Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Τι έμαθα από την κρίση

Δεν υπήρχε τίποτε δωρεάν. Δηλαδή δεν είχα δωρεάν παιδεία ή δωρεάν υγεία. Απλώς εγώ που πλήρωνα φόρους, κρατήσεις και τα συναφή είχα προπληρωμένη παιδεία, υγεία και ου το καθεξής. Αυτοί που φοροδιαφεύγουν είχαν δωρεάν, καθώς και όσοι παρεισφρήσανε στο σύστημα άνευ καταβολής οβόλου. Εάν έκανα χρήση των υπηρεσιών αυτών ή εάν ήταν ικανοποιητικές το αφήνουμε για άλλη φορά.
Κανένα σωματείο δεν απεργεί για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, νέες επενδύσεις, νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Απεργούν για να μείνουν όλα όπως ήταν. Γιατί εγώ να συμπράξω μαζί τους, για να συνεχίσουν να με αφαιμάσσουν;
Εάν επισκεφτείς ένα πάμπτωχο σπίτι θα έχεις απαίτηση να φας αστακό; Πως οι συνταξιούχοι και οι δημόσιοι υπάλληλοι επιθυμούν να βρουν στο τραπέζι το ίδιο φιλέτο; Γίνεται να μείνουν όλοι τους στην κιβωτό του δημόσιου απαιτώντας την ιδία μερίδα φαγητό; Η μοιρασιά της πείνας γίνεται, δυστυχώς, με πείνα. Όσο και να θες να δεις το ποτήρι μισογεμάτο η κοιλιά σου θα γουργουρίσει.
Εάν ο σκύλος για τους δικούς του λογούς, συνήθως αναπαραγωγικούς (προκειμένου να μην παρεξηγηθεί η παρομοίωση δείτε το ως βιοποριστικούς ή / και ψυχαγωγικούς), αφήσει αφύλακτο το μαντρί φταίει ο κακός ο λύκος που δεν θα μείνει πρόβατο; Γιατί ταΐζει ο τσοπάνος τον σκύλο, για τα κουτάβια; Έφταιγε ο ιδιωτικός τομέας που ήταν αφύλακτο κάστρο το δημόσιο; Φταίνε οι φοροφυγάδες που υπάρχουν επίορκοι δημόσιοι υπάλληλοι; Μην αρχίσουμε το φαύλο κύκλο με τις τριγωνικές επιρρίψεις ευθυνών τύπου πόρνη – πελάτης – προαγωγός που αλλάζουν ρόλους συνεχώς τα εμπλεκόμενα πρόσωπα μεταξύ τους. Ο δυνατός φταίει, δηλαδή το δημόσιο. Αυτοκαταστήθηκε αδύναμο.
Η δημόσια διοίκηση δεν ξέρει να ξεχωρίζει ποιότητες. Θέτει αριθμητικά κριτήρια. Απέλυσε ποτέ κανείς στον ιδιωτικό τομέα με παρόμοιο κριτήρια; Εάν δεν κανείς την δουλειά φεύγεις, εάν κανείς μένεις. Αυτό είναι το πρωταρχικό κριτήριο. Για πια αδικία μιλάμε; Αυτός που βάζει τα λεφτά, αυτός έχει το ρίσκο, αυτός και το κέρδος. Είναι δυνατό να βάζω τους πάντες στο ίδιο επίπεδο και να τσεκουρώνω αδιάκριτα; Τι βλακείες είναι η εφεδρεία και τα συναφή της θα φανεί τάχιστα. Άτομα που στέλνονται αδιακρίτως στον πάγκο περιμένοντας απόλυση ή στα χειμαζόμενα ασφαλιστικά ταμεία, ενώ μέχρι πρότινος επιχειρήθηκε να μείνουν ενεργοί εργαζόμενοι.
Υπάρχει κοινωνική υποκρισία σχετικά με τις αμοιβές στο δημόσιο. Γίνεται να υπάρχει πλαφόν στις αμοιβές των ανώτατων δημοσίων υπάλληλων; Κατά την γνώμη μου όχι. Δεν βάζεις κάποιον να διαχειρίζεται δις πληρώνοντας τον με μονοψήφιες χιλιάδες. Εκτός του ότι δεν θα λάβεις την απαιτουμένη ποιότητα σε πρώτη παρουσία (πρόσληψη) και η συνεχεία θα είναι καταδικασμένα ανάλογη.
Όλα τα εισπρακτικά μετρά που πάρθηκαν τα τελευταία τρία χρόνια είχαν μονό χαρακτήρα να αναχαιτίσουν την στατιστική εικόνα της χώρας. Κανένα από αυτά δεν απελευθέρωσε ούτε μια δημιουργική δύναμη της, τουναντίον κατέστησαν ανέφικτη ακόμη και την ελπίδα ανάδειξη της. Μπορεί να μου διαφεύγει κάτι, αλλά νομίζω ότι έχουμε καπιταλιστές με σοσιαλιστικό μανδύα που εφαρμόζουν μια διεστραμμένη κουμμουνιστική φαντασίωση. Απορρόφησαν όλο το χρήμα με μια μαύρη τρύπα και κοινωνικοποίησαν το δημόσιο πλούτο, ήτοι την πλήρη έλλειψη αυτού.
Είτε πτωχεύσει η χώρα είτε δεν πτωχεύσει το κόστος θα το πληρώσω εγώ. Πτωχεύει; Αποχαιρετώ κάποιες από τις τράπεζες μας, είτε γιατί θα φαλιρίσουν είτε γιατί θα εξαγοραστούν από το δημόσιο. Το ίδιο και με τις ασφαλιστικές εταιρείες. Για τα ταμεία πρόνοιας τα ξεχνάμε. Ραντεβού το Σεπτέμβρη με τις νέες ταινίες. Το κράτος αφού καταστεί φερέγγυο (πάλε με ποτέ με καιρούς) θα ξαναδανειστεί για να περισώσει ότι διασώζεται. Ο λογαριασμός στο πιάτο μου. Δεν πτωχεύει; Η φορολογική μέγγενη θα γίνει περισσότερο ασφυκτική μέχρι να βρεθεί το θάρρος να ανατραπούν νοοτροπίες και ιδεολογήματα στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα που καθιστούν την χώρα ανίκανη να παράγει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και να τους εφαρμόζει. Στο εννεάμηνο του 2011 η χώρα έχει έλλειμμα (δηλαδή από μηδέν χρέος τη πρωτοχρονιά του 2011 έως 30/9/2011) 19,163 δις. Για να ισοσκελιστεί θα έπρεπε να δώσει κάθε Έλληνας (ακόμη και μη φορολογούμενος) 1.916,30€. Εφόσον έχω 4μελη οικογένεια θα έπρεπε να δώσουμε έκτακτη εισφορά 7.665,20€. Χρειάζεται να προσθέσω κάτι άλλο…
Εάν περίκοψες τους μισθούς των υπάλληλων πως θα έχεις φορολογικά έσοδα με τα σημερινά δεδομένα; Τι πόσο θα αντιστοιχεί σε κάθε ενεργό εργαζόμενο; Δεν εννοούμαι φυσικά αυτούς των εκ περιτροπής, μειωμένου οραρίου, κλπ. που απλώς αμβλυνουν την στατιστική της ανεργίας. Τους υπάλληλους πλήρους απασχόλησης θεωρούμε ως φορολογικούς στυλοβάτες αυτής της χώρας. Να βάλω τα δίπλα να τελειώνουμε. Συνταξιούχοι και πλήρους απασχόληση, χοντρικά, 15.000,00€ το κεφάλι. Συγγνώμη δεν προβλέψαμε ότι έχετε ανάγκες. Η χώρα, όμως θα σωθεί. Σας ευχαριστούμε.

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

Το Μηλοχώρι και το Αγγελοχώρι

Σε μια πράσινη πλαγιά οπού οι λόφοι έσβηναν στην θάλασσα φώλιαζε ανάμεσα τους το Μηλοχώρι. Πίσω από τους λόφους ήταν τα χωράφια του, στα ανατολικά του κάμπου η βιομηχανική του ζώνη, στην δυτική πλευρά οι στάβλοι. Στην παράλια δεξιά κοιτώντας την θάλασσα ήταν η ιχθυόσκαλα και αριστερά ήταν τα κέντρα διασκέδασης, οι χώροι άθλησης και η παράλια των λουόμενων. Υπήρχε και βιολογικός καθαρισμός λίγο πέρα από την ιχθυόσκαλα που την εξυπηρετούσε, καθώς και το χωριό με τη βιομηχανική της παράγωγη. Η φύση το είχε προικίσει με καλό κλίμα και είχε μακριά γεωργική παράδοση.
Μέχρι πρόσφατα δεν διακινούταν χρήματα στο Μηλοχώρι. Οι κάτοικοι είχαν την δίκη τους αποτίμηση των αγαθών και τα άλλαζαν μεταξύ τους αντί αμοιβής. Την άνοιξη μπορούσες να πληρώσεις με ένα κιλό φράουλες τον υδραυλικό, ενώ το χειμώνα με δυο κιλά μήλα. Με παγιωμένες από την παράδοση αμοιβές και βάσει των εκαστοτε αναγκών επέλεγε κανείς το επάγγελμα του. Δεν υπήρχε ραγδαία ανάπτυξη, αλλά δεν είχε ποτέ σημειωθεί και καταρράκωση του βιοτικού επίπεδου. Μια μέρα ο τυπογράφος του χωριού απεβίωσε και δημιουργήθηκε πρόβλημα, καθότι δεν είχε απογόνους και κανείς Μηλοχώριτης δεν γνώριζε την τέχνη του. Ο Δήμαρχος κάλεσε το συμβούλιο και αποφάσισαν να προσκαλέσουν κάποιον άλλο από την πόλη που σίγουρα θα της περίσσευαν.
Αφού επιλέχτηκε ο κατάλληλος, ενημερώθηκε για την ιδιαιτερότητα του χωριού έναντι της υπόλοιπης χώρας. Ο νέος τυπογράφος είδε μπροστά του πεδίον δόξης λαμπρόν. Τα μάτια του άστραψαν και σκοπός του ήταν να μεταλαμπαδεύσει την συσσωρευμένη γνώση του στο Μηλοχώρι προς ίδιον όφελος. Πριν εγκαταλείψει την πόλη αγόρασε νέο αυτοκίνητο με πολυτελή δερμάτινα καθίσματα, γυαλιστερά φιλέτα νίκελ περιμετρικά των παραθύρων και στις χειρολαβές, ζάντες δίχρωμες γκρι – ασήμι, φαρδιά λάστιχα, τετραπλή εξάτμιση, οκτακύλινδρο μοτέρ, άφθονα βαθιά ντεσιμπέλ, μεγάλο μήκος, μεγάλο φάρδος, σκούρα φάμε τζάμια. Έραψε ρούχα στους καλυτέρους των μόδιστρων για όλη την οικογένεια. Παρήγγειλε έπιπλα εισαγωγής από μασίφ ξύλα. Έφτασε πρώτα αυτός στο Μηλοχώρι με το αυτοκίνητο του και η εντύπωση που δημιούργησε στους συγχωριανούς του, πλέον, ήταν αντίστοιχα μεγαλόπρεπη με το όχημα του. Έπειτα από μια εβδομάδα, αφού επέλεξε σπίτι, ήρθαν τα φορτηγά με τα πράγματα του και αμέσως μετά και η υπόλοιπη οικογένεια.
Ήταν οι πιο καλοντυμένοι στο Μηλοχώρι και όλοι ήθελαν να τους γνωρίσουν. Οι γυναίκες ήθελαν να μοιάσουν στην νέα κυρία, τα παιδιά τους στα παιδιά της, τα σπίτια τους στο σπίτι της, τα αυτοκίνητα τους στο δικό της. Αφού εκτυπώθηκαν τα βιβλία για το σχολείο και τα φυλλάδια της εκκλησιάς και του δημαρχείου ο τυπογράφος αντί αμοιβής πρότεινε στο δήμαρχο την υιοθέτηση τοπικού νομίσματος που θα εκτύπωνε αυτός, το οποίο θα είχε αντίκρισμα στις επιδοτήσεις του δήμου από την κεντρική εξουσία της χώρας που συσσωρευόταν στα ταμεία του δήμου τόσα χρόνια και τα αποταμίευαν. Θα ίδρυαν και μια τράπεζα καλώντας ένα γνωστό τραπεζίτη του τυπογράφου στο Μηλοχώρι. Ελέγχοντας το χρήμα θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την συνεχή επανεκλογή του δήμαρχου.
Ο τοπικός άρχοντας είδε με καλό μάτι την προοπτική αυτή και επηρέασε το δημοτικό συμβούλιο ώστε να αποφασιστεί η δημιουργία νομίσματος και τράπεζας στο χωριό τους. Ορίστηκε η αναλογία με τα αποθεματικά του δήμου και το νόμισμα της χώρας στο ένα προς ένα. Ο Τραπεζίτης μετά από λίγο καιρό ίδρυσε και το χρηματιστήριο του χωριού, ενώ ο τυπογράφος έγινε μεγαλοεκδότης, καναλάρχης και επεκτάθηκε και στις μεταφορές. Ασχολήθηκε με τις διαφημίσεις και προέβαλε ένα πολιτιστικό μοντέλο από τα μέσα του που σαν δούρειος ίππος προωθούσε την κατανάλωση προκειμένου να επωφεληθούν οι πελάτες του και αργότερα το κατέστησε εξαγώγιμο προϊόν. Μετέτρεψαν τις τιμές από είδος σε νομισματική αξία αυθαίρετα και άφησαν τις δυνάμεις της αγοράς να αποφασίσουν για την πορεία τους. Έτσι ο καθένας κρίνοντας εκ πεποιθήσεως απαιτούσε και περισσότερα. Οι τιμές σύντομα φούσκωσαν και τότε άρχισαν τα δάνεια προκειμένου να καλυφτούν οι ανάγκες των χωρικών. Η τηλεόραση τους μετέδωσε ένα τρόπο ζωής που δεν γνώριζαν, αλλά για ένα παράξενο προς αυτούς λόγο επιθυμούσαν και προκειμένου να τον αποκτήσουν κατέφυγαν σε μεγαλύτερο δανεισμό.
Ο δήμος προκειμένου να διατηρήσει την ισοτιμία στο ένα προς ένα με το νόμισμα της χώρας και να μην υπάρξει διαταραχή με την οικονομική του σχέση με αυτή, προεβει σε δανεισμό ώστε να συντηρήσει τα αποθεματικά του στο απαιτούμενο ύψος. Τα αποθηκευμένα αγαθά του Μηλοχωρίου ήταν επαρκή και καθότι σημειώθηκε αύξηση της ζήτησης αυτών στην υπόλοιπη χώρα παρατηρήθηκε αύξηση των οικονομικών δεικτών στο χωριό. Το χρηματιστήριο πηρέ φωτιά και οι νέοι του χωριού δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις δουλειές. Χτίστηκαν νέοι οικισμοί κοντά στην βιομηχανική ζώνη ώστε να έρθει νέο προσωπικό. Η αισιοδοξία ήταν διάχυτη και παρότι ο δήμος δεν μπορούσε να ανταποκριθεί με την ίδια ταχύτητα στις νέες απαιτήσεις υποδομών κανείς δεν ενδιαφερόταν για αυτό, παρά μόνο αφήναν τις εκκρεμότητες για το απώτερο μέλλον προκειμένου να επικεντρωθούν στο κερδοφόρο παρόν. Πίστευαν ότι αυτή η ευημερία θα διαρκέσει εις το διηνεκές και το χρήμα θα μπορέσει να λύσει ότι πρόβλημα προκύψει.
Στη τράπεζα παρουσιαζόταν συνεχώς νέα προϊόντα με τα πιο απίθανα σενάρια κέρδους. Ένα από τα πιο ευφάνταστα ανέφερε ότι εάν η ανακύκλωση λυμάτων ανά ώρα στον βιολογικό καθαρισμό αυξανόταν μεταξύ 8:00-16:00 κατά 5% και συγχρόνως η μετοχή της εταιρείας Ύδρευσης & Αποχέτευσης επιτύγχανε αύξηση 3%, εκτός της δεκαπενθήμερης περιόδου των σχολικών διακοπών των Χριστουγέννων και του Πάσχα, θα δινόταν στον επενδύτη κέρδος 2%. Μονό που η εν λόγω εταιρεία χρησιμοποιούσε το βραδινό τιμολόγιο και κατά την ημέρα αποστράγγιζε τα ύδατα και τα επεξεργαζόταν το βραδύ. Έτσι ενώ η μετοχή της είχε εκτοξευτεί στα ύψη, χάρη και στην ύπαρξη αυτού του επενδυτικού προγράμματος κανένας επενδυτής δεν αποκόμισε κέρδη γιατί δεν εκπληρώθηκε ποτέ το πρώτο μισό των προαπαιτούμενων προδιαγραφών της επένδυσης. Επίσης δινόταν αφειδώς στεγαστικά δάνεια στους εποίκους, χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις.
Έπειτα φτιαχτήκαν πακέτα που περιελάμβαναν τα επενδυτικά προγράμματα αυτά και τα δάνεια σε διάφορα ποσοστά συμμετοχής, και αλλά επ’ αυτών, ένα είδος πακέτο στο πακέτο. Το Μηλοχώρι έγινε ένα ατελείωτο χαρτοβασίλειο και σταμάτησε να κινείται οποιοδήποτε υλικό αγαθό και νόμισμα, παρά μονό πιστώσεις και χρεώσεις που πηγαινοερχόταν από χέρι σε χέρι μέσα στο χρηματιστήριο. Όλοι νόμιζαν ότι είχαν απεριόριστα χρήματα και δανειζόταν ασύστολα. Τα πάρτι, οι αγαθοεργίες, οι εκδρομές, τα εγκαίνια εμπορικών κέντρων, οι συνάψεις συνεργασιών ήταν στην καθημερινή βάση. Ο αντιδήμαρχος ζηλεύοντας την δόξα που απολάμβανε ο ανώτερος του αποφάσισε να διεκδικήσει το δημαρχικό θώκο και ασπαζόμενος ως πολιτικό σύνθημα την αυτονόμηση του Μηλοχωρίου από την υπόλοιπη χώρα εξασφάλισε την εύνοια του τραπεζίτη. Πίστευαν ότι η αναλογία ένα προς ένα ανάμεσα στο τοπικό νόμισμα και αυτό της χώρας τους έπεφτε στενή και ήθελαν να υπερτιμηθεί το δικό έναντι αυτού της χώρας, που κρατούσε κατά κάποιο τρόπο το Μηλοχώρι δέσμιο της. Ο τραπεζίτης έλπιζε έτσι να αποπληρώσει τα υποτιμημένα πλέον δάνεια που είχε λάβει και μετά να ανοίξει την επιχείρηση του και στο εξωτερικό. Ο πρώην τυπογράφος και νυν καναλάρχης κατάλαβε προς τα πού κινούταν ο ανταγωνισμός και για να μην μείνει από έξω προσεταιρίστηκε την ιδέα τους θέτοντας τα μέσα εν-ημέρωσης στον κοινό σκοπό.
Μια μέρα μετά από την δημόσια εμφάνιση της πρότασης τους το κράτος έστειλε τελεσίγραφο στον δήμο ότι απαιτούσε τα χρήματα που του είχε δανείσει προκειμένου να μπορέσει αυτός να ανεξαρτητοποιηθεί. Ο δήμαρχος παρασυρμένος από την γενικευμένη ευμάρεια είχε προσεταιριστεί μέρος της αντίπαλης ιδεολογίας και αποφάσισε να στείλει πίσω τα χρήματα που είχε δανειστεί, εμμένοντας στον στόχο της αυτονόμησης. Απέσυρε τα λεφτά αυτά από την τράπεζα και κατάφερε να σβήσει το πόσο που αφορούσε το κεφάλαιο. Δυστυχώς όμως παρέμεναν οι τόκοι. Η τράπεζα υπέστη σοκ και έμεινε χωρίς επαρκή αποθεματικά. Από την στιγμή που κάποιοι εκ των επιφανέστερων οικονομικά πελατών της απέσυραν και αυτοί με την σειρά τους τα λεφτά τους προκειμένου να τα καταθέσουν σε τράπεζα της υπόλοιπης χώρας, έμεινε περαιτέρω εκτεθειμένη σε μια πρωτοφανή εισροή αιτήσεων ρευστοποίησης των μετοχών της και των επενδυτικών της προγραμμάτων. Το χαρτοβασίλειο του Μηλοχωρίου κατέρρευσε σε λίγες μέρες και η τράπεζα μετά από βιαία επεισόδια που σημειωθήκαν στον περίγυρο της ανέστειλε την λειτουργία της.
Άλλες τράπεζες συνδεδεμένες μαζί της έστελναν τελεσίγραφα αποπληρωμής τους και καθότι η κεντρική κυβέρνηση της χώρας ήθελε να παραδειγματίσει τους πάντες, την άφησε να χρεοκοπήσει. Οι κάτοικοι του Μηλοχωρίου προσπάθησαν να κατανοήσουν τα μελλούμενα, αλλά οι δημεύσεις περιουσιών, οι δημοπρασίες, η μετανάστευση, η ερήμωση των νεόκτιστων περιοχών, τα βιομηχανικά κουφάρια ήταν το παρόν τους. Με αποτέλεσμα την κοινωνική αναταραχή και τις συγκρούσεις. Η ερήμωση που είχε επέλθει στην επαρχία από την εγκατάλειψη των παραδοσιακών επαγγελμάτων σε ολιγοπώλια έπνιξε κάθε ελπίδα ορθοπόδησης. Οι μισθοί εξανεμίστηκαν και η εγκληματικότητα έσπασε κάθε ρεκόρ. Η κρίση εξαπλώθηκε σαν τα κύματα στην λίμνη. Αφού έσκασε το βότσαλο η χώρα σαρώθηκε από απελπισμένες κινήσεις δύσπιστων επενδυτών οι οποίοι παρέσερναν σαν χιονοστιβάδα ο ένας τον άλλο σε αναλήψεις και ρευστοποιήσεις. Η κεντρική τράπεζα της χώρας για να σταματήσει τον κατήφορο προσπάθησε να εμφυσήσει εκ νέου εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας και εξαγόρασε τις προβληματικές τράπεζες, ωσότου αυτές ορθοποδήσουν, με σκοπό να τις πουλήσει όταν εξυγιανθούν, προκειμένου να επαναεισπράξει την αρχική της τοποθέτηση ή και να κερδίσει επ’ αυτής.
Τα απόνερα έμοιαζε να κοπάζουν και σε μια άλλη χώρα μακριά από το Μηλοχώρι υπήρχε ένα μικρό χωριό με ανυπότακτους κατοίκους, πάντα έτοιμους για καυγά, οι οποίοι συνέχιζαν μια μακρόχρονη πολιτική παράδοση, δηλαδή την ατέρμονη διύλιση του κώνωπα, προκειμένου να μην διαταραχτεί η ισορροπία της εξουσίας. Όλα τα είχαν υπό την επίβλεψη τους οικογενειακές κάστες και όσοι ήταν έξω από αυτές είτε προσέτρεχαν μέσω γνωριμιών να επωφεληθούν είτε δεν είχαν στον ήλιο μοίρα και συνεχώς τους απομυζούσαν.
Στο Αγγελοχώρι οι προύχοντες έστηναν συνεχώς γιορτές και σαν τον τζίτζικα κοιτούσαν τα μυρμήγκια να δουλεύουν. Τους καλοθελητές τους βόλευαν κοντά τους και τους υπόλοιπους απλώς τους καθιστούσαν ανώδυνους. Η παράγωγη αυτής της χώρας ήταν μηδαμινή και η κοινωνική της ηρεμία βασιζόταν σε δημόσιο δανεισμό και αντίστοιχες δαπάνες. Είχε σχηματίσει συν το χρόνο ένας ιστός αλληλοσυγκαλυμμένων ενοχών και κανείς δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να σπάσει τα δεσμά του φοβούμενος το άλμα στο κενό. Οι Αγγελοχώριτες μάλωναν συνεχώς μεταξύ τους για τα πιο μικρά πράγματα, μα ποτέ δεν άγγιζαν τα μεγάλα. Είχαν βάλει την πίτα με τα δανεικά στη μέση και τσιμπούσαν ο καθένας ότι μπορούσε και ότι προλάβαινε. Έχοντας μακρόχρονη ιστορία πίσω τους ένιωθαν ότι είχαν εξασφαλισμένη την μακροζωία και ότι θα μπορούσαν να συνεχίσουν εις το διηνεκές να διάγουν το βίο τους ανενόχλητοι από τους υπόλοιπους λιγότερο προικισμένους όσο αναφορά την πολιτιστική κληρονομία.
Το Αγγελοχώρι πριν από μερικά χρόνια είχε συνασπίσει με αρκετά αλλά γειτνιάζοντα χώρια μια οικονομική ένωση. Μέτα από διάφορα χρόνια που οι οικισμοί αυτοί μάλωναν μεταξύ τους για τα χωράφια και για τα ποταμιά με τις θάλασσες χρησιμοποιώντας σαν πρόφαση τα πιστεύω τους, αποφάσισαν ότι μαζί ήταν ισχυρότεροι. Δυστυχώς είχαν κουβαλήσει και κάποιες από τις βαθιά ριζωμένες στερεοτυπικές αντιλήψεις τους και για να ανταπεξέλθουν αυτών των αγκυλώσεων έφτιαξαν ένα γραφειοκρατικό μεγαθήριο που φαινομενικά θα έλεγχε κεντρικά τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των χωριών μεταξύ τους και προς και από την ένωση. Όρισαν κοινό νόμισμα και έθεσαν κανόνες. Το χρήμα έτρεξε άφθονο και στο Αγγελοχώρι βρεθήκαν με μια δύναμη πρωτόγνωρη στα χέρια. Αντί να συμμαζέψουν τα προηγούμενα λάθη και να κοιτάξουν μπροστά, σαν καλή νοικοκυρά, σήκωσαν το χαλί και έβαλαν τα σκουπίδια από κάτω. Κάθισαν πάνω στο βουνό που αυτά είχαν σχηματίσει και ονειρευόταν ότι ήταν στο μαγικό χαλί και πετούσαν.
Χαρές και εδώ το χρηματιστήριο. Μια το Μηλοχώρι, δυο εμείς, τρεις το Μηλοχώρι, τέσσερις εμείς. Χαρά στην χαρά, χέρι με χέρι, μαζί στην άνοδο μαζί στην κατηφόρα. Όταν αυτοί που έδιναν τα χρήματα της χαράς ζήτησαν το λογαριασμό ανακάλυψαν ότι καμία τράπεζα της ένωσης δεν ήταν φερέγγυα, αλλά δεν μπορούσαν να ξεδοντιαστούν από μονοί τους, οι πιστωτές και οι τράπεζες ήταν κολλητοί. Ζήτησαν λοιπόν τα λεφτά από τα χωριά. Αυτά που δεν χρωστούσαν πέρασαν σε άμυνα και άφησαν τα οικονομικώς αφελή εκτεθειμένα. Επί της ουσίας η ένωση ήταν πιο χαλαρή από όσο τα χρεωμένα χωριά επιθυμούσαν. Τα χρέη ήταν ασύνδετα μεταξύ τους και οι λογαριασμοί έφτασαν μεμονωμένα στον καθένα. Το Αγγελοχώρι ήταν στη δυστυχέστερη κατάσταση και έτσι βγήκε πρώτο μπροστά και παραδόθηκε εις βορά της χλεύης των γειτόνων του. Σαν τα μικρά παιδιά που έχουν πάρει όλα μέρος στην ζαβολιά αλλά ξεμπροστιάζουν τον μικρότερο ή τον ασθενέστερο ή τον αφελέστερο. Το Αγγελοχώρι είχε και τους τρεις χαρακτηρισμούς. Ανήμπορο να αντιδράσει παραδόθηκε αμάχητη στη μοίρα που οι υπόλοιποι του ετοίμασαν.
Σαν πειραματόζωο κάθισε υπάκουα και φοβισμένα να υποστεί την γιατρειά του. Ήρθαν από όλα τα μέρη του κόσμου να συνδράμουν με τις γνώσεις τους χειροπρακτικοί, φυσιοδίφες, αλχημιστές, μαμές, νοσοκόμες, ιατροί και ψυχίατροι. Δέκα διαφορετικές φόρμουλες ανάπτυξαν και κράτησαν μονό αυτές που δεν θα είχαν παρενεργείας και στα υπόλοιπα χωριά και κράτη. Η ασθένεια όμως δεν ήταν περιορισμένη στο Αγγελοχώρι, δεν ήταν ένα απλό κρυολόγημα, ήταν ένας ιός σαρωτικός. Το Αγγελοχώρι είχε κολλήσει τελευταίο, αποφάσισαν να το θεραπευόσουν πρώτο. Επειδή, όμως ήταν και το μικρότερο, δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι εάν η θεραπεία αποτύχει σε αυτό δεν θα μπορέσουν θεραπευτούν ποτέ οι μεγάλοι και άρχισαν να τρέμουν από το κακό που μας βρήκε όλους. Έτσι το Αγγελοχώρι έγινε το παγκόσμιο στοίχημα.
Το σώμα του αποδείχτηκε αδύναμο. Είχε μια μυϊκή ατονία από το παρατεταμένο καθισιό που έκανε το σαλιγκάρι να μοιάζει με δεκαθλητή. Είχε την δύναμη μιας μύγας και προσπαθούσε να σηκώσει ένα βουνό. Τα εγκεφαλικά του κύτταρα είχαν ατροφήσει από τη χρόνια αναβλητικότητα και τα αντανακλαστικά του ήταν ένα βήμα πριν την ακινησία. Το ανοσοποιητικό του σύστημα παραδομένο στην διαφθορά δεν μπορούσε να αντιδράσει σε καμία κακόβουλη εισβολή. Αντιθέτως στράφηκε κατά του ιδίου του εαυτού και παραδομένο στις τύψεις για το ανέμελο παρελθόν του άρχισε να κατασπαράζει τις σάρκες του. Τα υπόλοιπα χωριά ένιωσαν μια κάποια συμπόνια για το άδοξο τέλος του τρελού του χωριού. Μέτα από ένα κακόγουστο αστείο που κράτησε περισσότερο από όσο έπρεπε οι συγχωριανοί ανακάλυψαν ότι ασθενούσαν και αυτοί και ότι έπρεπε να δοθεί ολική γιατρειά. Το Αγγελοχώρι είχε πιει το πιο πικρό ποτήρι, ημίτρελο και σχεδόν απόβλητο από την ένωση έμεινε μαζί της μέχρι τα βαθιά γεράματα. Για μερικούς ποτέ δεν ανέκαμψε, για άλλους επανήλθε υγιέστερο και δυνατότερο. Το μονό όμως που έχει σημασία είναι τι εστί Αγγελοχώρι για τους δικούς του ανθρώπους και αυτό ακόμη δεν μας το έχουν πει.

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Διαζύγιο

Κατέβαινε στο κέντρο με το λεωφορείο. Πριν από μερικά χρόνια θα είχε πάρει το αυτοκίνητο. Κάποτε το έβαζε σε παρκινγκ. Αργότερα το άφηνε έξω. Πρόσεχε να είναι απόμερα. Εάν κάποιο αυτοκίνητο είχε κλίση κάτω από τον υαλοκαθαριστήρα την έπαιρνε και την έβαζε στο δικό του. Επιστρέφοντας την επανατοποθετούσε στον πρότερο παραβάτη, εφόσον ήταν ακόμη εκεί, διαφορετικά την πετούσε. Τώρα το αμάξι του το είχε κατασχέσει η τράπεζα. Ευτυχώς δεν είχε πολλές δόσεις υπόλοιπο και βρήκε ένα ξαδέρφη του να το αγοράσει στον πλειστηριασμό ώστε να μην χρεωστάει κάποιο υπόλοιπο. Σε λίγο θα έφτανε στο γραφείο του δικηγόρου. Η γυναικά του δεν ήταν εκεί. Ο πεθερός του είχε πληρώσει για να βγει το διαζύγιο και είχαν κοινό δικηγόρο. Περίμενε στωικά να λάβει τέλος και αυτή η διαδικασία.
Χτύπησε το κινητό του που το είχε μετατρέψει σε καρτοτηλέφωνο. Είχε τέσσερις μήνες να βάλει κάρτα. Ήταν από άλλη τράπεζα και τον έπαιρναν για μια επιταγή που είχε σφραγιστεί. Έπρεπε να τελειώσει όλες τις εκκρεμότητες σήμερα που δεν είχε δουλειά. Τους είπε ότι θα περνούσε από το υποκατάστημα να βάλει τα χρήματα μέχρι το μεσημέρι. Δούλεψε μια εβδομάδα στην κρεαταγορά στις γιορτές και είχε το αναγκαίο υπόλοιπο. Με αυτό τον τρόπο θα έκλεινε το παρελθόν με το κατάστημα ψιλικών που διατηρούσε σαν δεύτερη δουλειά, όταν είχε πρώτη. Το πρωί η γυναίκα του και από το απόγευμα αυτός και έπειτα μόνο αυτός. Είχαν πουλήσει κοψοχρονιά ένα οικόπεδο που τους είχε αφήσει η μάνα του στο χωρίο για να κλείσουν με τους προμηθευτές και τα δημόσιο. Τέλειωσε κατά το μεσημέρι και καθώς προλάβαινε την τράπεζα πετάχτηκε από τον ΟΑΕΔ. Η ουρά τον τρόμαξε και έφυγε.
Έμενε στο πατρικό του με την μητέρα του. Κοιμόταν ξανά στο δωμάτιο του, που είχε μείνει απαράλλακτο από τα εφηβικά του χρόνια. Ακόμη και τα σεντόνια ήταν τα ιδία. Αναρωτιόταν πως γίνεται όταν ήταν φοιτητής τα χρήματα να του φτάνουν και όταν δούλευε να μην περισσεύει σάλιο. Κοιτούσε τις αφίσες που είχαν μείνει στους τοίχους να του θυμίζουν τα ινδάλματα και τα όνειρα ενός απόμακρου παρελθόντος. Κάποτε έπρεπε να γίνει η αποκαθήλωση. Καλυτέρα πριν από το Πάσχα, γιατί εάν ξαναποκτήσει η δουλειά της Κρεαταγοράς που να βρει το κουράγιο για τέτοια νοικοκυρέματα. Πήγε σε ένα ιντερνέτ καφέ που το έχει ένα φίλος του από το στρατό και έπινε καφέ τζάμπα, έμπαινε στο ιντερνέτ και έψαχνε για δουλειά. Του τηλεφώνησε η πρώην πλέον σύζυγος του και του ζήτησε να πάει τον μικρό στο ποδόσφαιρο γιατί της είχαν αλλάξει την βάρδια στην νέα της δουλειά.
Έδωσε μια μονολεκτική κατάφαση και από μέσα του έσυρε τα χίλια μύρια. Δε με χέει το κωλοσοϊ σου πουτ… που φαγωθήκατε να χωρίσουμε επειδή πέσαμε έξω οικονομικά και σας έτρωγα τα λεφτά και τώρα πρέπει να ξαναδώ τον τρύπιο τον πεθερό μου και να του αφήσω το παιδί; Σας γ… πατόκορφα ψ… αρπάχτρες. Χωρίσαμε μωροί καρ… και με πηρές δυο ώρες μετά για θελήματα; Συνενωτικό διαζύγιο και του κάλου τα εννιάμερα. Η πουτ… τα έχει με το αφεντικό της εδώ και ένα χρόνο. Για αυτό την κράτησε στην δουλειά, γιατί έχει προσόντα. Να η βάρδια που έχει παλιομα… πεθερέ. Σου σκίζουν το παιδί καρ… Τον σακάτη τον πρώην στρατιωτικό και την βλαμμένη την μάνα της που να τους εμπιστευτεί να πάρουν το παιδί η ρουφούν. Συνέχισε να απαγγέλει ποίηση καθώς πήγαινε με τα πόδια στο παλιό τους σπίτι. Ο κόσμος τον κοιτούσε έτσι αναψοκοκκινισμένο να βρίζει και άνοιγε μπροστά του σαν την Ερυθρά Θάλασσα. Έφτασε και χτύπησε το κουδούνι. Φώναξε «στείλε τον κάτω» με το που αντιλήφθητε τον θόρυβο του ακουστικού. Θα μπορούσε να τον ακούσει στον τρίτο που έμεναν και χωρίς να το έχει σηκώσει. Κάποιοι γείτονες βγήκαν στο μπαλκόνι να δουν από πού ήρθε η φωνή.
Όταν είδε το παιδί το αγκάλιασε σαν να είχαν χρόνια να συναντηθούν. Τι κρίμα να της μοιάζει σκέφτηκε. Τον πήρε σπίτι του και του έδωσε ρούχα που είχε αφήσει ο αδελφός του εκεί από τα παιδιά του που ήταν μεγαλύτερα. Τον έβαλε να κοιμηθεί στο δικό του κρεβάτι και αυτός πήγε στο σαλόνι. Μάλωσε με την μάνα του γιατί πήρε το παιδί και για την φασαρία που θα ξεκινούσε, για τον κίνδυνο να μη το ξαναδεί. Ο μικρός ξύπνησε και πήρε το μέρος της γιαγιάς. Σάστισε και βγήκε από το σπίτι, αφήνοντας μονούς γιαγιά και εγγονό, και πήγε σε μπαρ. Έκανε μερικά μεροκάματα εκεί όταν είχε κόσμο τα Σάββατα και σε μια ταβέρνα τις Κυριακές. Του κέρασαν το ποτό και άναψε τσιγάρο μετά από δέκα τρία χρόνια. Είδε ένα παλιό του φίλο, ρεμάλι, έκαναν παρέα στην εφηβεία. Τους είχε χωρίσει η μάνα του, για να μπορέσει να περάσει στο πανεπιστήμιο, στέλνοντας τον σε άλλο σχολείο. Κάθισαν μαζί και άρχισαν να καπνίζουν μαύρο.
Γυρνώντας σπίτι μέσα στην παραζάλη δεν κατάλαβε ότι το περιπολικό είχε έρθει για τον ίδιο. Με το που πήγε να μπει στο σπίτι βγήκαν δυο αστυνομικοί και η πρώην σύζυγος του από το αυτοκίνητο και τον συνέλαβαν. Στο τμήμα κατάλαβαν ότι βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ και ουσιών και τον έχωσαν μέσα για ένα βραδύ. Του πήραν αποτυπώματα και την άλλη μέρα του έκαναν συστάσεις και για το παιδί και για τις κακές συνήθειες που είχε αποκτήσει τις οποίες και τις οποίες επανέλαβαν λιγότερο δεικτικά παρουσία και του δικηγόρου τους. Το βραδύ γύρισε στο ίδιο μπαρ για δουλειά. Ο παλιός του φίλος έμαθε τα γεγονότα και τον πηρέ στο ψιλό. Νεύριασε και τον χτύπησε με το δίσκο. Έχασε σε μια στιγμή δουλειά, φίλιες, την κηδεμονία του παιδιού και τέσσερις μήνες στην φυλακή. Εκεί έμαθε νέα κόλπα και βγήκε έτοιμος στην κοινωνία για να της ανταποδώσει την καλοσύνη που του είχε επιδείξει.

O παππούς

Μπήκα στην τουαλέτα κατά λάθος και είδα το χέρι του να απλώνει στα μαλλιά του την οδοντόκρεμα. Με κοίταξε θυμωμένα και με μάλωσε για την πρωινή αγένεια. Του ζήτησα συγγνώμη και τον ρώτησα τι ακριβώς έκανε εκείνη την ώρα. Αποκρίθηκε ότι χτενιζόταν. Είχε ραντεβού και ετοιμαζόταν. Μπερμπάντη παππού, σου πηρέ τα μυαλά η μορφονιά του είπα, κάτσε να σε βοηθήσω με την οδοντόκρεμα και να πάμε και οι δυο στην δουλειά μας. Εβδομήντα χρονών ο άτιμος και παρά τα προβλήματα όταν μύριζε οιστρογόνα στο τετράγωνο έκανε σαν σκύλος την εποχή της αναπαραγωγής. Οι φίλοι του ήξεραν γιατί η γιαγιά πέθανε χαμογελώντας, μόνο η μάνα μου προσποιούταν την άγνοια. Έπειτα από μια εβδομάδα βαθύτατου πένθους ο παππούς επανέκαμψε στην εφηβεία. Τώρα φαινόταν ότι η ηλικία του τον προσπερνούσε. Στην αρχή δυσκολευόταν να το πιστέψει, αλλά περιστατικά σαν το σημερινό λάμβαναν χώρα με αυξανομένη συχνότητα.
Έτρεχε σε αγώνες με μηχανές και μετά με αυτοκίνητα. Δεν αποδεχόταν εύκολα τις προσπεράσεις. Με πήγαινε σε αγώνες με καρτ, αλλά τα αυτοκίνητα ποτέ δεν υπήρξαν το κέντρο του δικού μου ενδιαφέροντος. Είχα γνωρίσει όλα τα συνεργεία της πόλης, αντί για παραμύθια άκουγα αγωνιστικά κουτσομπολιά και πειράγματα. Έπαιζα με γρανάζια και γράσα. Η γιαγιά τον μάλωνε που έπρεπε να με καθαρίζει κάθε βραδύ που περνούσα μαζί τους. Σε αυτόν οφείλω ότι έγινα καλή οδηγός, όπως και πολλά άλλα. Ήταν η χαρά της ζωής στο σπίτι και στην παρέα. Η γιαγιά ήταν σαν μετρονόμος. Έδινε τον ρυθμό. Συνοδηγό την φώναζε, αλλά ήξερε ότι χωρίς αυτή θα είχε γίνει μεγάλο κοπρόσκυλο. Κάπου θα είχε πετάξει την ζωή του. Σε ένα θεό πίστευε τον Διόνυσο, άσχετα που δεν έπινε πολύ, και ποτέ πριν οδηγήσει. Θαύμαζε τον Απόλλωνα και αγαπούσε τον Ερώτα. Όταν έμπαινα στην εφηβεία και η γιαγιά με πηρέ να μου εξηγήσει όσα είχε πει και στην κόρη της, που αυτή δεν κατόρθωνε να μου αναμεταδώσει, ο παππούς περίμενε και με πηρέ παράμερα για να διορθώσουμε τις ανορθογραφίες, όπως μου είπε.
Κοριτσάκι μου είσαι πολύ όμορφο, μου είπε. Αυτό είναι ένα δώρο που πρέπει να το χαρείς. Όσο και να σε ζηλεύουν εσύ δεν πρέπει και δεν μπορείς να το κρύψεις. Πρέπει να το ευχαριστηθείς όσο κράτα, γιατί δεν θα είναι μαζί σου για πάντα. Οι άλλοι θα βλέπουν σε σένα πάντα αυτό που θα θέλουν οι ίδιοι να δουν. Εσύ πρέπει να βλέπεις με τα δικά σου μάτια. Μην κανείς βάρος την ομορφιά ούτε σε σένα, ούτε σε άλλο. Ο παππούς σου δίνει αβάντσο δέκα άντρες. Ένας και δυο είναι λίγοι, αλλά πάνω από δέκα υπάρχει ο κίνδυνος να κακοχαρακτηριστείς. Από δύο ως δέκα κάποιον καλό θα βρεις. Ότι κανείς να το κανείς συνειδητά. Τα ρίσκα τα παίρνεις πάντα εσύ. Μην τα φορτώνεις σε άλλους. Όσο κινδυνεύεις να πληγωθείς, άλλο τόσο κινδυνεύεις να πληγώσεις. Στο τέλος όλες οι πληγές γίνονται γρατσουνιές. Μην τις ξύνεις. Να επιλέγεις. Υπάρχει λογική στο συναίσθημα, δεν είναι μόνο παθός. Θα βρεις το δρόμο, αρκεί να ακούς τα προαισθήματα σου.
Ο παππούς μπορούσε να σου αραδιάσει συμβουλές για κάθε τι. Έμοιαζε σαν να είχε πάει πριν από εσένα σε κάθε μέρος που σκεπτόσουν να επισκεφτείς. Όταν του είπα ότι θα πάω με φίλους στο βουνό άρχισε να μου λέει για πέτρες που γυαλίζουν από υγρασία, για φύλλα που κρύβουν παγίδες, κόκκινα σημάδια στα μονοπάτια, για μικρά βήματα, για να βάζω πλαγία τα πόδια, να δοκιμάζω τις πέτρες μήπως και ξεκολλήσουν. Μια άλλη φορά που θα πήγαινα για ψάρεμα άρχισε να αραδιάζει δολώματα και τεχνικές και όταν του ανέφερα ότι δεν θα συμμετείχα ενεργά, αλλά θα έφτιαχνα την φωτιά για να ψήσουμε, άρχισε να μου περιγράφει πώς να φτιάξω τα ξύλα για να ανάψει η φωτιά γρήγορα και να μην σβήσει, πώς να βάλω τα μικρά και πως τα μεγάλα ξύλα, πως ψήνονται τα ψαριά. Οι συμβουλές του ήταν πάντα πρακτικές. Είχε και ένα μεγάλο πλεονέκτημα, την μνήμη. Αντίθετα από άλλους ηλικιωμένους, ποτέ δεν επαναλάμβανε μια συζήτηση. Τα έχουμε πει αυτά έλεγε και περνούσε σε άλλο θέμα.
Η γιαγιά έφυγε νωρίς. Έκλαψε που για μια φορά ακόμη τον προσπέρασε. Ήταν η μονή που με νικούσε διαρκώς είπε και βυθίστηκε σε μια ατελείωτη θλίψη. Η γιαγιά ήταν μάστορας στο τάβλι, στα χαρτιά και στο χορό. Ο παππούς παρότι ήξερε να κλέβει ποτέ δεν κατάφερε να την νικήσει στα χαρτιά. Μαζί της ήταν τίμιος. Χωρίς τη ζωντάνια του παππού το πένθος ήταν αβάσταχτο. Όταν αποφάσισε να ξαναβγεί στην ζωή ήταν μια ανακούφιση για όλους μας. Μετά από ένα μήνα ο νεαρός αυτός τον εξήντα ετών είχε νέα παρέα. Λίγο καιρό μετά είχαν σπάσει τα τηλεφωνά στο σπίτι. Ο μπαμπάς στην αρχή νόμιζε ότι ήταν για εμένα και με αγριοκοίταζε στοργικά, αλλά στο τέλος έσκασε στα γέλια όταν κατάλαβε ότι ο παππούς είχε παράλληλες σχέσεις. Μόνο εγώ ήξερα την διασπορά ηλικιών που είχε επιτύχει. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως μια κοπέλα λίγο μεγαλύτερη μου είχε σχέση με τον παππού μου, αλλά περί ορέξεως. Η άλλη ήταν γύρω στα σαράντα χωρισμένη και η τρίτη πενήντα χήρα. Άντε παππού και μια παντρεμένη του είπα και έκανα την θυμωμένη.
Σταμάτησα για κάποιο διάστημα να συχνάζω σπίτι του προκειμένου να μην σταθώ εμπόδιο στην ερωτική ζωή του. Μιλούσαμε στο τηλέφωνο. Μου έστελνε χαιρετίσματα από τους συναγωνιζόμενους του. Ερχόταν για φαγητό στο σπίτι κάθε Σάββατο, αλλά τώρα με τόσες ανειλημμένες υποχρεώσεις είχε αραιώσει αυτή την οικογενειακή συνήθεια. Τηλεφωνούσε και περνούσε οπότε μπορούσε. Μετά από δυο χρόνια περιορίστηκε στη μονογαμία. Γραφτήκαν μαζί σε μαθήματα χώρου. Κάθε Τρίτη παρακολουθούσαν ταγκό και κάθε Παρασκευή παραδοσιακούς. Κάθε Κυριακή έτρωγαν μαζί μας έξω. Πριν από δυο χρόνια έφυγε και η τελευταία σύντροφος της ζωής του. Ο παππούς είχε πατήσει φρένο και περιήλθε στο στερεότυπο της ηλικίας του. Άρχισαν να εμφανίζονται σημάδια γήρατος. Γέμισε τα συρτάρια του με χάπια. Όταν γεννήθηκε η κόρη μου και πηρέ το όνομα της γιαγιάς έπαθε έμφραγμα. Από τότε τον πηρά στο σπίτι να τον φροντίζω.
Τώρα θα ήθελα ο παππούς να επαναλάμβανε τις ιστορίες του αλλά η ασθένεια έσβηνε την μνήμη του σαν κασέτα που είχε ξεχαστεί κοντά σε κάποιο μαγνήτη. Αναδυόταν ένα δυο στιγμιότυπα και μετά έμενε πίσω ένα άβουλο ον. Υπήρχαν μέρες που με θυμόταν και άλλες που μου μιλούσε στον πληθυντικό. Τον αγκάλιαζα και του χάδευα τα γκρίζα ατημέλητα μαλλιά του. Ύστερα έφευγα για την δουλειά αφήνοντας μια γυναικά να τον προσέχει. Τον πηγαίναμε με τον άντρα μου στον γιατρό μέχρι που αποδεχτήκαμε ότι η κατηφόρα είχε γίνει πολύ απότομη για να μπορέσει έστω να κάνει κάποια στάση. Ξάπλωνα με την κόρη μου δίπλα του και της διηγούμουν τις ιστορίες του παππού και αυτός μας κοιτούσε σαν να αφορούσαν άλλον. Στα μάτια της ήταν ένα μυθολογικό ον που έδυε στον θρύλο. Σαν να βάζεις φωτιά το σώμα του Βασιλιά πάνω στον βωμό για ένα τελευταίο αντίο.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Η Σταχτοπούτα

Μετά από μερικά χρόνια, που πάλεψε να ορθοποδήσει στο χείλος του οικονομικού γκρεμού και τα κατάφερε όταν όλοι την είχαν ξεγραμμένη, της απέδωσαν το προσωνύμιο της Σταχτοπούτας γιατί αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο κάποιες φωτογραφίες την ώρα της ανατολής και την ώρα της νύχτας. Εκεί φαινόταν σαν να λάμπει την μέρα και συγκριτικά να σβήνει το βραδύ, αντίθετα από κάθε άλλη χώρα. Ήταν το οικονομικό θαύμα που βασίστηκε πάνω στην εκμετάλλευση της ηλιακής ενεργείας. Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας ήταν καλυμμένο με φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες. Τα πρώτα εξ’ αυτών με την αντανάκλαση του φωτός κατά την ανατολή έμοιαζαν στις φωτογραφίες από το διάστημα με πόλεις που φεγγοβολούσαν. Η κυβέρνηση είχε αναγνωρίσει ότι δεν ήταν δυνατό να έχει σταματήσει την χρηματοδότηση των εγχώριων επενδυτικών σχεδίων φωτοβολταϊκών πάρκων σαν υπεράριθμα και να επιζητά γερμανικές επενδύσεις για νέες εγκαταστάσεις. Έδωσε κίνητρα να δημιουργηθούν ενεργειακοί συνεταιρισμοί και να προβεί η χώρα σε εξαγωγή ενεργείας. Καθένας μπορούσε να τοποθετήσει μέσα σε ένα πλαίσιο ευκολονόητων προδιαγραφών οποιαδήποτε πηγή οικολογικής ενεργείας και αφού καλύψει τις ιδίες ανάγκες το περίσσευμα του να το αγοράζει σε ανά ημέρα καθοριζόμενη χρηματιστηριακά τιμή ο τοπικός του συνεταιρισμός.
Η εθνική επιτροπή εξαγωγών αγόραζε αυτό το πλεόνασμα και το πουλούσε σε άλλες χώρες. Χάρη σε αυτή την ενεργειακή επάρκεια, που ήρθε να ανατρέψει τις μελέτες περί ανεπαρκείας μετά τις πρώτες δεκαετίες του 2000, μπόρεσε να αναπτύξει τις βιομηχανικές ζώνες κοντά στις ενεργειακές πηγές, και ως συνέπεια να επιτρέψει την αποαστικοποίηση για εργασιακούς λογούς. Οι επενδύσεις που τελικά ήρθαν από το εξωτερικό ήταν κυρίως στην υψηλή τεχνολογία, π.χ. κέντρα αποθήκευσης και επεξεργασίας δεδομένων, καθότι εκμεταλλευτήκαμε τη χρονική διάφορα με τις ΗΠΑ, σκεφτόμενοι άπλα ότι εάν η Ινδία βρίσκεται στην τρίτη βάρδια των ΗΠΑ, εμείς είμαστε στην δεύτερη. Με αυτό τον τρόπο παραλάβαμε εξωτερική βοήθεια μέσω επενδύσεων, χωρίς να μας χαριστεί κάτι, άλλα μέσα από τίμιες συναλλαγές. Δίναμε φθηνή ενεργεία και επάρκεια καταρτισμένων αποφοίτων πανεπιστήμιων που αφθονούν στην χώρα.
Επίσης αμερικανικές πολυεθνικές μεταφορών εκμεταλλευτήκαν το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης που έγινε διαμετακομιστικό κέντρο εμπορευμάτων, όπως και το λιμάνι και ο σιδηροδρομικός σταθμός που τα ένωνε και μεταξύ τους. Αντιθέτως η Αθήνα έγινε ο κύριος σταθμός διαμεταγωγής ανθρώπων. Από την Ιαπωνία ήρθαν συμπράξεις εργοστασίων φωτοβολταϊκών με σκοπό την κάλυψη των εγχώριων αναγκών και απώτερο σκοπό τις εξαγωγές. Από το εμπορικό πλεόνασμα που πρόεκυψε σε σύντομο χρονικό διάστημα απορροφήθηκε η υπερπαραγωγή ιατρών των εγχώριων πανεπιστήμιων και με την στροφή αυτών στην έρευνα δημιουργήθηκαν κέντρα με την συμμέτοχη εταιρειών από Ολλανδία, Γερμανία, Ιταλία σε ότι αναφορά τα μηχανήματα και από όλες σχεδόν τις χώρες για ότι αφόρα τα φάρμακα. Δημιουργήθηκε ένα κύμα επιστροφής ανάμεσα στους επιστήμονες που είχαν διαφύγει στο εξωτερικό και έτσι αναπτύχτηκαν και άλλοι τομείς που είχαν μείνει στην αφάνεια κατά την εποχή της κρίσης.
Δημιουργήθηκαν νέες συσκευές αφαλάτωσης του νερού που έλυσαν το πρόβλημα της λειψυδρίας για την χώρα συνεπικουρούμενες από το νέο πλαίσιο προστασίας και διαχείρισης των υδάτων. Δόθηκε λύση στην υιοθέτηση γεννητριών παραγωγής ενεργείας από τα κύματα της θάλασσας με νέες λύσεις που εφαρμόστηκαν στην Σαμοθράκη, στον Κορινθιακό, την Ικάρια και στον Ευβοϊκό. Ο αγροτικός τομέας συσπειρώθηκε σε συνεταιρισμούς με καθαρά εξαγωγικό χαρακτήρα, προχωρώντας μέσα από την τυποποίηση και εξάγοντας τεχνογνωσία στην Βόρειο Αφρική μέσα από σχετικά προγράμματα που συναφθήκαν και με το Ισραήλ και με τις Αραβόφωνες χώρες.
Η κυβέρνηση πριν από μερικούς μήνες απέφερε μια μερική νίκη στην χώρα. Η Ε.Ε., που είχε μετατραπεί σε ομοσπονδία, αποφάσισε να ιδρύσει αποκεντρωμένα τα υπουργεία της, καθότι η σύγχρονη τεχνολογία το επέτρεπε και για να αποφύγει την παράλληλη ίδρυση μοχλών πίεσης τύπου lobby που θα δημιουργούταν αναπόφευκτα στην περίπτωση της κοινής έδρας. Στην Ελλάδα λοιπόν αποφασίστηκε να ιδρυθεί το ευρωπαϊκό υπουργείο Πολιτισμού και Παιδείας. Χάθηκε το υπουργείο Ναυτιλίας, που κατέληξε στην Αγγλία, άλλα δεν ήταν δυνατόν μια μικρή χώρα όπως η δίκη μας να έχει δυο υπουργεία. Η μικρή Σταχτοπούτα από ζητιάνα φορούσε το περιδέραιο με τις επιτυχίες της και ήταν καλεσμένη σε όλους τους χορούς που λάμβαναν μέρος ανά την υφήλιο.
Και ζήσαμε εμείς καλά και οι άλλοι το ίδιο καλά μαζί μας.

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Οι ανα-θυμη-ασεις

Είναι πρόβλημα η μνήμη. Τροφοδοτεί συνεχεία την συνείδηση. Αυτή πάει και ξύνει πληγές και αναβλύζουν νέες σκέψεις, ενίοτε και τύψεις. Εάν δεν θυμάσαι θα είσαι ευτυχισμένος; Θυμάστε διαφήμιση του ΠΑΣΟΚ επί εποχής Σημίτη στην τελευταία του εκλογική αναμέτρηση πριν παραδώσει την εξουσία στον Καραμανλή Κ. Junior; Ανάφερε ότι η χωρά μας έχει ρυθμό ανάπτυξης 4%, που είναι (ήταν) ο μεγαλύτερος στην Ευρώπη, χάρη στα δάνεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θυμόμαστε στατιστικές αναφορές των τελευταίων τεσσάρων πέντε ετών οπού αναφερόταν ότι υπάρχει μείωση κατανάλωσης στο γάλα και στον άρτο; Θυμόμαστε αναφορές για τις τράπεζες που είχαν ποσοστό επισφάλειας στα στεγαστικά 4% και αυτό αυξήθηκε σταδιακά αυτά τα τελευταία χρόνια μέχρι το σημερινό 10%; Θυμόμαστε πράγματα που δείχνουν ότι η κρίση στην χωρά ήταν παρούσα εδώ και τέσσερα με πέντε έτη, ότι η ανάπτυξη μας βασιζόταν στα δάνεια και ότι είχε επέλθει κούραση αυτής; Απλώς οι περιστάσεις των τελευταίων δυο ετών την μεγέθυναν και την εξάπλωσαν σε μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού σαν ανεξέλεγκτη πετρελαιοκηλίδα με αρωγό το κράτος.
Γνωρίζουμε τις στατιστικές συγκρίσεις ανάμεσα σε δημοσίους υπάλληλους και στους ιδιωτικούς σχετικά με τις αμοιβές και την παραγωγικότητα τους. Γνωρίζουμε ότι το χρέος της χώρας οφείλετε στις δημοσιές δαπάνες. Γνωρίζουμε όλοι ότι τα ελλείμματα κάθε έτους συσσωρεύονται στο δημόσιο χρέος σαν να ρίχνεις κανάτες νερό σε μια λεκάνη. Επίσης ότι όλη η προσπάθεια αυτής της στιγμής γίνεται για να μην παρουσιάζουμε ελλείμματα, δηλαδή για να σταθεροποιήσουμε το χρέος και εν τελεί διαφανεί ελπίδα να το μειώσουμε. Ευτυχώς συμφωνούμε όλοι σε αυτά. Εκεί που διαφωνούμε είναι στην μοιρασιά των βαρων και αλληλοκατηγορούμαστε. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν γίνεται κατανοητό εάν υπάρχει σχέδιο και εάν υπάρχει γιατί δεν το γνωρίζουμε και γιατί όσοι το γνωρίζουν δεν το εφαρμόζουν. Γιατί εγκαταλείφτηκε κάθε προσπάθεια εθνικής διαπραγμάτευσης. Αληθινής διαπραγμάτευσης και όχι κομματικού οφέλους. Δηλαδή όχι η απλή χρονική παρακώληση ψήφισης νόμων που θιγούν την κομματική πελατεία κουνώντας θετικά το κεφάλι σε οποιοδήποτε άλλο μετρό, όσο δυσκολοχώνευτο και εάν είναι αυτό.
Αναφορικά με τα άνωθεν κανείς μας δεν πιστεύει ότι οι πρέσβεις των ξένων κρατών στην χώρα μας είναι ηλίθιοι ή ότι δεν γνωρίζουν ποιοι είναι οι κρατικοί λειτουργοί μας, ποιοι είναι οι πολιτικοί και πως λειτουργούν. Ότι αυτές τις πληροφορίες δεν τις είχαν λάβει και επεξεργαστεί τα αντίστοιχα υπουργεία εξωτερικών. Πως κανένα κράτος δεν γνωρίζει τα προβλήματα της Ελλάδας και βρέθηκε προ εκπλήξεως. Την επιρροή τους στην χώρα μας την βασίζουν σε αυτή την γνώση. Οπότε τα εθνικά συμφέροντα έχουν μόνο έναν υπερασπιστή, αναπόφευκτα, την κυβέρνηση μας και καμία εξωτερική βοήθεια δεν θα είναι χωρίς αρνητικές παρενέργειες. Οι διοικούντες την χώρα όλα αυτά τα χρόνια έχουν εξυψώσει την ναυτιλία και τον τουρισμό σε πυλώνες της εθνικής οικονομίας. Άσχετα από το πώς και πόσο φορολογούνται αυτές οι εταιρείες, καθώς και οι τράπεζες που είναι μέρος του σημερινού προβλήματος, ποιοι είναι οι εργαζόμενοι σε αυτούς τους κλάδους;
Στην ναυτιλία σημειώνεται αφελληνισμός των πληρωμάτων εκτός από μερικούς ανώτερους αξιωματικούς, στους οποίους παρατηρείται και έλλειψη. Στον τουρισμό υπάρχει έξαρση μαύρης εργασίας, μίσθωσης ξένων υπάλληλων μέσω δανεισμού και μαθητείας και ελλήνων μαθητευόμενων Ξενοδοχειακών Σχολών και παράλληλη μείωση του μονίμου και εποχιακού προσωπικού. Δηλαδή προσωπικό που ο μέγιστος μισθός είναι περί τα πεντακόσια (500) ευρώ και οι ασφαλιστικές εισφορές καλύπτουν μόνο την περίπτωση ατυχήματος με επιβάρυνση 1% επί του μεικτού μισθού. Ειδικότερα στα αστικά κέντρα Αθηνών και Θεσσαλονίκης τα οποία διέρχονται κρίσης τα τελευταία πέντε έτη. Όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να προβεί σε εσωτερική υποτίμηση τι ακριβώς είχε στο μυαλό της; Θα έκανε αυτούς τους δυο πυλώνες της οικονομίας μας διεθνώς ανταγωνιστικότερους; Ποιοι άλλοι είναι οι κλάδοι της οικονομίας που θα επωφεληθούν; Τα αγροτικά προϊόντα μήπως; Μήπως η Ελληνική βιομηχανία; Μήπως ήταν προτιμότερο να στραφεί σε μείωση των δημοσίων υπάλληλων αφήνοντας προς στιγμή τον ιδιωτικό τομέα αλώβητο, προκειμένου οι θιγόμενοι να έχουν εναλλακτική και το κράτος να έχει φορολογική βάση; Διότι η μείωση του δημόσιου ήταν αναπόφευκτη και μια μείωση στη δύναμη του ¼ του εργατικού δυναμικού είναι προτιμότερη από την μείωση της δύναμης των ¾.
Ίσως το πρόβλημα να είναι ο εκλογικός νόμος που επιτρέπει κυβερνήσεις εθνικής μειοψηφίας και αυτό τις καθίστα υποχείριες της πελατείας τους. Ίσως για αυτό ο κος Σαμαράς πραγματοποιεί δεξιά στροφή και εγκαταλείπει το μεσαίο χώρο προσδοκώντας στην ιδία δεξαμενή με το ΛΑ.Ο.Σ. Για να είναι ο επόμενος στην καρέκλα. Μα ποια καρέκλα, αυτή του διαχειριστή της θλίψης. Αυτή την σκυταλοδρομία ανικανότητας από κόμμα σε κόμμα. Τα νούμερα από μόνα τους δεν είναι ικανά να πουν καμία αλήθεια. Η στατιστική είναι τόσο ψέμα όσο και πραγματικότητα. Βάζουν ένα νούμερο μας το πουλούν διαφημιστικά μέχρι εξουθένωσης, το περιτυλίγουν με ημιμαθείς κοινοτυπίες και εξαγορασμένα δημοσιεύματα και μας το σερβίρουν σαν λύση. Δεν υπάρχει ενδιαφέρον εάν θα απολυθούν ένας δημόσιος υπάλληλος ή εάν θα απολυθούν ένα εκατομμύριο. Αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι δεν υπάρχει κανείς να τους κρίνει, ότι δεν υπάρχει ποιότητα στην ζωή μας, μόνο ποσότητα.
Στα χρόνια της κρίσης που διανύουμε η κυβέρνηση έχει αποποινικοποιήσει τα ναρκωτικά και έχει ποινικοποιήσει την εργασία με την συνεχή επιβολή φορολογίας. Πόσο χρόνο φυλάκισης εξαγοράζει κανείς με την φορολογία που προκύπτει από τiς νέες έκτακτες εισφορές που ανέκυψαν μέσα στο 2011; Εάν δεν πληρώσει κάποιος τους φόρους και αναγκαστεί να πάει φυλακή μήπως τελικά τον συμφέρει;

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Το καλοκαίρι επανέκαμψε

Κοιτούσε την βροχή έξω από το παράθυρο. Μια μέρα πριν ήταν τα γενέθλια του. Αφού αποχαιρέτησε τα σαράντα πέντε του χρόνια, αφήνει τώρα και το καλοκαίρι πίσω του. Πρώτη φθινοπωρινή βροχή. Στο στρογγυλό κάγκελο του μπαλκονιού το νερό κυλούσε και σχημάτιζε σταγόνες από κάτω, που έπεφταν μία μία και χάζευε τον αργό χορό του Ζάλογγου που εκτελούσαν. Στεκόταν λίγο σχηματιζόταν, για μια στιγμή γινόταν ολοστρόγγυλες και θα πρέπει να καθρεφτιζόταν όλος ο κόσμος πάνω τους. Έπειτα αποκολλούταν και έπεφταν παρασέρνοντας τον κόσμο μαζί τους και σκάζοντας τον διαμέλιζαν σε χίλιες μικρές σταγόνες, που ενωνόταν αμέσως με τις υπόλοιπες αυτόχειρες και την βροχή για να χαθούν για πάντα στο σιφόνι της αποχέτευσης και την λήθη.
Ένα παιδικό κόσμο ανέσυραν οι φίλοι του χθες στα γενέθλια, σαν το παιχνίδι που ξεπηδά από το κουτί, που σε τρομάζει και σου γελά συγχρόνως, που μετά το κλείνεις και το ανοίγεις συνεχώς, χωρίς να καταφέρνεις να αναπαράγεις το αρχικό συναίσθημα και τότε το πετάς στην άκρη και το ξεχνάς. Ώσπου μια μέρα απασφαλίζεις το μάνταλο και πάλι η έκπληξη είναι εκεί. Κάθε γενέθλια πάλι μια ανάδρομη, κάθε γιορτή και όλο και κάποιος ανοίγει το κουτί. Καθόταν όλοι μαζί να δουν που πήγε η ζωή. Ανακαλούσαν τις αναμνήσεις ψάχνοντας να βρουν πότε χάθηκε η χαρά του παιχνιδιού και πέθανε το παιδί μέσα τους. Ζήλευε τους γιους του, που έχουν ακόμη αυτό που αυτός δεν μπόρεσε να περισώσει από την εποχή που ήταν στην δίκη τους ηλικία. Εβλέπε το άγχος τους να μεγαλώσουν και το μόνο που προσπαθούσε είναι να μην προσπαθούν, να μείνουν όσο πιο πολύ γίνεται στην ζώνη της φαντασίας, της παιδικής μυθοπλασίας. Δεν υπάρχει τίποτε που να αξίζει στην χώρα των μεγάλων που δεν υπάρχει και στην δίκη τους και μάλιστα σε αφθονία. Στην χώρα που το σωστό είναι προϊόν του ενστίκτου και όχι παράγωγο εκπαιδευτικού συστήματος και της ιστορικής εμπειρίας.
Η νύχτα κύλησε και μπουκάλι με το μπουκάλι θυμηθήκαν ανθρώπους που τους άφησαν. Αυτούς που εγκατέλειψαν την ζωή και αυτούς που εγκατέλειψαν τον δικό τους τρόπο ζωής. Αυτούς που μεγάλωσαν μαζί τους, αυτούς που τους κόλλησαν ένα ταμπελάκι ή που το έβαλαν μονοί τους σημαία τους και το ανέμισαν. Αυτούς που είπαν είμαστε ασυμβίβαστοι και συμβιβαστήκαν με αυτό. Αυτούς που καιροσκόπησαν και πέτυχαν χάρη σε αυτό. Θυμηθήκαν τότε που έπαιζαν μικροί μπουκάλα και ίσως ένα διαφορετικό αποτέλεσμα, ένα φιλί σε άλλο άτομο να είχε αλλάξει το υπόλοιπο της ζωής τους. Τα αν που θα έφτιαχναν ένα άλλο συμπάν στο οποίο ίσως να ήταν τώρα οι άλλοι. Έμειναν με τους πολλούς ή άφησαν να συμπαρασυρθούν; Είχαν επιλογή ή την παρέδωσαν; Είναι πράγματι πολλοί; Πότε μετρηθήκαν; Θυμηθήκαν τη παιδική ρουλέτα που έγραφε τα «παίρνεις όλα» και τα «χάνεις όλα». Τι πήραν μέχρι σήμερα από την ζωή;
Μόνο για τις αναμνήσεις του μπορεί να είναι κανείς υπερήφανος. Εάν δεν θυμάσαι, δεν υπάρχεις. Εάν προσπαθείς να ξεχάσεις, λυπάσαι. Δημιούργησε το νέο παρελθόν σου τουλάχιστον. Μην παραίτησε, αντέδρασε. Δεν υπάρχει ντροπή, δεν υπάρχουν όρια, δεν υπάρχει προκατάληψη. Είμαστε γυμνοί με τον εαυτό μας σε μια πάλη παρελθόντος μέλλοντος με φόντο το παρόν στο γυμναστήριο της ζωής. Δεν απολογούμαστε, δεν παίρνουμε αιχμάλωτους. Κρατάμε ότι μας κάνει ζωντανούς και προχώρημα σαν προσφυγές που τους πηγαινοφέρνουν σε βουνά τον χειμώνα μέχρι να πεθάνουν. Είμαστε πάλι παιδιά, είμαστε πάλι αθάνατοι. Θα αποδράσουμε… Δεν μας πτοεί η κρίση. Δεν είναι δίκη μας. Δεν είναι η ζωή μας. Βγήκε στο μπαλκόνι να χαζέψει τις τελευταίες σταγόνες. Η βροχή ελαττωνόταν συνεχώς. Έστησε αυτί στο σιφόνι και πίστευε ότι άκουγε τον θόρυβο της δίνης που κατάπινε τα νερά. Το καλοκαίρι επανέκαμψε.