δύση θα έχει ανταγωνισμό από Κινά, Ρωσία, Ινδία, Λατινική Αμερική. Πεδίο μάχης κανονικό. Η Ελλάδα είναι η μόνη Δυτική χώρα που δεν έδρασε αποικιοκρατικά, τουλάχιστον από τον Μέγα Αλέξανδρο και έπειτα, σε αυτή την ήπειρο. Λόγω γειτνίασης θα πρέπει να διαμορφώσει μια πολιτική προσέγγισης με αυτά τα κράτη και συνεργασίας. Να δει ποια φέτα αναγκών μπορεί να καλύψει, να ανοίξει τα πανεπιστήμια της και τα λιμάνια της, να στείλει τουρισμό, να στείλει τρόφιμα, να βοηθήσει σε υποδομές. Με σχέδιο, όμως, όχι από απλό ανθρωπισμό, διαφορετικά άλλος θα σπέρνει και άλλος θα τρώει τον καρπό. Δεν χρειάζεται να διαγκωνιστεί με τα αλλά κράτη. Μια φέτα από μια ήπειρο έχουμε να διεκδικήσουμε σε μια κούρσα που έχει λίγα χρόνια που ξεκίνησε.
Η απαγκίστρωση της Δύσης από το πετρέλαιο θα έχει μακροπρόθεσμα πολιτικά αποτελέσματα που θα την ευνοήσουν καθότι δεν θα είναι η ιδία ούτε θα χρησιμοποιεί αλλά κράτη ως υποχείρια. Θα μπορεί να ξαναπροβάλλει ένα ιδεολογικά αρεστό πρόσωπο που θα μπορεί να έχει κάποια αντιστοίχηση με τις πράξεις της, αντίθετα από ότι συμβαίνει ως σήμερα. Κατά τα αυτό τον τρόπο θα μπορέσει να άρει την καχυποψία που διέπει τις συνεργασίες της με τα κράτη του τρίτου κόσμου λόγω του αποικιοκρατικού της παρελθόντος.
Οι χώρες της Αφρικής είναι το επόμενο πεδίο που θα γίνονται οι συγκρούσεις και οι καταχρήσεις εξουσίας παγκοσμίως. Σκεφτείτε μόνο από πόσο χαμηλά ξεκινούν και πόσο δρόμο έχουν να διανύσουν. Τις υποεκμεταλλευόμενες πρώτες ύλες. Ο κόσμος θα ξαναγυρίσει από εκεί που ξεκίνησε για να την ξεζουμίσει. Μόνο που η Δύση θα έχει ανταγωνισμό από Κινά, Ρωσία, Ινδία, Λατινική Αμερική. Πεδίο μάχης κανονικό. Η Ελλάδα είναι η μόνη Δυτική χώρα που δεν έδρασε αποικιοκρατικά, τουλάχιστον από τον Μέγα Αλέξανδρο και έπειτα, σε αυτή την ήπειρο. Λόγω γειτνίασης θα πρέπει να διαμορφώσει μια πολιτική προσέγγισης με αυτά τα κράτη και συνεργασίας. Να δει ποια φέτα αναγκών μπορεί να καλύψει, να ανοίξει τα πανεπιστήμια της και τα λιμάνια της, να στείλει τουρισμό, να στείλει τρόφιμα, να βοηθήσει σε υποδομές. Με σχέδιο, όμως, όχι από απλό ανθρωπισμό, διαφορετικά άλλος θα σπέρνει και άλλος θα τρώει τον καρπό. Δεν χρειάζεται να διαγκωνιστεί με τα αλλά κράτη. Μια φέτα από μια ήπειρο έχουμε να διεκδικήσουμε σε μια κούρσα που έχει λίγα χρόνια που ξεκίνησε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)